Την αγαπώ την αυλή μας. Έχει μια μεγάλη συκιά και μια νεραντζιά με μερικά μπάσταρδα κλαδιά που βγάζουν λίγα λεμόνια. Κάτι πρασινάδες κι ένα δεντρί με λεπτά άσπρα λουλουδάκια. Μοσχοβολάνε τις νύχτες του καλοκαιριού. Γύρω της έχει τους ακάλυπτους από τα γειτονικά τριώροφα και παρότι μέσα στην πόλη, δίνει την αίσθηση επαρχίας. Την αγαπώ την αυλή μας. Την ησυχία και την γαλήνη της. Το θρόισμα του αέρα στα φύλλα, τα πουλιά που ξεκουράζονται στα δέντρα μας, τον απέναντι που φταρνίζεται σαν να γίνεται έκρηξη με τόνους εκρηκτικά. Πάντα του φωνάζω “γείτσες” μια φορά δεν είπε ένα ευχαριστώ το γαϊδούρι. Κι ύστερα που φυσάει τη μύτη του λες και ακούω ελέφαντες να φυσάνε τις προβοσκίδες τους. Τον αγαπώ.

Και την κοπέλα στην γωνία που στεγνώνει τα μαλλιά της με τι πιστολάκι, κάθε βράδυ στη μία, δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο και ακούγεται στον πέρα μαχαλά. Την αγαπώ.

Και το ζευγάρι με τα μωρά που δεν τους έφτανε το ένα, έκαναν στα καπάκια και το δεύτερο. Ξέρω πότε χέστηκαν, αν πεινάνε, αν νυστάζουν, πότε έβγαλαν δοντάκια, ποια ήταν η πρώτη τους λεξούλα, ότι χορεύουν τη γιαγιά στο ταψί και ουρλιάζουν στο μπαλκόνι γιατί δεν τα άφησε να φάνε τις μύξες τους. Στα αυτιά μου μέσα μεγάλωσαν. Στην βάφτιση όμως δεν μας κάλεσαν… δεν πειράζει. Τους αγαπώ.

Και την γιαγιά τους που μένει από πάνω και τηγανίζει συνέχεια. Τάμα το ‘χω μια μέρα το σπίτι μας, να μην μυρίζει τηγανίλα. Κι εκείνο το κλιματιστικό τους δουλεύει κάθε βράδυ όλο το καλοκαίρι. 24 βαθμούς έχει, ούτε ανεμιστήρα δεν ανάψαμε, αλλά το κλιματιστικό εκεί. Σαν παλιό, χαλασμένο ψυγείο χασάπικου κάνει το δόλιο. Την αγαπώ.

Και την υστερική πενηντάρα στην άλλη γωνία που μέχρι να βγει από την κλιμακτήριο θα έχουμε πέσει όλοι στα σκληρά. Ξέρω ότι έχει μεγάλη αδυναμία στον κανακάρη της και δεν του χαλάει χατίρι. Λίγο στον άντρα της ξεσπάει “Μη μιλάς είπα! Γιατί άνοιξες το παράθυρο; Γιατί έκλεισες το παράθυρο; Αυτό δεν θα περάσει έτσι! Πάλι παράτησες την κούπα σου να ξεραθεί; Θα το φας και θα πεις κι ένα τραγούδι”. Και λίγο στην μάνα της που μένει από κάτω. Τα ίδια λέει και σ’ αυτήν. Ας είναι καλά πάντως. Την αγαπώ.

Και την μάνα της που μένει από κάτω. Όταν πέρδεται, με το συμπάθιο, τρίζουν τα τζάμια και ψάχνουμε στις ειδήσεις για το επίκεντρο του σεισμού. Τα αποτελέσματα φανερά και στις τεράστιες άσπρες βράκες όταν κρέμονται απλωμένες στο σκοινί. Πορδίτσα την πορδίτσα σκούρυνε και έβαψε το βαμβάκι. Γερή να είναι. Την αγαπώ.

Και τα παιδιά με το συνεργείο στον πίσω δρόμο. Ήσυχα και νοικοκυρεμένα. Με το μπινελίκι κάτω από την γλώσσα, “να σου γαμήσω, γαμώ το κεφάλι, είσαι τελείως μαλάκας βρε αρχίδι, θα σου βάλω το γαλλικό στον κώλο και θα σου βγει από το στόμα”. Και εργατικά. Βιδώνουν, Βαράνε, κοπανάνε όλη μέρα. Πρέπει να λιώνουν στην κούραση… Τους αγαπώ.

Την αγαπώ την αυλή μας. Φύτεψα κι εγώ το κάτι τις μου να έχει και τη δίκη μου νότα. Έβαλα και αυτόματο σύστημα. Μπορώ να το ενεργοποιήσω από το κινητό και να το ρυθμίσω μέχρι δευτερόλεπτο. Λυπάμαι που θα αφήσω την αυλή μας και τους αγαπημένους γείτονες. Μα δεν θα τους νοιάξει, το ξέρω. Δεν θα προλάβουν να καταλάβουν από που τους ήρθε! Μπουμ και τέλος! Άντε γιατί ως εδώ με έχετε φέρει! Τι είναι ρε τα νεύρα μου, κορδόνια να τα τραβάτε; Λάστιχα να τα τεντώνεται; Κλωστούλες είναι και σπάνε! Στα τσακίδια γαϊδούρια!

Ακούω το φορτηγό της μεταφορικής. Πρέπει να φύγω. Αλλά δεν θα σας πω που θα πάω. Ίσως έρθω στη δίκη σας γειτονιά.

Αγάπες μου.