«Ρηξικέλευθος» Έρως

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
()

Οι μισοί καλεσμένοι στο γάμο του Κίμωνα και της Εριφύλης δεν εμφανίστηκαν. Το προσκλητήριο το είχαν θεωρήσει κακόγουστο αστείο, γι’ αυτό και το αγνόησαν. Προφανώς έφταιγε, πώς ούτε τη νύφη έλεγαν Εριφύλη, ούτε τον γαμπρό Κίμων.
Πριν ένα χρόνο σχεδόν, πάνω από το ταμπλό ενός επιτραπέζιου παιχνιδιού είχαν συναντηθεί για πρώτη φορά. Εκείνος είχε κατεβάσει τη λέξη «παλινωδίας» μόλις είχε έρθει η σειρά του να παίξει και εκτός από τους συν πενήντα πόντους για τη χρήση όλων των γραμμάτων, είχε κερδίσει και την προσοχή εκείνης που άρχισε να τον βλέπει με άλλο μάτι. Δεν ήταν τα δέκα γράμματα που την είχαν γοητεύσει. Ήταν η σειρά που αυτά τα δέκα γράμματα είχαν τοποθετηθεί και η λέξη που είχαν σχηματίσει. Και ενώ οι άλλοι δύο παίκτες γελούσαν συνωμοτικά μεταξύ τους επειδή το σατανικό τους σχέδιο είχε δουλέψει, η Πόπη και ο Βαγγέλης απορροφημένοι από το ρου του παιχνιδιού δεν αντιλήφθηκαν πως είχαν πέσει σαν κουτορνίθια στην παγίδα των φίλων τους.
Καλά παιδιά και οι δύο, ίσως λίγο βαρεμένα, μέχρι τη συνάντηση τους είχαν πιστέψει πως δεν θα έβρισκαν ποτέ το άλλο τους μισό. Ιδιοκτήτης βουλκανιζατέρ ο Βαγγέλης με το ζόρι είχε τελειώσει το λύκειο. Δεν το πολυγούσταρε το διάβασμα σε γενικές γραμμές. Σε ένα πράγμα μόνο ήταν άσος, στην ορθογραφία. Και ενώ σχολικό βιβλίο δεν άνοιγε ποτέ, όποτε βαριόταν άνοιγε το μεγάλο λεξικό και έψαχνε για περίεργες λέξεις. Αυτό ήταν το χόμπι του έλεγε, η συλλογή περίεργων λέξεων και οι φίλοι του τον κοιτούσαν σαν εξωγήινο.
Στην Πόπη πάλι η πετριά με τις λέξεις είχε προκύψει από τα σταυρόλεξα που έλυνε αρειμανίως στον ελεύθερο χρόνο της. Αισθητικός στο επάγγελμα είχε αποδεχθεί τα στερεότυπα που το συνόδευαν. Όχι απλά τα είχε αποδεχθεί, αλλά τα ενίσχυε κιόλας σε κάθε ευκαιρία. Οι μακριές ψεύτικες βλεφαρίδες της, που ακουμπούσαν με θράσος το πάνω βλέφαρο της, ήταν χαρακτηριστική απόδειξη και σήμα κατατεθέν της. «Κυνισμός» και «αυτοσαρκασμός» όπως θα το χαρακτήριζε αργότερα ο Βαγγέλης.
Δεν ήταν λοιπόν τίποτα ξιπασμένοι διανοούμενοι, ούτε ο ένας, ούτε ο άλλος. Απλοί καθημερινοί άνθρωποι ήταν εναρμονισμένοι απόλυτα με τους κλισέ ρόλους του δήθεν άξεστου και της δήθεν χαζοβιόλας που επιπόλαια τους απέδιδαν, έχοντας όμως μια κοινή παραφωνία σε αυτό τους το προφίλ: την αγάπη για το πλούσιο ελληνικό λεξιλόγιο.
Τον Βαγγέλη, τα παιδιά τον ήξεραν χρόνια. Σειρά ήταν με τον Γιώργο στο στρατό. Την Πόπη πάλι, η Μαρία την είχε γνωρίσει μόλις πριν λίγους μήνες. Της την είχαν συστήσει σαν τον Λεονάρντο Ντα Βίντσι του contouring. Και όσο η Πόπη φλυαρούσε ενώ έκανε με το πινέλο τα μαγικά της πάνω στο στρογγυλό πρόσωπο της Μαρίας, δίνοντας του τις πολυπόθητες γωνίες, είχε πετάξει εντελώς φυσικά το ανεκδιήγητο «..και έτσι τον χώρισα φιλενάδα. Δεν άντεχα τις πομφόλυγες και τα φληναφήματα που έλεγε συνέχεια» κάνοντας τη Μαρία σχεδόν να πνιγεί με το σάλιο της. Ναι, ο θηλυκός Βαγγέλης της είχε μόλις κάνει το καλύτερο μακιγιάζ της ζωής.
Όλα τα υπόλοιπα ήταν θέμα χρόνου και σωστού συγχρονισμού. Η Πόπη είχε χωρίσει, ο Βαγγέλης όμως ακόμα τραβιόταν εκείνη την εποχή με μια σχέση που δεν είχε πολλά ψωμιά. Ο Γιώργος, όταν η Μαρία του είχε εκμυστηρευτεί ενθουσιασμένη την ανακάλυψη της, είχε φανεί αρχικά δύσπιστος. «Αποκλείεται να υπάρχει άνθρωπος, και μάλιστα γυναίκα, τόσο βαρεμένη όσο ο Βαγγέλης!» είχε πει μέχρι που τη συνάντησε και πείστηκε και εκείνος πως αυτό το ταίριασμα θα ήταν 100% επιτυχημένο. Υπομονετικά έτσι περίμεναν σαν τα κοράκια/προξενήτρες να χωρίσει και ο Βαγγέλης.
Το βράδυ εκείνο όταν ο Βαγγέλης είχε συρθεί στο σπίτι τους απαρηγόρητος που ακόμα μια σχέση δεν είχε βγάλει πουθενά, ήξεραν πως ή ταν ή επί τας! Και όσο ο Γιώργος έβαζε ένα ουίσκι παρηγορώντας τον φίλο του, η Μαρία με τρόπο από την κουζίνα καλούσε στο τηλέφωνο την Πόπη για μια παρτίδα scrabble. «Ναι μωρέ, ένα φιλαράκι μας μόλις χώρισε και για να του φτιάξουμε τη διάθεση λέμε να παίξουμε κάνα επιτραπέζιο. Μας λείπει ένας παίκτης ακόμα. Δεν έρχεσαι από εδώ;» είχε πει δήθεν αθώα και φυσικά η Πόπη μόλις είχε ακούσει τη λέξη scrabble, είχε κολλήσει τις βλεφαρίδες της και είχε τρέξει.
Με κάτι που έμοιαζε με «παλινωδία» έτσι ξεκίνησε αυτό το ιδιότυπο φλερτ και δεν άργησε και ο Βαγγέλης να μείνει «ενεός» με το Ποπάκι. Γι’ αυτό και μετά το τέλος του παιχνιδιού προθυμοποιήθηκε να τη συνοδεύσει στο σπίτι της. Στην είσοδο της πολυκατοικίας εκείνη μεθυσμένη από τις λέξεις που όλο το βράδυ είχαν ανταλλάξει στα πλαίσια του παιχνιδιού δεν άντεξε και του έσκασε ένα πεταχτό φιλί. Και όταν εκείνος χαρακτήρισε, χωρίς καμία διάθεση εντυπωσιασμού, σαν απλή παραδοχή, το φιλί της «παυσίλυπο», όλες οι άμυνες της γκρεμίστηκαν, ο πόθος της έπιασε ταβάνι και σχεδόν με τη βία τον τράβηξε μέσα στο σπίτι της. Αυτά που ακολούθησαν πίσω από την κλειστή πόρτα λογοκρίνονται για ευνόητους λόγους. Θα σας πω μόνο πως το πλούσιο λεξιλόγιο του ζευγαριού γινόταν ακόμα πιο πλούσιο πάνω στο κρεβάτι και περιλάμβανε λέξεις που ανευρίσκονται σε λεξικά καλιαρντών.
Έμπειροι και οι δύο, από τις απανωτές φόλες που είχαν φάει στο παρελθόν, δεν άργησαν να αναγνωρίσουν πως επιτέλους είχαν βρει ο ένας στο πρόσωπο (βασικά στη γλώσσα) του άλλου, το άλλο τους μισό. Στο πρώτο μήνα εκείνος τη φώναζε Εριφύλη, ξεχωριστή όλων των γυναικών δηλαδή. Και εκείνη πλέον τον φώναζε Κίμων, θυελλώδη δηλαδή. Ο κόσμος όμως, που δεν γνώριζε καλά τους δύο λεξιθήρες μας, δεν μπορούσε να αντιληφθεί πως αυτό ήταν για εκείνους τα αντίστοιχα γλυκόλογα του τύπου «μωρό μου», «τζουτζουκάκι μου» κλπ. Νόμιζαν έτσι πως αυτά είναι τα αληθινά τους ονόματα. Όσοι πάλι τους γνώριζαν, νόμιζαν πως η καψούρα τους είχε κάνει να τα παίξουν εντελώς.
Στο γάμο του Κίμωνα και της Εριφύλης επομένως οι μισοί καλεσμένοι δεν παρευρέθησαν μάλλον λόγω παρερμηνείας του προσκλητηρίου. Εκείνοι όμως που παρευρέθησαν δεν θα ξεχάσουν ποτέ την Πόπη στο γαμήλιο τραπέζι, ντυμένη στα άσπρα, με το μικρόφωνο στο χέρι, να αναγγέλλει με δάκρυα στα μάτια ενώπιον όλων.
«Κίμων μου, σε νειρόμουν όλη μου τη ζωή. Επίνειο μου, μέσα μου εμφωλεύει το αποκύημα της αγάπης μας.»
Και μέχρι και σήμερα κανένας από τους καλεσμένους δεν θα ήξερε τι σκατά είχε ανακοινώσει εκείνη την ώρα, αν ο Βαγγέλης εκστασιασμένος δεν την σήκωνε στα χέρια, ουρλιάζοντας πανευτυχής «Θα γίνω πατέρας, ρεμάλια!!!!»

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Δεν υπάρχον ψήφοι! Ψηφίστε πρώτοι!

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

1 σκέψη για το “«Ρηξικέλευθος» Έρως”

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook