Σαν τον σκύλο με τη γάτα

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

«Τι κάνεις τόση ώρα και δεν ανοίγεις; Ξεπάγιασα να περιμένω!»

«Ναι, δεν το ‘ξερα να τρέχω κιόλας!»

«Σωστά, με το ένα πόδι στον τάφο πώς να τρέξεις!»

«Μπα που κακό χρόνο να ‘χεις! Λέγε, τι θες;»

«Δε μου λες, τι θα γίνει μ’ αυτή την πόρτα; Θα τη λαδώσεις καμιά ώρα; Πάλι έτριζε με τον αέρα και δε μ’ άφησε όλη νύχτα να κλείσω μάτι!»

«Σιγά που άκουγες το τρίξιμο της πόρτας! Κουφάλογο! Εσύ βρε βόμβες να πέφτουνε, χαμπάρι δεν παίρνεις!»

«Ποιος το λέει αυτό; Εγώ δεν ακούω; Εγώ;»

«Εσύ!»

«Α για να σου πω…»

Σχεδόν κάθε πρωί ο ίδιος διάλογος! Έτσι ξεκινούσε την ημέρα του ο Παύλος. Καθώς ετοιμαζόταν για τη δουλειά, του κρατούσαν συντροφιά οι απολαυστικοί καβγάδες των δύο γυναικών που τα σπίτια τους ήταν κολλητά το ένα με το άλλο, απέναντι ακριβώς από το δικό του. Τριάντα πέντε χρονών είχε φτάσει ο ίδιος κι από μικρό παιδάκι θυμόταν τους καβγάδες της Σοφίας και της Παναγιώτας να προσφέρουν θέαμα στη μικρή τους γειτονιά! Και το μεσημέρι που σχολούσε, μία από τα ίδια:

«Τι θα γίνει, θα τελειώνεις καμιά ώρα μ’ αυτά τα πιάτα να κοιμηθούμε και λίγο; Μας πήρες τ’ αφτιά πια!»

«Μην ανησυχείς, όπου να ‘ναι θα κοιμηθείς τον αιώνιο ύπνο και θα ξεκουραστείς μια και καλή!»

«Μπα που να φας τη γλώσσα σου γρουσούζα! Τελείωνε με το ντάκα ντούκα σου λέω!»

Αν κάποιος τις άκουγε μόνο, χωρίς να τις γνωρίζει πραγματικά, θα ήταν βέβαιος πως οι δυο γειτόνισσες, μισούσαν η μία την άλλη. Όμως στην πραγματικότητα, η Σοφία και η Παναγιώτα ήταν δύο πολύ αγαπημένες φίλες. Ήταν στήριγμα η μία για την άλλη, παρέα και παρηγοριά. Οι καβγάδες απλώς ήταν το παιχνίδι τους, το αλατοπίπερο της καθημερινότητάς τους… Και τους ζούσαν πραγματικά! Συγχίζονταν, ανέβαζαν πίεση κάθε φορά!

Όταν η Παναγιώτα έχασε τον άντρα της ήταν πολύ νέα. Μια σπάνια αρρώστια είχαν πει τότε οι γιατροί. Η μοναχοκόρη της ήταν ακόμα μωρό. Με κόπους και με θυσίες, η Παναγιώτα κατάφερε να αναθρέψει το κορίτσι της. Ώσπου έγινε ολόκληρη γυναίκα και η ζωή την πήρε πολύ μακριά από τη μάνα της. Στην Αμερική την περίμενε μια λαμπρή καριέρα. Κι η Παναγιώτα έσπρωξε το παιδί της να ανοίξει τα φτερά του. Ποτέ δε σκέφτηκε να την κρατήσει πίσω για να μη μείνει μόνη. Ούτε και να την ακολουθήσει στην άλλη άκρη του κόσμου, όπως χίλιες φορές της είχε προτείνει η κόρη της.

«Αυτή η ζωή είναι δική σου και πρέπει να τη ζήσεις. Δε με χρειάζεσαι πια. Θα σε στηρίζω για πάντα με όλες μου τις δυνάμεις, μα δε θα σου γίνω βάρος ποτέ. Εμένα η ζωή μου είναι εδώ. Θα τα καταφέρω και μονάχη μου, μην ανησυχείς για μένα. Θα σ’ αναζητώ κάθε μέρα και πιο πολύ, μα θα χαίρομαι για σένα. Πήγαινε κόρη μου ν’ ανοίξεις τα φτερά σου!» της είχε πει την τελευταία φορά η Παναγιώτα κι ύστερα δε συζήτησαν ξανά γι’ αυτό.

Όταν την αποχαιρέτησε, η Παναγιώτα έκλαιγε για μια βδομάδα απαρηγόρητη. Είχε κλειστεί στο σπίτι και δεν ήθελε να δει κανέναν. Η Σοφία κάθε μέρα της χτυπούσε την πόρτα κι εκείνη την έδιωχνε. Ύστερα της άφηνε ένα μπωλ με φαγητό σε μια σακούλα κρεμασμένη στο χερούλι της πόρτας, μα την επόμενη μέρα το έβρισκε ακόμα εκεί. Μέχρι που η Παναγιώτα έλαβε τα πρώτα νέα από την κόρη της. Ήταν ενθουσιασμένη! Είχε κιόλας λατρέψει τη νέα της ζωή. Είχε προσαρμοστεί πλήρως και περνούσε υπέροχα. Τότε η Παναγιώτα άνοιξε όλα τα παντζούρια του σπιτιού να μπει φως και καθαρός αέρας. Επιτέλους ανάσανε λίγο πιο εύκολα. Κι αμέσως φώναξε τη Σοφία για να της πει τα νέα.

Η Σοφία δεν παντρεύτηκε ποτέ. Ένας αποτυχημένος αρραβώνας στα νιάτα της, τη σημάδεψε και ούτε που ήθελε να ακούσει για γάμους και οικογένειες. Άλλωστε ποτέ δεν είχε φανταστεί τον εαυτό της σα μάνα. Δούλευε για πολλά χρόνια ως γραμματέας σε ένα ιατρείο κι ονειρευόταν την ώρα που θα έπαιρνε τη σύνταξή της και θα ταξίδευε σε όλον τον κόσμο.

Ή Σοφία ήταν διαβητική. Μα ήταν και γλυκατζού και υπέφερε με τον περιορισμό. Η Παναγιώτα είχε ανακαλύψει ένα ζαχαροπλαστείο που έφτιαχνε γλυκά για διαβητικούς. Μια φορά την εβδομάδα λοιπόν, περπατούσε σαράντα λεπτά για να πάει κι άλλα τόσα για να γυρίσει, μόνο και μόνο για να αγοράσει γλυκά που θα μπορούσε να φάει η φιλενάδα της.

«Ορίστε, φάε κανένα γλυκάκι μπας και σου φύγει η ξινίλα!» της έλεγε κάθε φορά που άφηνε την κούτα μπροστά της.

«Ναι, είδαμε κι εσένα που τρως τις σοκολάτες δυο – δυο! Μέλι στάζεις!» απαντούσε η Σοφία μπουκωμένη.

Ώσπου η Παναγιώτα αρρώστησε… Κι η κόρη της από την άλλη άκρη του κόσμου πώς να τη βοηθήσει; Μονάχα η Σοφία στάθηκε πλάι της, μέρα και νύχτα. Στα δύσκολα και στα ακόμη χειρότερα…

«Άντε τελείωνε με τις αρρώστιες και τις αηδίες, κανάκεμα θες, πες την αλήθεια!» έλεγε και την αγκάλιαζε.

«Ώχου πάλι με τις αγκαλιές, κοριούς θα πιάσουμε! Κάνε πιο πέρα!» έλεγε και την έσφιγγε λίγο παραπάνω η Παναγιώτα.

Κι η Σοφία ένιωθε τον φόβο της. Τον έβλεπε στη ματιά της όταν χανόταν στο κενό. Τον άκουγε στην βαριά της ανάσα. Τον αφουγκραζόταν στις σιωπές της. Και προσπαθούσε, αλήθεια προσπαθούσε πολύ να της τον πάρει. Να τον διώξει μακριά. Δεν άντεχε να την βλέπει να υποφέρει. Κι ήταν πάντα κοντά της. Σε όλες τις θεραπείες, σε όλες τις επεμβάσεις, εκείνη ξενύχτησε μαζί της κάθε νύχτα που έμεινε στο νοσοκομείο.

Κι η Παναγιώτα προσπαθούσε να αστειεύεται με τα πάντα για να ξορκίσει το σκοτάδι που είχε πλακώσει και τις δυο τους. Γιατί έβλεπε ότι η φιλενάδα της ανησυχούσε, όσο κι αν το έκρυβε. Κι όταν την έβλεπε να χάνει τον έλεγχο, η Παναγιώτα ήταν εκείνη που έσφιγγε τα δόντια και ξεκινούσε έναν ακόμα καβγά, από εκείνους που τις έτρεφαν όλη τους τη ζωή. Κι η Σοφία ποτέ δεν έδειξε να τη λυπάται, ούτε λίγο δεν άλλαξε η συμπεριφορά της. Άλλωστε η Παναγιώτα ήταν τόσο δυνατή, που δεν άφηνε τέτοια περιθώρια.

Μόνο όταν άρχισε να χάνει τα μαλλιά της λύγισε… Έκλαψε πολύ στην αγκαλιά της φίλης της, σα μωρό παιδί. Το κορμί της τράνταζε από τους λυγμούς, θαρρείς και ξαφνικά άφησε να ξεχυθούν από μέσα της όλα όσα την έπνιγαν. Κι όταν συνειδητοποίησε πως κι η Σοφία έκλαιγε, η Παναγιώτα σκούπισε γρήγορα τα μάτια της και είπε αυστηρά:

«Γιατί κάνουμε έτσι τώρα; Για πέντε τρίχες; Ντροπή! Τρίχες είναι! Χαζέψαμε τελείως μου φαίνεται. Άντε τώρα σύνελθε!»

Την άλλη μέρα η Σοφία πήγε στο νοσοκομείο με το κεφάλι της ξυρισμένο! Όταν την αντίκρισε η Παναγιώτα, της κόπηκε η ανάσα…

«Τι πήγες κι έκανες; Είσαι τρελή;» κατάφερε με κόπο να αρθρώσει.

«Σώπα καλέ, τρίχες είναι!» γέλασε η Σοφία, μα η Παναγιώτα έκλαιγε με αναφιλητά, χωρίς να μπορεί να πει κουβέντα.

Η Σοφία κρατήθηκε, δεν έτρεξε να την αγκαλιάσει όπως ήθελε να κάνει. Έσφιξε τα δόντια και κατάπιε τον λυγμό που της ανέβηκε στον λαιμό.

«Τώρα λες να πάρουν τα μυαλά μας αέρα;» είπε ανέμελα και είδε το κλάμα της Παναγιώτας να γυρίζει σε γέλιο δυνατό.

Γέλασαν για ώρα και οι δύο και τα μάτια της Παναγιώτας ήταν γεμάτα ευγνωμοσύνη.

***

Ο Παύλος εκείνο το πρωί είχε ένα χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του. Όπως κάθε χρόνο τέτοια μέρα! Κράτησε την Ισμήνη σφιχτά από το χέρι και χάιδεψε τη φουσκωμένη της κοιλιά. Είχαν ραντεβού στον γιατρό σε λίγη ώρα, μα πρώτα θα περνούσαν από το σπίτι της Παναγιώτας. Μια σύντομη επίσκεψη κάθε χρόνο, πρωί πρωί, με μια αγκαλιά λουλούδια. Για να δώσουν μια ευχή και να πάρουν λίγη αισιοδοξία…

Οι φωνές των δυο γυναικών ακούγονταν από την αυλή, όπως πάντα. Η Ισμήνη δεν παραξενευόταν πια, όπως τον πρώτο καιρό που είχε μετακομίσει στο σπίτι του Παύλου και άκουγε τους καβγάδες τους. Τώρα πια είχε καταλάβει πως εκείνες οι δύο είχαν έναν δικό τους κώδικα επικοινωνίας.

«Δε με παρατάς λέω εγώ, που θα κάτσω να με κάνεις ρεντίκολο επειδή εσύ είσαι παλαβή!» φώναζε η Παναγιώτα.

«Πάψε πια βρε στραβόξυλο! Γιορτή έχουμε σήμερα!»

«Το μυαλό σου και μία λίρα, ξεμωραμένη!»

«Θα κάτσεις τώρα ήσυχη να σε βγάλω μια φωτογραφία; Πώς δουλεύει αυτό το μαραφέτι; Αχ να, πάνω στην ώρα! Παύλο αγόρι μου, πες της κάτι κι εσύ!» η Σοφία είδε τον Παύλο να μπαίνει από τη μισάνοιχτη πόρτα.

«Μπα που να σου πει ο παπάς στ’ αφτί, παλαβιάρα!» μουρμούρισε μέσα από τα δόντια της η Παναγιώτα.

«Σώπα πια, ρεζίλι με έκανες στο κορίτσι!» ψιθύρισε η Σοφία μόλις είδε την Ισμήνη να μπαίνει πίσω από τον Παύλο.

«Εγώ βρε σ’ έκανα ρεζίλι ή εσύ; Καλώς την κούκλα μας!»

Η Ισμήνη χαμογελούσε ευγενικά.

«Ποιο είναι το πρόβλημα κορίτσια, δεν καταλαβαίνω;» είπε ο Παύλος.

«Άκου να δεις αγόρι μου, σαν σήμερα όπως ξέρεις, πριν από τρία χρόνια τούτη ‘δω η αγγελοκρουσμένη…»

«Νίκησε το θεριό, ξέρω!» διέκοψε ο Παύλος. «Χίλια μπράβο και σιδερένια κυρία Παναγιώτα! Αυτά είναι για σένα!» είπε και ακούμπησε την ανθοδέσμη στο τραπέζι.

Η Παναγιώτα χαμογέλασε, μα δεν πρόλαβε να τον ευχαριστήσει, η Σοφία τη σταμάτησε.

«Υποσχέθηκα λοιπόν τότε, πως κάθε χρόνο τέτοια μέρα θα το γιορτάζουμε και θα τη βγάζω μια φωτογραφία για να τη στέλνω στην κόρη της. Ε δεν κάθεται να την χτενίσω λίγο, μη βγει σαν την κακιά τη μάγισσα και τρομάξει το παιδί!»

«Λύσσαξε πια! Σιγά μην κάτσω να μου κάνει και περμανάντ για μια φωτογραφία!»

«Μία ζωή ξεροκέφαλη, αλλά βέβαια τι περίμενα; Τώρα θα σε μάθω…»

«Εγώ βρε είμαι ξεροκέφαλη ή εσύ;»

«Εγώ; Δεν ξέρεις τι σου γίνεται!»

«Αν έρθω εκεί θα δεις!»

«Έλα αν σου βαστάει..»

Ο Παύλος και η Ισμήνη είχαν βγει από την αυλόπορτα κι ακόμα άκουγαν τις φωνές τους.

«Κάποια πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ!» γέλασε ο Παύλος καθώς έμπαινε στο αυτοκίνητο. «Ευτυχώς δεν αλλάζουν ποτέ…» πρόσθεσε και κράτησε εκείνο το χαμόγελο στα χείλη του…

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook