«Δωδεκάμισι, έχει ήδη περάσει μιάμιση ώρα». Σήκωσα τα μάτια από το ρολόι. Απέναντι μου, με τα μάτια καρφωμένα στη σκακιέρα μπροστά του, βρίσκεται ο γιος μου. Ο Μεγάλος μετρ μόλις έκανε την κίνησή του και ο μικρός φαίνεται να τα ‘χει βρει σκούρα. Ο μετρ περνά στον επόμενο παίκτη. Η μεγάλη αίθουσα με τις νεοκλασικές γύψινες διακοσμήσεις στο ταβάνι και τα παράταιρα τραπέζια  με τις σκακιέρες που ακολουθούν φιδωτά το περίγραμμα της ξύλινης μπορντούρας στους τοίχους, φιλοξενεί σήμερα μικρούς και μεγάλους, που θέλουν να δοκιμάσουν την τύχη τους απέναντι στο μεγάλο μετρ. Μια βδομάδα τώρα με παρακαλούσε ο μικρός να τον φέρω στο σιλμουτανέ. Έτσι ονομάζεται ο αγώνας στο σκάκι, στη διάρκεια του οποίου ένας έμπειρος σκακιστής παίζει ταυτόχρονα με πολλούς αντιπάλους.

Ο μικρός έχει γείρει πάνω στο τραπέζι και ακουμπά το πιγούνι στα χέρια του. Τα πόδια του από κάτω κλωτσάν τον αέρα μανιασμένα.
«Κουράστηκες;» του μιλώ άηχα. Εκείνος μου γνέφει θετικά.
«Θέλεις να φύγουμε;». Αρνείται και σφίγγει το στόμα του αποφασιστικά. Δυο τραπέζια παρακάτω ένας ακόμα παίκτης, εγκαταλείπει τη σκακιέρα του. Τα περισσότερα παιδιά έχουν ήδη χάσει. Ο μικρός κάνει την κίνησή του και αρχίζει να στοιβάζει τα πιόνια του σε πυραμίδα. Έχει βαρεθεί, αλλά δε θέλει να τα παρατήσει, αν και ξέρει ότι δεν πρόκειται να κερδίσει. Τα πόδια του κάτω από το τραπέζι κουνιούνται ασταμάτητα. Χαμογελώ. Ξαφνικά, ένα αίσθημα περηφάνιας με πλημμυρίζει. Ναι είμαι περήφανη! Όσο περίεργο και αν ακουστεί είμαι περήφανη, όχι γιατί δεν έχει ακόμα ηττηθεί στη σκακιέρα, αλλά γιατί δεν έχει ακόμα ηττηθεί από την καρέκλα. Μιάμιση ώρα τώρα, έχει καταφέρει να καθίσει σε αυτήν την καρέκλα και να μη σηκωθεί, έχει καταφέρει να συγκεντρωθεί σε αυτό που κάνει μια ολόκληρη ώρα και μισή!

Μπορεί ν’ ακούγεται γελοίο και κάποιοι να θεωρούν ότι δεν είναι κανένα κατόρθωμα. Μα για μας αυτό είναι το αληθινό κατόρθωμα. Τον πρώτο καιρό θεωρούσα ότι είναι πολύ φυσιολογικό ένα παιδί και μάλιστα αγόρι, να μη βάζει κώλο κάτω, να γυρνά μόνιμα σαν τη σβούρα μες στο σπίτι, να σκαρφαλώνει, να εξερευνά τα πάντα και να στριφογυρνά καθώς του διαβάζεις ένα παραμύθι. Να μην μπορεί να συγκεντρωθεί και να μην ακούει τι του λες και να ‘ναι αυθόρμητος. Στον παιδικό σταθμό άρχισαν να ηχούν τα πρώτα καμπανάκια. «Δεν κάθεται μαζί με όλα τα παιδιά, είναι ανήσυχος…». Στο νηπιαγωγείο πια, απευθυνθήκαμε σε ειδικό.

«ΔΕΠΥ» μας είπε με στόμφο και μας ξαπόστειλε. «ΔΕΠΥ; Τι είναι αυτό;» με ρώτησε η μάνα μου σαν μας είδε και οι δυο ανασηκώσαμε τους ώμους. Αρχίσαμε να διαβάζουμε ότι βρίσκαμε για να ενημερωθούμε και να επισκεπτόμαστε και άλλους ειδικούς. Το πρώτο βήμα για να αποδεχθείς κάτι, είναι η άρνηση.
«Βλακείες, τι ΔΕΠΥ και ξεδέπυ, τα μισά συμπτώματα τα ‘χω κι εγώ και ο μισός πλανήτης!» με αποπήρε ο άντρας μου. Μια ώρα στήθηκα στον φράκτη απέναντι από το νηπιαγωγείο. Ήθελα να δω το παιδί μου σε σύγκριση με τα άλλα παιδιά, στην ίδια εργασία. Όλα καθισμένα ήσυχα – ήσυχα γύρω από τη δασκάλα και το δικό μου, ν’ ανεβοκατεβαίνει στη βιβλιοθήκη και να ξαπλώνει στο πάνω – πάνω ράφι.

Λίγο μετά στη διάγνωση, προστέθηκε και η δυσλεξία. Αναθεματισμένη κληρονομικότητα, που δε σου ‘φτανε που με παίδεψες και με παιδεύεις τόσα χρόνια, που ακόμα και σήμερα τους ρημαδοκανόνες της γραμματικής και του συντακτικού δεν τους θυμάμαι και μπερδεύομαι στα –αι και-ε (και όχι μόνο), για να μη θυμηθώ και τη ρημαδοπροπαίδεια και το ξύλο που ‘φαγα από τη μάνα μου και ακόμα πάνω από το έξι δεν την ξέρω, τώρα θες να παιδέψεις και το παιδάκι μου!
Εν τω μεταξύ, βιώναμε καθημερινά την απόρριψη και την περιθωριοποίηση από το σχολικό και φιλικό περιβάλλον. «Είναι πανέξυπνο παιδί, αλλά δε μπορεί να οργανωθεί, ξεχνά τα πράγματα του, τις εργασίες του…», ενώ όλο αυτό είχε αντίκτυπο στην αυτοεκτίμηση του παιδιού.
«Αφού το ‘πε και η δασκάλα, ότι και να κάνω, δεν πρόκειται να γίνω άριστος στη γλώσσα». Εκεί πάνω άρχισαν και τα πρώτα εξοντωτικά σιλμουτανέ με τις δασκάλες, μα και με το παιδί, καθώς γίνεται αντιδραστικό. Και όμως, να που το παιδάκι μου κατάφερε με το πείσμα του να συγκρατήσει τη φύση του. Κατάφερε να καθίσει μια ώρα και σαράντα λεπτά και να αυτοαπασχοληθεί, παρ’ όλο που είναι ολοφάνερο ότι βαριέται πολύ.

«Κραακ, τακ – τακ», ακούγεται από το τραπέζι που κάθεται ο γιος μου και ο πύργος που είχε φτιάξει, γκρεμίζεται πάνω στη σκακιέρα. Εκείνος, αρχίζει να τα μαζεύει γρήγορα και τότε από την άλλη άκρη της αίθουσας που περιμένουμε, ακούγεται μια βραχνή κραυγή να λέει: «Κούνησε τα πιόνια! Κούνησε τα πιόνια! Απαγορεύεται, είναι εκτός!». Ο μικρός αλαφιάστηκε και κατακοκκίνισε. «Δεν πειράζει», του λέω άηχα και του χαμογελώ. Μα εκείνος μοιάζει έτοιμος να μπήξει τα κλάματα, καθώς η γυναίκα με το σαντρέ ξασμένο μαλλί και τα τεράστια μυτερά της νύχια, που τα κουνά γύρω της λες και κάνει κανά ξόρκι, προκαλεί όλο και μεγαλύτερη αναστάτωση και προσπαθεί να βρει τους υπευθύνους. «Here we go again!», παίζει το τραγούδι στο μυαλό μου «… για ένα ακόμα σιλμουτανέ», σκέφτομαι και στέλνω ένα καθησυχαστικό χαμόγελο στο μικρό, μα τότε επεμβαίνει ο μετρ. «Δεν έχει κουνηθεί τίποτα, όλα είναι στη θέση τους. Άλλωστε, μη ξεχνάμε ότι είναι ένα φιλικό σιλμουτανέ και επειδή είναι χρονοβόρο, τα παιδιά είναι φυσιολογικό να έχουν βαρεθεί».

Σαράντα λεπτά μετά, εγκαταλείπουμε το νεοκλασικό κτίριο.

«Μπράβο σου! Είμαι περήφανη για σένα!», λέω στο γιο μου και τον αγκαλιάζω. Εκείνη την ώρα, ακούμε τη βραχνή φωνή, καθώς περνά από μπροστά μας, σέρνοντας ένα έφηβο αγόρι. «Σκατά τα ‘κάνες! Μα είναι δυνατόν να χάσεις έτσι τη βασίλισσα; Μην περιμένεις να βγεις βόλτα με τους φίλους σου!». Ο μικρός με κοιτά με απορία. Ανασηκώνω τους ώμους μου. Θα μπορούσα να ‘μουν κι εγώ έτσι, αν έπαιρνα τις ικανότητές του για δεδομένες; Ελπίζω πως όχι. Ένα πράγμα όμως ξέρω στα σίγουρα. Εγώ δεν είμαι καλή στο να συγκρατώ τη φύση μου και τη γλώσσα μου.

 

Αναστασία Χ.