Ραπουνζέλ

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
()

Ήταν τέλος Νοεμβρίου και το κρύο ασυνήθιστο για την εποχή. Δεν είχε πάει ακόμα εφτά, αλλά είχε νυχτώσει για τα καλά. Η μικρή δεν πήγε το πρωί σχολείο. Ήταν λίγο κρυωμένη χθες και έπρεπε σήμερα να την προφυλάξει, να μην την βγάλει έξω στο κρύο, για να καταφέρει να την στείλει τουλάχιστον αύριο. Δεν είχε κανέναν να την βοηθάει με το παιδί. Ο άντρας της στην δουλειά όλη μέρα. Και κάτι τέτοια χειμωνιάτικα απογεύματα της φαινόταν το σπίτι φυλακή.

Ήπιε την τελευταία γουλιά του καφέ της και πήγε το φλιτζάνι στην κουζίνα. Στη διαδρομή μάζεψε από κάτω μια φιγούρα της Ραπουνζέλ. Της πριγκίπισσας του παραμυθιού, που ήταν κλεισμένη στον μαγεμένο πύργο κι έριξε τα μακριά της μαλλιά για να ανέβει ο πρίγκιπας και να την σώσει.
Κοίταξε την πριγκίπισσα και χαμογέλασε. «Να σου πω Ραπουνζέλ, κλεισμένη εδώ πάνω στο διαμέρισμα του 6ου ορόφου κι εγώ λίγο σαν εσένα νιώθω. Κλεισμένη σε πύργο. Μόνο που δεν έχω τόσο μακριά μαλλιά και στις μέρες μας δεν υπάρχουν πρίγκιπες».

Άραγε πως θα ήταν οι πρίγκιπες αν υπήρχαν σήμερα;
Κάποιο πρόσωπο της ήρθε στο μυαλό, αλλά κούνησε το χέρι της και διέλυσε γρήγορα το συννεφάκι της σκέψης. Όχι. Δεν έψαχνε για γκόμενους, είχε καλή σχέση με τον άντρα της.
Όμως να, πώς να το εξηγήσει….
Όταν την κοίταξε στα μάτια αυτός ο άνθρωπος, κατάλαβε ότι είχε δει σ’ αυτήν όλα εκείνα για τα οποία ένιωθε υπερήφανη για τον εαυτό της, αλλά κανένας άλλος δεν τα είχε δει ποτέ ως τότε.
Τόσο κανένας που κι η ίδια είχε αρχίσει να αμφιβάλλει αν όντως υπήρχαν, ή ήταν στη φαντασία της!
Και ναι! Τι ανακούφιση! Αφού τα είδε και κάποιος άλλος, τότε σίγουρα υπήρχαν. Θα του το χρωστούσε για πάντα. Δεν ονειρευόταν σχέσεις μαζί του, ούτε φαντασιωνόταν πως έκαναν σεξ.
Μόνο ευγνωμοσύνη ένιωθε γι’ αυτό.

Έβαλε τα ρούχα στο πλυντήριο, έβαλε να βράσει το μπρόκολο για να φτιάξει σαλάτα για το δείπνο και πήγε να βοηθήσει την μικρή να τελειώσει τα μαθήματα της. Επανάληψη την προπαίδεια μέχρι του πέντε.
«Γράψε να δούμε αν τη θυμάσαι…»

Εκείνος δεν ζούσε πια εκεί. Είχε μετακομίσει στα βόρεια προάστια. Μονάχα ο γιος του συνέχιζε να πηγαίνει στον ίδιο αθλητικό σύλλογο, για να μην χάσει τις παλιές του παρέες. Έτσι τον έφερνε δύο φορές την εβδομάδα για προπόνηση. Εκείνος αντίθετα με τον γιο του δεν είχε πολλούς δεσμούς με κανέναν εκεί γύρω. Ένας παλιός του συμμαθητής είχε ένα μπαράκι λίγο πιο κάτω από το σπίτι της και πολλές φορές πήγαινε εκεί για κανένα ποτό, να περάσει η ώρα μέχρι να τελειώσει η προπόνηση του γιου του. Κι ο ίδιος ο ιδιοκτήτης του μπαρ αν δεν του εξηγούσε τον λόγο που πηγαίνει, θα απορούσε που τον θυμήθηκε!

«Ωραία. Πολύ σωστά την έγραψες την προπαίδεια του δύο. Πάμε τώρα να γράψουμε του τρία».
Και σήμερα Πέμπτη έχει προπόνηση. Τέτοια ώρα περίπου. Κατέβασε το μπρόκολο από τη φωτιά κι έβαλε τη μικρή να γράψει την προπαίδεια του τέσσερα, όταν άκουσε κάτω στο δρόμο τον ήχο της μηχανής ενός αυτοκινήτου, που προσπαθούσε να παρκάρει. Ναι. Μπορούσε να αναγνωρίσει τον ήχο της μηχανής του αυτοκινήτου του, ακόμα κι απ’ τον έκτο με όλα τα παράθυρα κλειστά.
Άνοιξε την πόρτα και βγήκε στο μπαλκόνι χωρίς να ανάψει το φως.  Όσο έβλεπε το μάτι, δεξιά κι αριστερά, άδεια σκοτεινά μπαλκόνια. Κάνεις έξω. Λόγω του κρύου είχαν μαζευτεί όλοι. Ούτε στο δρόμο δεν κυκλοφορούσε ψυχή. Ησυχία. Κοίταξε κάτω. Όντως, το δικό του αμάξι είχε μόλις παρκάρει. Βγήκε. Το κλείδωσε. Πέρασε απέναντι τον δρόμο. Πέντε δέκα βήματα και θα έστριβε την γωνία για να πάει στο μπαράκι που λέγαμε. Πριν στρίψει στάθηκε μια στιγμή. Κοίταξε πάνω, στο σκοτεινό μπαλκόνι της. Την είδε. Της έγνεψε «γεια» κουνώντας της το χέρι. Του έγνεψε κι αυτή.
Μπήκε γρήγορα μέσα, είχε παγώσει ήδη. Κι έπρεπε να ελέγξει και την προπαίδεια του τέσσερα.

Την άλλη μέρα το πρωί στο μανάβικο συνάντησε την μαμά του Σάββα, που πήγαινε κι αυτός σε εκείνον τον αθλητικό σύλλογο. Μιλούσε στο μανάβη για τις εργασίες που γινόταν στο γυμναστήριο, που είχαν ως αποτέλεσμα να μην γίνονται οι προπονήσεις εδώ και δυο εβδομάδες και δεν ξέρουμε για πόσο.
Επέστρεψε στο σπίτι. Περνώντας έξω από το κομμωτήριο σκέφτηκε πως κάποια στιγμή έπρεπε να κλείσει ραντεβού και για κούρεμα. Ή μήπως να τα άφηνε να μακρύνουν;

 

Η Κάποια

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Δεν υπάρχον ψήφοι! Ψηφίστε πρώτοι!

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *