Ξημερώματα Σαββάτου…ενός χειμωνιάτικου Σαββάτου που έμελλε να αλλάξει τη ζωή της. Καθόταν στο τραπέζι παρέα με ένα ποτήρι και από το ράδιο ακουγόταν η φωνή της Ελένης Δήμου «σε προσκάλεσα στην αγάπη σαν πρώτα, μα προτίμησες να χαθείς μες στα φώτα…»
Είχε φτάσει η μέρα που θα ντυνόταν νύφη…ποιά; εκείνη που πάντα απεχθανόταν τον γάμο και κάθε είδους δέσμευση. Εκείνη που ονειρευόταν καριέρες και εξωτερικά. Την πήρε όμως την απόφαση της και δέχτηκε την πρόταση γάμου αμέσως γιατί είχε έναν άρρωστο πατέρα που εδώ και τέσσερα χρόνια που καθηλώθηκε στο κρεβάτι, κάθε φορά που την κοιτούσε στα μάτια ήταν σαν να την παρακαλούσε να προλάβει να τη παραδώσει νύφη στην εκκλησία και έτσι αποφάσισε να το φορέσει το νυφικό, για τον πατέρα της και τις ικετευτικές του ματιές που ψιθύριζαν πως ο χρόνος του σε αυτή τη γη τελειώνει και ήθελε να την δώσει σε κάποιον που θα την φρόντιζε όπως εκείνος.

Ο χειρότερος εφιάλτης του πατέρα της ήταν να φύγει και να αφήσει το κοριτσάκι του μόνο και απροστάτευτο. Για εκείνον πάντα ήταν το κοριτσάκι του που έτρεχε με μια βούρτσα στο χέρι και καθόταν στην αγκαλιά του για να της χτενίσει τα μαλλιά. Ο χειρότερος εφιάλτης για εκείνη ήταν να τον αποχαιρετήσει νιώθοντας ότι δεν του είχε κάνει το χατίρι να τη δει «αποκατεστημένη». Ήταν αυστηρών αρχών ο πατέρας της αλλά την αγαπούσε μοναδικά, πάντα ήταν το αποκούμπι της, ο φίλος της, ο εξομολόγος της. Α βρε μπαμπά πού να ήξερες πως νιώθει το κοριτσάκι σου

Η αλήθεια είναι πως από έρωτα παντρευόταν, ο Γιάννης ήταν επιλογή της. Τον είχε ερωτευτεί παράφορα, τον είχε αγαπήσει βαθιά. Τόσο βαθιά που όταν οι γονείς της τής ζήτησαν να μην προχωρήσει τη σχέση τους, ήταν η πρώτη φορά που αντιμίλησε, που χτύπησε το χέρι της στο τραπέζι δηλώνοντας πως χωρίς αυτόν θα είναι δυστυχισμένη, τόσο πολύ που από αγωνία μην τον χάσει, κλώτσησε μια υποτροφία για πανεπιστήμιο της Αμερικής. Η ευτυχία της ήταν κοντά του, δεν ήθελε τίποτε άλλο πέρα από αυτόν. Ώσπου αυτός στα ξαφνικά την άφησε μόνη και δυστυχισμένη δυο φορές, στις δυο πιο δύσκολες στιγμές της ζωής της. Πέθαινε ο πατέρας της και με δάκρυα στα μάτια έπαιρνε τον Γιάννη τηλέφωνο για λίγη παρηγοριά μα εκείνος δε το απαντούσε και όταν της απάντησε την κρατούσε φυλακισμένη σε ένα γαϊτανάκι προσμονής και ελπίδας ώσπου αποφάσισε να βρει την αξιοπρέπεια και να φύγει από την άρρωστη αυτή κατάσταση. Και τότε εκείνος γύρισε, γύρισε δηλώνοντας πως πεθαίνει για εκείνη και πως δε πρόκειται να την πληγώσει ποτέ ξανά.

Όμως δεν την κράτησε την υπόσχεση του… έφυγε και δεύτερη φορά, όταν εκείνη πέθαινε και τον παρακαλούσε να μην την αφήσει μόνη στον ανήφορο που είχε μπροστά της, ο Γιάννης όμως δήλωνε πως έχει άλλα σχέδια για τη ζωή του και αυτή δεν χωρούσε πλέον στη ζωή του. Και πάλι, γύρισε και τη δεύτερη φορά με δάκρυα στα μάτια εξομολογούμενος τον έρωτα του. Κάθε φορά εκείνος γύριζε και κάθε φορά εκείνη άνοιγε την αγκαλιά της και τον δεχόταν αλλά στη καρδιά της είχαν φανεί ρωγμές, ρωγμές που πάλευε να κλείσει αλλά το ραγισμένο γυαλί ποτέ δεν κολλάει ξανά απόλυτα σωστά, πάντα μένει με ψεγάδι σαν εκείνο το βάζο της γιαγιάς της που τόσο αγαπούσε και το ‘σπασε κατά λάθος. Ακόμα καμάρωνε στο τραπεζάκι του σαλονιού αλλά αν το κοίταζες προσεκτικά έβλεπες τα σπασίματα που είχε προσπαθήσει να κολλήσει με επιμέλεια, έτσι και η καρδιά της, σπασμένη και επιμελώς κολλημένη.

Και να που αύριο παντρευόταν τον έρωτα της ζωής της. Δεν ήξερε καν αν και εκείνος τον ήθελε αυτό τον γάμο ή το έκανε για να ολοκληρώσει την εικόνα του επιτυχημένου γιάπι. Δεν είχε βοηθήσει σε καμία ετοιμασία, ακόμα και τη νυφική της ανθοδέσμη μόνη της την είχε διαλέξει και μόνη της την είχε πληρώσει. Δεν ήταν ευτυχία αυτό που ένιωθε, είχε μια γλυκόπικρη γεύση στο στόμα της, σαν να ετοιμαζόταν να πηδήξει στο κενό χωρίς να υπάρχει κανένα σκοινί που θα μπορούσε να τη σώσει και να μη γκρεμοτσακιστεί. Το μυαλό της γύριζε, το κεφάλι της πήγαινε να σπάσει καθώς κοιτούσε το βελούδινο κουτάκι μέσα στο οποίο ξεκουράζονταν μακαρίως οι βέρες. Θα μπορούσε να τα τινάξει όλα στον αέρα ακόμα και τώρα, την τελευταία στιγμή αλλά δε θα το έκανε, τον ήξερε τον εαυτό της, θα την φορούσε την βέρα της, την χρυσή αλυσίδα που θα έδενε τη ζωή της. Θυσιαζόταν για να δώσει χαρά στον ετοιμοθάνατο πατέρα της, στον άνθρωπο που αγαπούσε πιο πολύ από τον ίδιο της τον εαυτό. Η θυσία της Ιφιγένειας. Ποιος είπε πως οι κόρες δε θυσιάζονται; θυσιάζονται και αυτές σε θυσίες βαριές…

Ήπιε την τελευταία γουλιά από το ποτήρι της που της έκαψε τα σωθικά και σκούπισε τα δάκρυα της. Για σήμερα έπρεπε να είναι τα τελευταία. Κοίταξε από το παράθυρό της για να δει την πιο γλυκιά ανατολή όλου του χειμώνα λες και ο Θεός ήθελε να γαληνέψει όλο της το είναι, να της υποσχεθεί πώς όλα θα πήγαιναν καλά και θα έφευγε αυτή η μελαγχολία που βάραινε την καρδιά της. Πήρε μια βαθιά ανάσα από αυτές που παίρνουμε πριν βουτήξουμε στα κύματα και άρχισε να ετοιμάζεται για την μεγαλύτερη μέρα της ζωής της. Θα ντυνόταν νύφη, θα φορούσε το καλύτερο χαμόγελό της και θα ευχόταν την ώρα που θα φορούσε τη βέρα να έρθει κάποια θεά να τη πάρει στα σύννεφα…

 

Dum spiro spero