Έβγαλε τη μάσκα από το πρόσωπό της και κοίταξε για άλλη μια φορά στον καθρέφτη. Είχαν δίκιο όσοι έλεγαν πως δεν άλλαξε καθόλου μετά από τόσα χρόνια. Ούτε ένα σπάσιμο, ούτε μια μικρή ρυτίδα. Σαν να μην πέρασε από πάνω της ποτέ ο χρόνος, σαν τα σημάδια του να μην έμειναν, να επουλώθηκαν αμέσως με βρεφικής αναπλαστικής ικανότητας του δέρματος ταχύτητα. Κοίταζε το πρόσωπό της στον καθρέφτη και σχεδόν καμάρωνε τη λεία επιδερμίδα, τις αψεγάδιαστες γραμμές. Χαλάλι τα λεφτά σε κρέμες και λοσιόν και μάσκες και περιποιήσεις απο επαγγελματίες. Πόσο αναλλοίωτη έμεινε!

Αναλλοίωτη σαν άλλος Ντόριαν Γκρέυ. Έσβησε το φως και το είδωλό της χάθηκε από τον καθρέφτη. Κάθισε επάνω στο κρεβάτι με τα πόδια της διπλωμένα στο στήθος και το κεφάλι να ακουμπάει στα γόνατά της. Ο χρόνος ήταν εκεί. Ήταν εκεί και χαιρέκακα γελούσε κάθε φορά που έφερνε στην επιφάνεια ένα σημάδι του. Αυτά τα σημάδια τα αναλλοίωτα. Σαν άλλος Ντόριαν Γκρέυ, το λαμπερό της πρόσωπο συσπάστηκε βλέποντας τις ρυτίδες μέσα της. Ρυτίδες, ραβδώσεις, πληγές, ραγάδες, όλα εκεί να της θυμίζουν πως τα χρόνια που πέρασαν μόνο αναλλοίωτη δεν την άφησαν. Η παιδικότητα που έφυγε την πρώτη στιγμή που αποφάσισε πως δεν έπρεπε να αφεθεί στην αλλοίωση της επιφάνειάς της αποτελούσε τη θυσία για το αρυτίδωτο πρόσωπο με το παιδικό χαμόγελο που έκανε τους άλλους να τη θυμούνται λέγοντας “Ίδια έμεινες. Δεν άλλαξες.”. Σκυφτή πάνω στα γόνατά της έβλεπε τον χρόνο να την κοιτάζει υπεροπτικά, γιατί θέλησε να τον ξεγελάσει προσπαθώντας να διατηρήσει την όψη της αναλλοίωτη. Της κουνούσε με νόημα τον δείκτη, γιατί άφησε την αθωότητά της έρμαιο στη ματαιοδοξία της φιληδονίας τη στιγμή που έκανε τη σαγήνη προορισμό της.

Σαν άλλος νεαρός Ντόριαν Γκρέυ, αψεγάδιαστη. Αναγνωρίσιμη και θεωρητικά προβλέψιμη. Απατηλά προβλέψιμη ωστόσο, γιατί στο βωμό της αναλλοίωτης επιφάνειας θυσίασε την ψυχή της. Φενάκη. Ματώνοντας το εσωτερικό της και αναλώνοντάς το σε ανίερες, απάνθρωπες μάχες διατήρησε αναλλοίωτη την όψη της. Γερασμένη ψυχή εγκλωβισμένη σε ένα αλώβητο φαίνεσθαι.

Σηκώθηκε και πήγε ξανά στον καθρέφτη σέρνοντας τα κουρασμένα της μέλη. Κοίταξε στο ημίφως το γερασμένο πρόσωπό της που της αντιγύριζε ένα βλέμμα παγωμένο, ανέκφραστο. Δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια του και το είδωλο αποδομούνταν με την ροή τους ανοίγοντας αυλάκια, ουλές. Άπλωσε το χέρι της να χαϊδέψει τις ρυτίδες και ένα ουρλιαχτό ακούστηκε μέσα στη νύχτα. “Μηηη!! Αρκετά!! Δεν μπορείς πια να ακουμπήσεις το χρόνο!! Δεν μπορείς να τον ξεγελάσεις!!”.

Γονάτισε, λύγισε τη ραχοκοκαλιά της ώσπου το μέτωπό της ακούμπησε στο παγωμένο πάτωμα. Άρχισε να αποσυντίθεται. Σώμα, πρόσωπο, ψυχή αρμονικά πια δέθηκαν μεταξύ τους σε ένα προσχεδιασμένο όλον, για να σβήσουν εκεί σαν ένα. Γιατί ο άνθρωπος είναι αδιαίρετος. Σωμα και ψυχή ταξιδεύουν μαζί ακόμα και όταν το ένα προδίδει το άλλο. Σαν άλλος Ντόριαν Γκρέυ.