Σάββατο απόγευμα, που λέτε, εδώ, στην εξωτική Καλογρέζα. Ζεσταίνομαι μέχρι κι εγώ, άρα, φαντάζομαι ότι ο υπόλοιπος κόσμος ίσα που επιβιώνει. Η γάτα μου με κοιτάζει με ύφος οργής, μίσους και απαξίωσης που δεν έχω βάλει air-condition σε όλα τα δωμάτια του σπιτιού (βασικά ένα έχω, στην κρεβατοκάμαρα, και πολύ μού είναι).

Μέσα σήμερα, πάει και τελείωσε, θα γίνουν δουλίτσες σήμερα, τελείωσαν και τα σχολεία, δεν υπάρχουν δικαιολογίες λέμεεεε..!

Στις ντουλάπες, στα συρτάρια, σε σακούλες, ίσως και στην κατάψυξη, υπάρχουν ανακατεμένα τα χειμωνιάτικα και τα καλοκαιρινά ρούχα. Μαγιό συνοδευόμενο από ασορτί σκουφάκι για τα χιόνια, τζην σορτσάκι με μάλλινες πιτζάμες, περνάμε καλά γενικά, δεν κάνουμε διαχωρισμούς εδώ μέσα, όλοι έχουν ίσα δικαιώματα ύπαρξης στους αποθηκευτικούς χώρους του σπιτιού, ΟΙ ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ ΔΕ ΘΑ ΠΕΡΑΣΟΥΝ.

Ναι, βασικά, μπορεί και να περάσουν. Γιατί αυτό το χάος το είδε η Νίκη (βλέπε, αγαπημένη γειτόνισσα, δεύτερη μανούλα, απέκτησα νταντά στα 30φεύγα μου) και αφού με κοίταξε με βλέμμα δολοφονικό, με ρώτησε πότε θα μαζευτώ στο σπίτι για να φτιάξουμε τα ρούχα. Και είπα «το Σάββατο». Δεν πρόσθεσα «του Λαζάρου», η χαζή, και να ‘μαστε τώρα…
Έρχεται με ύφος αποφασιστικό, δίνει 2-3 οδηγίες, να μπει πλυντήριο, να βγει πλυντήριο, να μαζευτούν τα περιφερόμενα ρούχα και είναι έτοιμη να μπει στο πεδίο της μάχης (εγώ ξέρω τι μας περιμένει, εκείνη δεν έχει πλήρη εικόνα, τώρα αρχίζει το σόου).
– Έλα, πάμε, μη σε βλέπω να χαζεύεις, φέρε εδώ αυτά, σε 1 ωρίτσα θα ‘χουμε τελειώσει!
– Νικούλα μου, δεν υπάρχει καμία περίπτωση να έχουμε τελειώσει, ίσα που θα έχουμε αρχίσει, δεν ξέρεις…
– Τι λες, παιδάκι μου, τίποτα δεν είναι, τώρα θα δεις!!!
– …

Και ανοίξαμε τη μία ντουλάπα, τη μονόφυλλη. Και μας πήρε μισή ωρίτσα από μόνη της και ανακαλύψαμε μέσα μέχρι και μια κατσαρόλα, που την είχα χάσει από πρόπερσι και είδα τη Νικούλα μου να φλερτάρει με το εγκεφαλικό, αλλά την καθησύχασα ότι ήξερα πού είναι, απλά δε χώραγε στο ντουλάπι της κουζίνας… Δεν το έχαψε, έβλεπα την απελπισία να ξεχειλίζει από παντού, ίδρωνε με αναμμένο το air-condition, τι να την κάνω, εγώ προειδοποίησα!
Κάποια στιγμή πέσαμε πάνω σε ένα ωραίο φορεματάκι – που είχα ξεχάσει την ύπαρξή του – και διαπιστώσαμε ότι είχε ξηλωθεί σε ένα σημείο. Κοιταχτήκαμε με βλέμμα συνωμοτικό και συνεννοηθήκαμε αμέσως. Ώρα για το βαρύ πυροβολικό, την κυρά – Πίτσα (αγαπημένη γειτόνισσα νούμερο 2, σε ρόλο γιαγιάς, μένει δίπλα μου με τον άντρα της, τον κύριο Ευριπίδη, τους προσέχει και τους δύο η Νίκη).

Ειδοποιείται, λοιπόν, η γιαγιά αμέσου δράσεως, σκάει μέσα με ύφος κομάντο που έχει αναλάβει αποστολή και … βλέπει τη γάτα. «Πού είναι το κοριτσάκι μου, πού είναι το κουκλάκι μου, να το χαρώ εγώ…»
Θεωρώντας ότι μιλάει σε μένα, βγαίνω από την κουζίνα να την υποδεχτώ, «εδώ είμαι κυρά – Πίτσα μου, έρχομαι αμέσως…» , της λέω, «α, Ζωούλα, είσαι κι εσύ εδώ;», μου απαντάει, ωραία περνάμε, το τόνισα αυτό;
«Βρες κλωστή και βελόνα, παιδί μου, με τι θα ράψει η γυναίκα, με το σάλιο της;» μου λέει η Νίκη και τσακίζομαι να βρω το κουτί με τα ραφτικά, – που παίζει να είναι και στο πατάρι ξέρω ‘γω, γιατί ράβω και κάθε μέρα, ως γνωστόν – και της το φέρνω.
«Πέρνα την κλωστή στη βελόνα», μου λέει η κυρά – Πίτσα, αλλά κανείς δε μου αποκαλύπτει τον βαθμό δυσκολίας του εγχειρήματος και με κοιτάνε και οι δύο σαν να είμαι ούφο, ενώ εγώ παλεύω να βρω την τρύπα.
«Άστο, φέρε εδώ», λέει ελαφρώς εκνευρισμένη με την αχρηστία μου η κυρά – Πίτσα, περνάει την κλωστή με μία κίνηση και αρχίζω να τη βλέπω όντως σαν κομάντο, πού το είδε με τη μία το θηρίο, τι να πω…

Προσφέρομαι να φέρω παγωτό, πάω στην κουζίνα, μπολάκια δεν υπάρχουν ούτε για δείγμα – αλλά ίσως βρεθούν λίγο αργότερα, στο συρτάρι με τις κάλτσες ας πούμε – οπότε θα φάμε παγωτό σε φλιτζάνι του τσαγιού η μία, σε κούπα η άλλη, στο πιατάκι της γάτας, εγώ.

Κάποια στιγμή, η κυρά – Πίτσα συνειδητοποιεί ότι της έβαλα πολύ, δεν κάνει να το φάει όλο και η Νίκη λέει να το δώσουμε στον κύριο Ευριπίδη, για να μη λιώσει (πρέπει να τον ξύπνησαν τον άνθρωπο, να τον τάισαν το παγωτό με το στανιό, για να μη λιώσει, είπε «ευχαριστώ» μες στον ύπνο του, δεν πνίγηκε, όλα καλά).

Και κάπου εκεί, στην πολλή ηρεμία πριν την έκρηξη, σκάει η κυρά – Πίτσα την ατάκα:
– Πάω να πάρω τα φάρμακά μου, πέρασε η ώρα…
(Βλέπω τη Νίκη να παίρνει φωτιά και το βουλώνω, ό,τι και να πω δε θα βοηθήσει τώρα, είναι ήδη αργά.)
Ποια φάρμακά σου, κυρά – Πίτσα, δε στα έδωσα εγώ πριν από λίγο;
– Πότε καλέ, αφού ήσουν εδώ, πώς μου τα έδωσες;;;
– Δεν ήρθα δίπλα και τα έδωσα και στους δυο σας, να, ρώτα και τη Ζωή, δεν πήγα δίπλα, παιδί μου;
– Η αλήθεια είναι ότι ήρθε κυρά – Πίτσα μου, το είδα κι εγώ, μήπως ξεχαστήκατε…
– ΚΑΙ ΝΑ ‘ΡΘΕΣ, ΦΑΡΜΑΚΑ ΔΕ ΜΑΣ ΕΔΩΣΕΣ!
– ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΚΑΛΑ ΠΟΥ ΔΕ ΣΑΣ ΕΔΩΣΑ, ΕΧΩ ΞΕΧΑΣΕΙ ΕΓΩ ΠΟΤΕ ΤΑ ΦΑΡΜΑΚΑ ΣΑΣ;;;

( Σε αυτή τη φάση, η γάτα έχει χωθεί κάτω από τον καναπέ, εγώ κάτω από το γραφείο μου και προσευχόμαστε και οι δύο.)

Η συνομιλία συνεχίζεται σε τόνους που κάνουν τον κύριο Ευριπίδη να μας βαράει κουδούνια, η γειτονιά έχει βγει στα μπαλκόνια και αναμένει εξελίξεις, το καναρίνι της διπλανής χτυπιέται στο κλουβί, τα κορίτσια μου ακάθεκτα συνεχίζουν, μέχρι που κάποια στιγμή, η κυρά – Πίτσα παίρνει μια ανάσα και λέει:
«Ωραίο πράγμα να έχεις παρέα, δυο ανθρώπους να πεις μια κουβέντα, να νιώσεις καλά, βρε παιδί μου…»
«Το συζητάς, κυρά – Πίτσα μου; Κοίτα την κυρά – Σωτηρία, απέναντι, που είναι μόνη της, δεν έχει άνθρωπο δικό της να μιλήσει…», απαντάει και η Νίκη.

(Ξεμυτίζω από το γραφείο και τις κοιτάζω εξεταστικά…)
«Ρε κορίτσια, ας τη φέρνουμε εδώ τη γυναίκα, μην είναι μόνη της, γιατί να μην της κάνουμε εμείς λίγη παρέα…;»

«Είναι καλός άνθρωπος, αλλά να μωρέ… δεν ακούει πια καθόλου και θα πρέπει να φωνάζουμε πολύ. Μη μας ακούει και η πολυκατοικία, για να πιούμε έναν καφέ!!!»

Κάπου εδώ, I REST MY CASE…

Και εις άλλα με υγεία!!!