Ρηξικέλευθος

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Ένας βούρκος υποκρισίας.
Τρεις πέφτει, τέσσερις σηκώνεται.
Ανεμοδαρμένες αγάπες, βουτηγμένες στην υπερβολή. Δειλία. Συμπεριφορά παιδιού, νταηλίκια γυμνασίου, λαρύγγια γεμάτα χολή και λάσπη.
Εκείνος σκυμμένος. Δαρμένος, πληγωμένος, σκισμένα παπούτσια. Γύρω του, τοίχος. Πέτρα, ασβέστης, νυχιές με ξεραμένο αίμα. Απτόητος. Επίμονος μέχρι βλακείας για πολλούς, μέχρι μαλακίας για περισσότερους.

Κάθε βήμα και μία πτώση.
Τέσσερις πέφτει, πέντε σηκώνεται. Νύχια φαγωμένα, δεν πιάνουν πλέον πέτρα. Ο τοίχος του κρύβει τον ήλιο. Κι άλλα λαρύγγια, κι άλλα κατακόκκινα μάτια που του ρίχνουν βελονιές.
Αγέρωχος.
Παλεύει. Δεν ξέρει για τι, για ποιον, για πόσο, αλλά παλεύει. Χέρια και πόδια στον αέρα, κι άλλη βουτιά, σπάει δόντια, μύτη, χόνδρος παραμορφώνεται και μοιάζει με πλαστελίνη. Κι άλλα σημάδια.
Πέντε πέφτει, έξι σηκώνεται.

Το πρώτο κομματάκι τοίχους σπάει. Κάποιο λαρύγγι σωπαίνει, δε μιλάει, στέγνωσε η φωνή του. Χαμογελάει. Μία φωνή λιγότερη.
Παπούτσια χωρίς σόλες, γυμνά πέλματα πάνω σε τραχιά άσφαλτο. Πατάει γερά, δε νιώθει πόνο, δε νιώθει τίποτε, γραπώνεται από το άνοιγμα, πατάει γερά, μένει.
Έξι πέφτει, επτά σηκώνεται.
Κοιτάει από το άνοιγμα, φως. Όχι πολύ, όχι πλούσιο, όχι αγγελικό.
Ασθενικό, χλωμό, κιτρινιάρικο φως.
Αλλά είναι το μοναδικό.

Μαζεύει σάλιο, το στόμα του για πρώτη φορά έχει ανάγκη να μιλήσει, πλαταγίζει τη γλώσσα, βγαίνουν άναρθρες λέξεις. Είναι εκεί, υπάρχει, μιλάει, στέκεται, ελπίζει.
Τα στόματα γύρω του δε θα παρατήσουν τον αγώνα τους. Το ξέρει.
Θα κλείσουν την τρύπα που άνοιξε, θα γεμίσουν με λάσπη την ελπίδα του.
Βουτάει το χέρι του μέσα και αντέχει. Κρατάει το άνοιγμα. Μπορεί να χάσει το χέρι του, μπορεί να του το κόψουν και να μείνει με το κόκκαλο στον αέρα.
Αντέχει.
Επτά πέφτει, οκτώ σηκώνεται.
Σφίγγει την ματωμένη γροθιά και μεγαλώνει το άνοιγμα. Κι άλλες πέτρες κάτω, περισσότερο ασθενικό φως τον γεμίζει.
Αχτίδα λευκού, μέσα στο κιτρινιάρικο.
Ψάχνει μία φωνή, ένα βλέμμα, μία εικόνα κάποιου που του μοιάζει.
Κάποιου που αγωνίζεται.
Δάκρυα σαν κουρτίνες θολώνουν τα μάτια του, καταρράχτης που κρύβει το τέλος του ουράνιου τόξου.
Τα παπούτσια του έχουν διαλυθεί τελείως, οι πατούσες του έχουν γεμίσει πληγές, ο πόνος ανεβαίνει κνήμες, γάμπες, θέλει να λυγίσει τα γόνατά του.
Οκτώ πέφτει, εννιά σηκώνεται.
Βάζει και το άλλο χέρι στο άνοιγμα. Τώρα μπορεί να χωρέσει το κεφάλι του μέσα, κινδυνεύει να το χάσει, αλλά δεν τον νοιάζει. Έχει τσακωθεί με την επιβίωση, ένας άνισος αγώνας χωρίς νικητή.
Ατενίζει μπροστά, με βαθουλωμένα μάτια γεμάτα δάκρυα κι αίμα.

Είναι εκεί. Τη βλέπει.
Μέσα από έναν δεύτερο, τεράστιο τοίχο, κάτω από χιλιάδες λαρύγγια και ματωμένα μάτια, πίσω από έναν σωρό χώματος και τσιμέντου, τον κοιτάζει κι εκείνη.
Χωρίς παπούτσια, χωρίς δυνάμεις, με τις γροθιές της προτεταμένες μπροστά.

Εννιά πέφτουν, Δέκα σηκώνονται.
Το τείχος τους σπάει, οι άμυνες σπάνε, τα λαρύγγια κλείνουν, τα μάτια σφαλίζουν, το χώμα εκσφενδονίζεται μακριά και ρίχνει καφέ βροχή.
Τυφλοί, παράλυτοι, με ελάχιστες ρανίδες αντοχής, σέρνονται ο ένας προς τον άλλον.
Ματωμένες γροθιές προτεταμένες μπροστά.
Ανοίγουν δρόμο, μονοπάτι, νέα αρχή και νέα ζωή.

Τριγύρω σιωπή. Ήταν οι πρώτοι που το κατάφεραν, οι πρώτοι που έφτασαν στον στόχο τους.
Κανείς δε θα τους θυμάται.
Κανείς δε θα τους μνημονεύσει.
Αγγίζουν τα χέρια τους.
Σωπαίνουν.
Χαμογελούν.
Αφήνουν ανάσες για τελευταία φορά.

Δέκα πέφτουν.
Και μένουν.
Αλλά η αρχή έγινε.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook