*Όσα δεν σου είπαν για το ραντεβού – φιάσκο (και τι να κάνεις τώρα που τα έμαθες)

Γεια χαρά. Είμαι η Ματούλα, έχω χρόνια κερατοειδή επιπεφυκίτιδα και μια τεράστια συλλογή σκούφων. Κράτα το αυτό.

Ήμουν, που λες, μια χαρωπή γυμνάστρια. Είχα τελειώσει την σχολή, είχα δικό μου γυμναστήριο, ένα σαραβαλάκι που με πήγαινε παντού κι έναν σκύλαρο, τον Γκόρκι. Νέα, ωραία αλλά άτυχης. Φίλοι και γνωστοί αναρωτιούνταν γιατί δεν είχα γκόμενο. Μα τέτοια κοπέλα. Σαν τα κρύα τα νερά. Ανεξάρτητη, δραστήρια, έξυπνη (σους, ήμουν) και μόνη σαν το πλεμόνι – βασικά, μέχρι κι αυτό είχε ταίρι, το άλλο πλεμόνι. Τα γατάκια ζευγάρωναν, οι φίλοι παντρεύονταν, οι μελισσούλες πολλαπλασιάζονταν κι η Ματούλα εκεί, αγκαλιά με τους σκούφους και τα τεχνητά δάκρυα.

Ώσπου, μια μέρα, μια φίλη, γνωστή για το ταλέντο της στα συνταιριάσματα, μου έσκασε το παραμύθι: «Λοιπόν, Τουλίτσα, στο στέκι που πάμε με τον Κωστή, έρχεται ένας τύπος φοβερός. Στο στυλ σου. Γκριζαρισμένος, σοβαρός, ευγενικός, με καλή δουλειά, με ενδιαφέροντα. It’s a bargain! Κι όλοι αναρωτιούνται γιατί είναι μόνος. Πώς γίνεται να είναι μόνος αυτός ο άντρας; Να σου πω ότι είναι ψυχούλα, όσοι τον ξέρουν πιο καλά αυτό λένε. Να κανονίσω να βγείτε; Τι έχεις να χάσεις;»

To cut the long story short, δέχτηκα. Μιλήσαμε στο τηλέφωνο – τι φωνή! – και κανονίσαμε να βγούμε. Ανταλλάξαμε και κάτι μηνύματα. Έγραψε «πουλακη μου». Η κολλητή μου με έκραξε που όλα με ενοχλούν και να σκάσω, είπε, καλός είναι. Ε, κι έσκασα. Το ένστικτο όμως δεν κάνει λάθος. Γι’ αυτό, ως φρόνιμο παιδί, κατέστρωσα τα σχέδιά μου.

Ήρθε με το αυτοκίνητο στο σημείο του ραντεβού, μπήκα, χαιρετηθήκαμε, χαρήκαμε για την γνωριμία και πρότεινε να πάμε Ρέμβη. Βάζει μπροστά το αμάξι. Γκντουπ. «Αχ, συγγνώμη, άλλαξα δίσκο πλατώ προχτές και ακόμη με ζορίζει ο συμπλέκτης». Φανάρι. Πράσινο. Γκντουπ. «Αχ, με συγχωρείς, οδηγείς, έτσι; Ξέρεις πώς είναι».

Από Αριστοτέλους μέχρι Καλαμαριά έτσι με πήγε. Και αφού του είπα ότι δεν βγαίνω κέντρο παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις – προβλέποντας ότι αν το ραντεβού δεν πήγαινε καλά για μένα, θα τον είχα κατσικωμένο κάθε βράδυ στο The bar – άρχισε το name dropping. Και πάω κι εδώ και πάω κι εκεί, και με ξέρουν και στην δώθε Παπάφη και πάει λέγοντας.

Φτάνουμε. Δίνει τα κλειδιά στον παρκαδόρο. Μπαίνουμε, διαλέγουμε καναπέ, παραγγέλνουμε – εδώ γίνεται ένας χαμούλης επειδή δεν μπορεί να καταλάβει γιατί δεν πίνω αλκοόλ αλλά energy drinks, για να πετάξω μακριά σου θέλω να του πω αλλά κρατιέμαι – κι αρχίζει η αυτοβιογραφία. Με λένε έτσι – ας πούμε Nile – βγάζω τόσα, μένω εκεί, έχω βγει και με άλλες καθηγήτριες (!), όχι ότι μόνο με καθηγήτριες βγαίνω αλλά τυχαίνει, μου αρέσει να χουχουλιάζω μετά το σεξ και να ζεσταίνω τα πόδια της συντρόφου μου (!) και δεν καπνίζω. Εγώ σε αυτό το σημείο πιάνω το κεφάλι μου – έχεις πονοκέφαλο; Όχι, απλά φοράω φακούς και έχω ένα χρόνιο θέμα με τα μάτια μου και οι φακοί με ενοχλούν. Και, για πες, έχεις κρύα ή ζεστά πόδια; Ανάλογα την εποχή ,απαντάω. Πάντως σίγουρα έχεις κρύα αυτιά αν κρίνω από το πρωτότυπο σκουφί – μου τη δίνει, ρε φίλε, να λες τον σκούφο μου σκουφί – μπορώ να σου τα ζεστάνω αν θέλεις. Εδώ; Το φρύδι έχει φτάσει στην ρίζα των μαλλιών μου, αν φορούσα τον σκούφο μου, δεν θα φαινόταν και έχω αρχίσει ήδη να «παίζω» με δύο τύπους στο μπαρ που κοιτούν το παράδοξο του πράγματος με πολύ ενδιαφέρον – εμένα να έχω τραβηχτεί άκρη άκρη στον καναπέ, τον Nile να με πλησιάζει κάθε φορά που πίνει μια γουλιά από το ποτό του, το πόδι μου που έχει αρχίσει αυτόβουλα και αυτεξούσια να κρατάει μέτρο ¾ και τον σερβιτόρο που κάθε τόσο έρχεται να ρωτήσει αν χρειαζόμαστε κάτι (τζιμάνι ο σερβιτόρος).

Στο μισάωρο με έχει πιάσει πραγματικός πονοκέφαλος, δεν αντέχω άλλη βλακεία, ειλικρινά, έχω όρια, κι αυτός ο δύστυχος συνεχίζει το άκομψο πέσιμο. Αφού καταφέρνω να τον πείσω ότι «ένα ντεπονάκι» δεν θα βοηθήσει, φεύγουμε άρον άρον, με γυρίζει στο σημείο που είχαμε δώσει ραντεβού και «Είσαι φοβερή, θέλω να σε ξαναδώ».

Σοβαρά; Γιατί, σύμπαν, όταν γουστάρω τρελά, κανείς δεν θέλει να με ξαναδεί; Γιατί όταν είμαι πνευματώδης και όχι γαϊδούρα, όλοι εξαφανίζονται; Γιατί όταν κολλάω με φτύνουν κι όταν φτύνω μου κολλάνε; Τι να πει κι αυτό το έρμο το σύμπαν. Και πώς του λες όχι τώρα; Είναι και η φίλη στη μέση. Χμ.
«Πάρε τον σκούφο μου. Την επόμενη φορά που θα συναντηθούμε, θα μπορέσεις να μου ζεστάνεις τα αυτιά».

Εννοείται ότι έφυγα τρέχοντας, έβρισα την φίλη, της εξήγησα το ανεξήγητο για όλους τους υπόλοιπους – ότι είναι μαλάκας ο τύπος και γι’ αυτό είναι μόνος του – και έκλαψα έναν ακόμη χαμένο σκούφο. Με δικά μου δάκρυα και όχι τεχνητά. Βλέπεις, οι σκούφοι μου είναι my safe word. Και ως σωστή ευθυνόφοβη, με μια χαρακτηριστική απέχθεια για την δέσμευση, οφείλω να έχω δεκάδες.

Υ.Γ. Στο τραγούδι ακούω «δεν έχει εφτά μπαλάκια» και όχι «δεν έχει εφτά παλάτια». Να τέτχοια είμαι.

Κι άλλο Υ.Γ. Τα ονόματα ανθρώπων, ζώων και ποταμών έχουν αλλαχθεί για ευνόητους λόγους.

Κι ένα ακόμη: αν είσαι στη θέση που ήμουν τότε, κάνε λίγη ενδοσκόπηση, δώσε ευκαιρίες και, κυρίως, να φοβάσαι τον φόβο της δέσμευσης και όχι την δέσμευση την ίδια. Αυτή τη στιγμή σου γράφω ανάμεσα σε τρία κοιμισμένα παιδιά, πίνοντας ένα energy drink παρέα με τον άντρα μου που κάνει μασάζ στα κουρασμένα – και κρύα! – πόδια μου. Can’t get better than that.