TheBluez.gr » 🤣 The FunnyBluez » Σικ μετανάστρια

Σικ μετανάστρια

Κάτι χρόνια πριν, σ’ έναν από αυτούς τους δρόμους της ζωής που ανοίγονται, δεν έπεσα σε δίχτυ, έπεσα πάνω σ’ έναν Άγγλο. Καλός ήτανε, ρομαντικός ήτανε, μούβι σταρ λουκς είχε ε, τον παντρεύτηκα καθότι το συνηθίζω το σπορ, δεν αφήνω κανέναν παραπονεμένο. Τώρα η εκκλησία με έχει κάνει πλοκ και λέω να πάρω μωαμεθανό, απ’ αυτούς που λένε “σε παντρεύομαι” τρεις φορές και τσακ, βρίσκεσαι παντρεμένη. (Η “σε χωρίζω” λένε και τσακ βρίσκεσαι χωρισμένη, λεπτομέρειες).

Μου έπεσε βαριά η Αγγλία, να τα λέμε κι αυτά για εσάς που λέτε να πάρετε το δισάκι σας και να βρείτε την τύχη σας μέσα στους 3 βαθμούς Κελσίου, καλοκαίρια και χειμώνες. Τέλος πάντων, την πάλεψα 7 καλοκαίρια με 3 βαθμούς Κελσίου, είπα φτάνει σερ, δεν έχει στιφ άππερ λιπ η Ελληνίδα πάμε να βρούμε την τύχη μας σε καμμιά χώρα που έχει και διψήφια νούμερα θερμοκρασίας.

Έτσι κάπως βρέθηκα οοοοχι μια Ελληνίδα στο Παρίσι αλλά μια Ελληνίδα με αγροτόσπιτο και στάβλο τριακοσίων ετών να χωρέσει τη μισή Αττική, στην εξοχική Νότια Γαλλία και δώρο τα πενήντα στρέμματα λιβάδια και χωράφια.

Εδώ να κάνω παρενθεσούλα να σας βάλω στην εικόνα: Εγώ ήμουν εγκξιέκιουτιβ, μάλιστα, στην προηγούμενη ζωή μου. Από το πρωί μέχρι το βράδυ ήμουν σφιγμένη σε ταγεράκια με πένσιλ φουστίτσα και Λουμπουτέν που τα πήγαινα λες και βγήκα από τη μαμά μου με το στιλέτο οξυγονοκολλημένο στην πατούσα.
Κλείνει η παρένθεση, φαστ φόργουορντ Γαλλική εξοχή. Ο Άγγλος, αρχιτέκτονας το επάγγελμα συν εργασιομανής, ήθελε έργο, πρότζεκτ πως το λένε, δεν ήθελε μασημένο φαΐ ήθελε να δημιουργήσουμε από το μηδέν. Άλλο που δεν ήθελα, να τα σχέδια για την κουζίνα με καθιστικό Τσέστερφηλντ μπροστά στο γιγαντιαίο τζάκι, να τρεις όροφοι όλοι όπεν πλαν, να η κρεβατοκάμαρα στην πρώην σοφίτα με τα δοκάρια εκτεθειμένα, όργιο δημιουργικότητας και λευκός καμβάς να ζωγραφίσω ότι γούσταρε η ψυχή μου.

Πριν να αρχίσω να ζωγραφίζω όμως, χαχα σαρδόνιο γελάκι, το σπίτι των 300 ετών ήθελε γενικό γκρέμισμα μέσα, να μείνουν μόνο οι πέτρινοι τοίχοι. Τα ξύλινα ταβάνια θέλαν ξήλωμα για να αποκαλυφθούν τα ονειρεμένα δοκάρια από βελανιδιά, μια αγκαλιά διάμετρος το καθένα. Η σοφίτα που θα στέγαζε τον έρωτά μας και πριν εγκαταστήσω το Υβ Σεν Λωράν έπιπλο του μπάνιου με τις μαρμάρινες γούρνες, ήθελε καθάρισμα από τις τροφές για τα ζα που αποθήκευαν οι χωρικοί που ήταν οι πρώην ιδιοκτήτες του αγροτόσπιτου. Ο κήπος που ονειρευόμουνα με τις τριανταφυλλιές και τα αναρριχώμενα ήθελε ξεχέρσωμα πρώτα από τις τσουκνίδες που μου φτάναν στο στήθος.

Ε και που είναι το πρόβλημα; Συνεργεία είχαμε, ανθρώπους με τεχνικό νόου χάου είχαμε, θα μας τα έφτιαχναν ναι; Αμ όχι. Ο Άγγλος εργασιομανής, το είπαμε, και τελειομανής δεν είναι Έλληνας “πάρε αυτά κυρ-Μήτσο, πάω να μείνω σε ξενοδοχείο και φώναξέ με όταν θα είναι έτοιμο”, οοοοοχι καργιολάκι. Θα κάνουμε όσα μπορούμε μόνοι μας, λέει. Αθώο πλάσμα εγώ, που να ‘ξερα, ενθουσιάστηκα, ναι λέω! Αχ τι ωραία!

Εκεί κάπου άρχισε η κόλαση του Δάντη για την Ελληνίδα που η πιο άγρια εμπειρία που είχα από εξοχή ήταν να πατήσω αχινό στην Ζογεριά στις Σπέτσες και που έτσι και δεν είχε τη μπριζολίτσα έτοιμη η μανούλα μου όταν γύριζα από τη δουλειά κατέβαζα μούτρα μέχρι το γόνατο το ντυμένο με την πένσιλ. Το πρώτο βήμα ήταν να οδηγήσουμε ένα τροχόσπιτο, από αυτά τα σούπερ ντούπερ με βιβλιοθήκη και πορτοκαλεώνα, από την Αγγλία στην Γαλλία για να το εγκαταστήσουμε στα ιδιόκτητα πλέον χωράφια μας και να ζούμε εκεί κατά τη διάρκεια των εργασιών. Εγώ. Σε τροχόσπιτο. Στη μέση ενός λιβαδιού όπου τρέχαν λαγουδάκια, ποντικάκια και κάναν τρύπες τα τυφλοποντικάκια. (Είδα και αγριογούρουνο μια φορά με κάτι χαυλιόδοντες να και έκλασα μέντες). Να μαγειρεύω για εφτά άντρες που κουβαλήσαμε από την Αγγλία για να κάνουν αυτά που -δόξα να έχει ο Ύψιστος- δεν γινόταν να κάνουμε μόνοι μας.

Το δεύτερο βήμα ήταν να με εφοδιάσει με Ουγκαντιανό βοηθό. Αμέ, χλίδα. Το Λουμπουτέν το είχα βγάλει προ πολλού και το είχα φυλάξει σε θυρίδα. Έβαλα γαλότσα, γουέλινκτον, αλλά γαλότσα. Πέσαμε στα τέσσερα σε ένα στρέμμα εγώ σε διπλανό στρέμμα ο Ουγκαντιανός και ξεριζώναμε τσουκνίδες. Μετά τις τσουκνίδες ήρθε η σκάλα, το καλέμι και το σφυρί να ξεσοβαδιάζω τους σοβάδες από τους τοίχους για να αποκαλυφθεί η γρανιτένια πέτρα. Μετά το καλέμι και το σφυρί ήρθε η αμμοβολή, που το ζώον προσφέρθηκα με περίσσιο ενθουσιασμό γιατί τι ήξερα από τέτοιο πήδημα η εγκζέκιουτιβ; Έχετε κάνει ποτέ αμμοβολή; Μην κάνετε. Πρώτον χρειαζόσαστε ειδική στολή. Δεύτερον χρειαζόσαστε αναπνευστική συσκευή με σωληνάκια που πηγαίνουν σε μηχάνημα που σας τροφοδοτεί με αέρα και κράνος που καλύπτει όλο το κεφάλι. Τρίτον πρέπει να σηκώνετε 50κιλα τσουβάλια άμμου για να ταΐζετε το μηχάνημα που τροφοδοτείται από γεννήτρια που νοικιάζετε ειδικά και έχει μέγεθος γκαρσονιέρας. Τέταρτον μέσα στα πέντε πρώτα λεπτά η μάσκα του κράνους έχει καλυφθεί από άμμο και αμμοβολείτε στα τυφλά και όποιον πάρει ο χάρος. Πέμπτον στα έξι λεπτά έχετε σταματήσει να αναπνέετε. Μετά την αμμοβολή ήρθε το ψέκασμα στα δρύινα δοκάρια, που το γαμόσπιτο ήταν γεμάτο, με τοξικά υγρά για να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να κάνουν τσιμπούσι οι τερμίτες και να σας έρθει το ταβάνι στο δόξα πατρί μια μέρα που θα καθόσαστε αποκαμωμένοι στον Τσέστερφηλντ. Άντε πάλι ειδική στολή, άντε πάλι αναπνευστήρες και γεννήτριες. Μετά το ψέκασμα, όπου η αλήθεια ήταν χαλάλι γιατί αποκαλύφθηκε ένα ξανθό μελί χρώμα του ονείρου στα δοκάρια, ήρθε το βερνίκωμα. Τρία χέρια το ψέκασμα και τρία χέρια το βερνίκωμα, πόσα μας κάνουν; Σε τρίπατο σπίτι. Σε κάνα μήνα πάνω κάτω είχα τελειώσει.
Μετά ήρθε το βάψιμο του φράχτη, σε 50 στρέμματα, ναι. Μετά διαμόρφωσα κήπους και φύτεψα τις τριανταφυλλιές και τα αναρριχώμενα. Έραψα μόνη μου τις κουρτίνες στο τρίπατο, που πρώτη φορά έβλεπα ραπτομηχανή στα μάτια μου, ούτε στρίφωμα δεν είχα ξανακάνει. Δεν σταμάτησα στις κουρτίνες. Έφτιαξα μαξιλαράκια, καλύμματα για το κρεβάτι, φούστα μπλούζα για την γυναίκα του διπλανού κτηνοτρόφου. Πήγαινα και στην φάρμα και προμηθευόμουνα πάπιες και τις μαγείρευα. Μάζευα κατακρεουργημένα σκαντζοχοιράκια, τα καημενούλια, από το στόμα του σκύλου μας και τον κάθιζα κάτω να του βγάλω τα χιλιάδες αγκάθια από το στόμα. Το ξανάκανε; Το ξανάκανε.

Για να μη τα πολυλογώ, αυτό το σπίτι πέρασε από τα χέρια μας, όλο σπιθαμή προς σπιθαμή. Τα χωράφια γίναν γωνιές με κήπους και καθιστικά και πισίνα. Σκάβοντας για την πισίνα βρήκαμε τεράστια γρανιτένια πλάκα που την κάναμε τραπέζι για δέκα άτομα για το μπάρμπεκιου. Βάλαμε και σκαλιστή διακοσμητική πετρούλα που έλεγε “Σ’ αυτό το κομμάτι της γης έχουν ξεχυθεί όλες οι ευλογίες του παραδείσου”. Χρόνος για να καθίσω στην πισίνα δεν υπήρχε ποτέ γιατί τόσα στρέμματα κήπος δεν συντηρούνται έτσι όπως με φανταζόμουνα σε κάτι απατηλά όνειρα με βολτούλες ανάμεσα στα μονοπατάκια, φορώντας μακρύ λευκό φόρεμα και πλατύγυρη καπελαδούρα να σκιάζει το διακριτικό μακιγιάζ με προϊόντα της Λ’ορεάλ. Έκανα και λαχανόκηπο βλέπεις, τον έβαλα τον Άγγλο και μου ‘σκαψε ένα στρέμμα χωράφι, μου άπλωσε και κάτι τόνους κοπριά και φύτεψα ντοματούλες και αγγουράκια. Τα οποία θέλαν φροντίδα και προδέρμ. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι ποτέ πριν δεν είχα ορισμό του “τα καλά κόποις κτώνται”. Τον καρα-εμπέδωσα όμως μετά.

Έχει και συνέχεια. Καλομάθαμε στη διασκέδαση και μετά μετατρέψαμε και τον στάβλο σε ξενώνα. Εκεί να δεις γλέντια, ειδικά μετά που αρχίσαμε να δεξιωνόμαστε πελάτες. Αυτή όμως είναι μια ιστορία για μια άλλη μέρα.

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Η Γάτα η Ρούσα

Ζωγραφίζω και γράφω όπως ζω: Χωρίς φίλτρο.
Κάνω άλματα στο κενό. Χωρίς δίχτυ ασφαλείας για να αναχαιτίσει την πτώση.Και επιβιώνω σε καινούργια κεραμίδια.
Η Γάτα η Ρούσα

Latest posts by Η Γάτα η Ρούσα (see all)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *