Λένε ότι το όπλο, όπως κι αν το κρατήσεις, με όποιον στόχο κι αν έχεις απέναντί σου, ένα πράγμα έχει σημασία.
Να είσαι έτοιμος να πυροβολήσεις.
Μεγάλο ή μικρό, εξάσφαιρο κλασικό ή αυτόματο, κατά ριπάς ή μία-μία, οι σφαίρες θα φύγουν, θα χτυπήσουν κι εσύ πρέπει να είσαι έτοιμος να δεχτείς τις συνέπειες.

Δίκιο έχουν όσοι τα λένε αυτά. Εγώ δεν ήξερα αν ήμουν έτοιμος όμως.
Το χέρι μου είναι σταθερό, η κάννη έχει από ώρα βρει τον στόχο της, το μυαλό μου όμως ταξιδεύει. Περνάει μέσα από φωτογραφικό άλμπουμ το οποίο απεικονίζει εικόνες του παρελθόντος, κάποιες πολύχρωμες, κάποιες ασπρόμαυρες.
Εικόνες που με οδήγησαν σ’ αυτό το σημείο, στο σημείο να σκοπεύω να πάρω την ζωή της γυναίκας που αγαπώ όσο τίποτα στον κόσμο.
Πώς όμως έφτασαν τα πράγματα ως εδώ;

Δεν είχα μεγάλες βλέψεις στο Σώμα. Γιος αστυνομικού, χωμένος από μικρός σε περιπολίες και ολονυχτίες με τη μάνα μου να περιμένει τον πατέρα μου να γυρίσει. Δε θέλει και πολύ, κλασικό σενάριο οικογενειακής ευτυχίας. Ακόμα και την τελετή προαγωγής μου σε υπαστυνόμο είχαν φροντίσει να κάνουν ταυτόχρονα με την συνταξιοδότηση του πατέρα μου.
Η Αναστασία δούλευε στο μαγειρείο απέναντι από το τμήμα. Κουρασμένοι από τις βάρδιες και αηδιασμένοι από το σάπιο φαγητό του δρόμου, πού και πού αποφασίζαμε να φάμε τα σπιτικά κι υπέροχα φαγητά της. Ήταν η “Αναστασούλα” μας. Το κορίτσι με το μαργαριταρένιο χαμόγελο και τις καστανές μπούκλες. Κάθε φορά που έπαιρνα φαγητό «πακέτο», μου έβαζε και λίγο ψωμί παραπάνω, ένα κομματάκι τυρί, λίγο κρασί σε ένα πλαστικό μπουκαλάκι. Και πάντα μου χάιδευε απαλά την γεμάτη ρόζους παλάμη μου την ώρα που έπιανα την σακούλα.
Μου πήρε καιρό να της ζητήσω να βγούμε οι δυο μας. Την ήξερε όλο το τμήμα, δεν γούσταρα περίεργα κουτσομπολιά. Ένα βράδυ λοιπόν, την ώρα που έπαιρνα φαγητό για το σπίτι, της ζήτησα να έρθει να μαγειρέψουμε και παρέα. Δέχτηκε με μεγάλη χαρά.

Οι μέρες κι οι νύχτες κύλησαν στην πορεία σαν τσουλήθρα σε λούνα παρκ. Ένταση, πάθος, έρωτας, ξενύχτια, κλεφτές ματιές, φιλιά στο πεταχτό. Ο πατέρας της Αναστασίας, που είχε το μαγειρείο, ήταν άνθρωπος αρχοντικός, παλαιών αρχών και με βαρύ ιστορικό. Όταν του ανακοίνωσε η κόρη του ότι βγαίνουμε μου ζήτησε να τα πούμε ιδιαιτέρως.
«Γρηγόρη, άκουσε παιδί μου. Εγώ θα στα πω χύμα και τσουβαλάτα. Την Τασούλα μου την αγαπώ όσο τίποτα στον κόσμο. Δε θα μπω εμπόδιο στην ζωή της αλλά ξέρω ότι η δουλειά σας έχει τους κινδύνους της. Τόσα σώματα έχω ταΐσει, έχω δει τι χάνουν, τι περνάνε, τι κουβαλάνε. Ένα πράγμα θέλω να μου υποσχεθείς ότι οτιδήποτε συμβεί, ΟΤΙΔΗΠΟΤΕ, θα σκεφτείς πρώτα αυτήν και την οικογένεια που ίσως χτίσετε στο μέλλον».
Δε μπορούσα να πω όχι. Σκεφτόμουν σαν ερωτευμένος έφηβος. Τα πάντα για να είμαι με το κορίτσι μου.

Όσο μεγάλωνε η αγάπη μας, τόσο η Αναστασία μου ζητούσε να βρω δουλειά γραφείου για να μην κινδυνεύω. Τόσο εγώ έβλεπα εικόνες από το παρελθόν μου, με την μάνα μου να περιμένει καρτερικά να γυρίσει ο πατέρας μου και σκεφτόμουν ότι, αυτό το πράγμα, δε θα ήθελα να το ξαναζήσω. Ο δρόμος, όμως, με τραβούσε. Η γλύκα της νύχτας, ο κίνδυνος της καταδίωξης, η ιδέα ότι “κάνεις κάτι” ουσιαστικό από το να κάθεσαι και να περνάς αναφορές στο αρχείο.
Μέχρι που γνώρισα τον Παύλο.
Και το χειρότερο δεν είναι ότι τον γνώρισα εγώ αλλά ότι τον γνώρισε κι η μέλλουσα γυναίκα μου.

*

Όταν μετατέθηκε στο τμήμα ήμουν ο πρώτος που τον καλωσόρισε. Ήρθαμε γρήγορα κοντά, μου ανοίχτηκε. Μόλις είχε χωρίσει από μια σχέση δεκαετίας κι ήταν ακόμα χαμένος. Περνούσαμε πολλές ώρες μαζί, τον εμπιστεύτηκα. Πηγαίναμε μαζί στο μαγειρείο κι έτσι του γνώρισα την Αναστασία και τον πατέρα της. Τότε έπιασα κάτι περίεργο στον αέρα, μα δεν μπορούσα να καταλάβω τι ακριβώς κι απλά έδιωξα την σκέψη από το μυαλό μου. Άτιμο ένστικτο…

Εκείνες τις μέρες μόλις που είχα αποφασίσει να κάνω το χατίρι της Αναστασίας μου. Της το είπα και χάρηκε πολύ. Ανακουφίστηκε. Μα δεν πρόλαβα να κρατήσω τον λόγο μου. Μια περίπλοκη υπόθεση με γοήτευσε και δεν μπόρεσα να κάνω πίσω. Μας ανατέθηκε από κοινού με τον Παύλο. Πιο πολύ εκείνος με παρέσυρε μέσα στην υπόθεση. Εκείνος με έπεισε να μην κάνω πίσω. Επέμενε. Κι εγώ δεν ήθελα και πολύ. Έτσι γίναμε συνεργάτες με τον Παύλο. Στην Αναστασία δεν είπα τίποτα, έτσι κι αλλιώς ήταν απόρρητο. Εκείνη πίστευε πως θα κλεινόμουν στο γραφείο. Τελευταία υπόθεση είπα στον εαυτό μου και μετά θα το κάνω, θα τηρήσω την υπόσχεσή μου.

Κι ύστερα πέσαμε με τα μούτρα στην υπόθεση. Πάνω κάτω γνωστό το έργο: Νονός της νύχτας, προστασία σε νυχτερινά μαγαζιά, συμβόλαια θανάτου, εμπόριο ναρκωτικών, ένα τσούρμο μπράβοι ως εκτελεστικά όργανα, ακόμα και διεφθαρμένοι αστυνομικοί μπλεγμένοι. Παράλληλα, ο εγκέφαλος διατηρεί διάφορες «καθώς πρέπει» επιχειρήσεις ως βιτρίνα, για κάλυψη. Κανένας δεν τον έχει δει ποτέ, κανένας δεν ξέρει το πραγματικό του όνομα. Υπεράνω πάσης υποψίας. Όμως εμείς ήμασταν κοντά… Ο Παύλος είχε μια πληροφορία κι έτσι φτάσαμε ως εδώ.

Απόψε θα γινόταν μια μεγάλη συναλλαγή. Παράδοση ενός φορτίου με όπλα πίσω απ’ το καρνάγιο. Η αδρεναλίνη είχε χτυπήσει κόκκινο. Ήμουν περήφανος που είχαμε προχωρήσει τόσο πολύ σ’ αυτή την υπόθεση. Αν τα καταφέρναμε θα ήταν μια τεράστια επιτυχία και για τους δύο. Το φορτίο ερχόταν κι εμείς ήμασταν εκεί. Την ώρα εκείνη ο Παύλος με κοίταξε στα μάτια.
«Γρήγορη, την αγαπάς την Αναστασία;»
«Τι ερώτηση είναι αυτή τέτοια ώρα; Φυσικά, αφού σου έχω πει!» ενοχλήθηκα γιατί με αποσυντόνιζε.
«Δεν κάνει για σένα αυτή η γυναίκα Γρηγόρη…» είπε δειλά κι εγώ έγινα έξαλλος. Μα δεν είναι ώρα για τέτοια.
«Αν και δεν σε αφορά, θα τα πούμε μετά. Συγκεντρώσου στη δουλειά μας τώρα!» του είπα αυστηρά και ένιωθα το αίμα να καίει στις φλέβες μου. Μα προσπάθησα να αφοσιωθώ στον στόχο.

Ήρθε η ώρα της συναλλαγής. Τότε εμφανιστήκαμε. Ακολούθησε ανταλλαγή πυροβολισμών. Ακούω που λένε πως έχει μείνει μόνο μια γυναίκα μπροστά και πυροβολεί. Η κόρη του στόχου μας. Ο Παύλος φάνηκε να ξέρει για εκείνη, μα εγώ για πρώτη φορά άκουσα πως υπάρχει και κόρη μπλεγμένη. Μου είχε κρύψει στοιχεία… Έκανα να βγω από την κάλυψή μας, αλλά ο Παύλος με τράβηξε πίσω λέγοντας μέσα από τα δόντια του «Είσαι καθαρός τελικά γαμώτο…» και βγήκε ο ίδιος. Τον βρήκε μια σφαίρα κι έπεσε κάτω αιμόφυρτος. Δεν πρόλαβα να κάνω τίποτα. Είναι νεκρός.
Βγήκα από την κάλυψη προτάσσοντας το όπλο στον φονιά του συνεργάτη μου. Και τότε πάγωσα. Μα πάγωσε κι εκείνη σαν με αντίκρισε… Πέταξε το όπλο της κάτω.
«Κάνε το καθήκον σου αγάπη μου…» είπε μόνο, με το βλέμμα χαμηλωμένο. Κι εγώ τώρα την σημαδεύω με χέρι σταθερό και μυαλό που ταξιδεύει… Και να, η σφαίρα έφυγε κι εγώ δεν μπορώ να την γυρίσω πίσω…
Μα έχω άλλη μία.

Για μένα.

 

Γιάννης Σιδέρης – Μαργαρίτα Τσεντελιέρου