Ο Στέλιος είχε πατήσει τα σαράντα εδώ και κάτι μήνες. Εργαζόταν ως υπάλληλος σεκιούριτι σε μία μεγάλη εταιρία. Όταν τον ρωτούσαν με τι ασχολείται, εκείνος απαντούσε: «Αστυνομικός» και αν ο συνομιλητής του επιθυμούσε να μάθει περισσότερες λεπτομέρειες, εκείνος επέμενε κοφτά: «Ιδιωτικός αστυνομικός» και η συζήτηση έκλεινε. Το σκοτάδι που υπήρχε στο βλέμμα του, το βλοσυρό του ύφος και οι μόνιμα σφιγμένες γροθιές του σε συνδυασμό με το μυώδες σώμα του – το τερμάτιζε κάθε μέρα στο γυμναστήριο με τα βάρη – έκαναν τον συνομιλητή του να μην θέλει πολλά πολλά μαζί του. Είχε καταφέρει να εμπνέει φόβο στους άλλους, τουλάχιστον στους περισσότερους που συναντούσε στην καθημερινότητά του, και ήταν υπερήφανος γι’ αυτό.

Είχε μεγαλώσει σε μία ιδιαίτερα βίαιη πατριαρχική οικογένεια. Εκείνος ήταν ο μεγαλύτερος από τρία παιδιά. Ο πατέρας, απόλυτα εξαρτημένος από το αλκοόλ, εργαζόταν ευκαιριακά σε χωράφια και διάφορα μαστορέματα, ενώ η μητέρα ζούσε υποταγμένη στη μοίρα της. Η αδελφή του έμοιαζε με σκιά. Μόλις τελείωσε το δημοτικό, έμεινε στο σπίτι για να βοηθάει στις δουλειές, μέχρι που ένας αρκετά ευκατάστατος πενηντάρης τη ζήτησε σε γάμο. Ο μικρότερος γιος της οικογένειας ήταν αυτός που ξεχώριζε από όλους τους. Είχε μια καρδιά γεμάτη τρυφερότητα και συμπόνια για όλα τα ζωντανά πλάσματα. Λυπόταν τους ηλικιωμένους που ζητιάνευαν στα σκαλιά της εκκλησίας, λυπόταν τα παιδάκια που έψαχναν τα σκουπίδια, λυπόταν τα νεογέννητα γατάκια που έπνιγε η μάνα του, «για να μην βρομίσουμε από δαύτα», και έκλαιγε κάθε φορά που έσφαζαν κάποια κότα ή κάποιο κουνελάκι. Αντί να παίζει με τα συνομήλικα του αγόρια, προτιμούσε να κάθεται σε μια γωνιά και να ζωγραφίζει. Μεγαλώνοντας, άρχισε να γράφει ποιήματα, γεμάτα πόνο και ευαισθησία, μέχρι που ο πατέρας του μαζί με τον Στέλιο αποφάσισαν ότι είχε έρθει πια η ώρα «να γίνει άντρας». Όταν πήγαν στο «σπίτι» που βρισκόταν λίγα χιλιόμετρα έξω από το χωριό, ο μικρός αδελφός, βλέποντας την ταλαιπωρημένη, σχεδόν ηλικιωμένη γυναίκα που εργαζόταν εκεί, βγήκε γρήγορα από το δωμάτιό της και έτρεξε προς τα χωράφια. Ο πατέρας με τον μεγάλο αδελφό τον κυνήγησαν, τον φίμωσαν και τον στραγγάλισαν με συνοπτικές διαδικασίες. Έριξαν το άψυχο σώμα στην καρότσα του αγροτικού, το σκέπασαν με τα λιόπανα, και γύρισαν στο σπίτι. Εκεί, τον έθαψαν στον κήπο. Δεν υπήρχαν μάρτυρες για το φόνο και ο πατέρας άφησε να εννοηθεί ότι ο γιος του «ξεμυαλίστηκε με μια παρδαλή και έφυγε για την Αθήνα». Στο σπίτι όμως, μάζεψε την οικογένεια γύρω από το τραπέζι και είπε με ύφος που δεν σήκωνε αντιρρήσεις: «Κάλλιο να τον θάψω, παρά να γίνει ντιγκιντάγκας και να με κάνει ρεζίλι των σκυλιών». Τότε ήταν που έγινε και ο γάμος της κόρης με τον ευκατάστατο πενηντάρη.

Ο Στέλιος έφυγε από το χωριό για να υπηρετήσει τη θητεία του. Μόλις απολύθηκε, αποφάσισε να εγκατασταθεί μόνιμα στην Αθήνα. Δεν είχε σπουδάσει τίποτα, δεν είχε ειδικευθεί σε κάποια τέχνη, δεν υπήρχε καμία συνηθισμένη δουλειά που να του αρέσει. Τίποτα άλλο εκτός από τη δύναμη και την εξουσία. Σε μία τόσο μεγάλη πόλη, ο καθένας μπορεί να βρει αυτό που ψάχνει. Έτσι και ο Στέλιος βρήκε σύντομα τις παρέες που του ταίριαζαν. Άρχισε να βγάζει χρήματα απειλώντας ανθρώπους και ξεκαθαρίζοντας λογαριασμούς. Ως βιτρίνα σε όλα αυτά είχε τη δουλειά του: σεκιούριτι σε μια μεγάλη εταιρία, δηλαδή «αστυνομικός» ή «ιδιωτικός αστυνομικός», κατά τα λεγόμενά του. Οι σχέσεις του με τις γυναίκες βασίζονταν στο χρήμα, στη βία και στην υποταγή. Θύματα εμπορίου ανθρώπων: αυτές ήταν οι γυναίκες που ικανοποιούσαν τις ορέξεις του.

Περνώντας τα χρόνια, ο Στέλιος άρχισε να σκέφτεται το γάμο. Είχε αρχίσει να κουράζεται από τη ζωή που έκανε και έψαχνε να βρει έναν άνθρωπο για να αράξει. Εκείνη την εποχή είχε κατά κάποιο τρόπο μια μόνιμη σχέση: την Ίρινα, μία κοπέλα από τη Μολδαβία. Ο Στέλιος εξασφάλιζε πελάτες στην Ίρινα και έπαιρνε ένα μεγάλο ποσοστό από τις εισπράξεις της, σχεδόν ολόκληρες, για την προστασία που της παρείχε. Αν και γενικά ήταν πολύ βίαιος μαζί της, οι ελάχιστες στιγμές που γινόταν τρυφερός και προστατευτικός ήταν αρκετές ώστε εκείνη να τον ερωτευτεί. Όταν του ανακοίνωσε ότι ήταν έγκυος στο παιδί του, μιας και μόνο μαζί του δεν έπαιρνε προφυλάξεις, εκείνος ξέσπασε τόσο άσχημα επάνω της που την άφησε μισοπεθαμένη και την έκανε να αποβάλλει. Από τότε δεν την ξαναείδε ποτέ, μιας και φρόντισε, όπως εκείνος ήξερε, να την εξαφανίσει από τον κόσμο των ζωντανών. Ωστόσο το γεγονός αυτό τον προβλημάτισε. Δεν θα μπορούσε να δέσει τη ζωή του με μία πουτάνα – έτσι αποκαλούσε τις γυναίκες-θύματα που συναναστρεφόταν και εκμεταλλευόταν. Όχι, θα έβρισκε μια γυναίκα με καλές και χριστιανικές αρχές, κατάλληλη για ν’ ανοίξει σπίτι και για να μεγαλώσει τα παιδιά του, μια γυναίκα που θα τον φρόντιζε και θα τον ανεχόταν με σιωπή και υποταγή. Αχ, οι παλιές καλές ημέρες! Πού να βρεις πια τέτοια γυναίκα! Όλες κυκλοφορούν σαν τα ξέκωλα και έχουν απαιτήσεις και γλώσσα μεγαλύτερες από το μπόι τους!

Η μόνη σχέση που είχε ο Στέλιος με τη θρησκεία ήταν οι ατέλειωτες βλαστήμιες που ξεστόμιζε σε καθημερινή βάση. Βλέπεις ο άντρας ο σωστός πρέπει και να βλαστημάει, έτσι είχε μάθει από την οικογένειά του. Τώρα όμως είχε αρχίσει να πιστεύει ότι μόνο στο χώρο της εκκλησίας θα έβρισκε τη γυναίκα που έψαχνε. Ένα κολλητάρι του είχε πει ότι στα διάφορα μοναστήρια και προσκυνήματα πάνε πολλές νέες γυναίκες με προβλήματα και προσωπικά αδιέξοδα, γυναίκες που πιστεύουν στο Θεό και έχουν καλές αρχές. Τι άλλο ήθελε ο Στελάρας; Εκεί που κατέβαζε τα καντήλια, άρχισε να τα ανάβει. Να το τάμα στο ένα το μοναστήρι: λάδι για τα καντήλια του αγίου. Να το τάμα στο άλλο μοναστήρι: χρυσό καντήλι στην εικόνα της Παναγιάς. Βαθιά μέσα του είχε ένα φόβο για το Μεταφυσικό και θεωρούσε ότι με αυτό τον τρόπο το εξευμένιζε και το εξαγόραζε. Έτσι πίστευε, ότι και ο Θεός θέλει το λάδωμά του για να πραγματοποιήσει τις επιθυμίες των ανθρώπων.

Σε ένα από τα πολλά μοναστήρια που είχε πάει γνώρισε την Ελένη. Η Ελένη ήταν μια κοπέλα κοντά στην ηλικία του, όχι ιδιαίτερα εμφανίσιμη και περιποιημένη. Φαινόταν πολύ ήρεμος άνθρωπος. Ο Στέλιος φρόντισε να πιάσει αμέσως κουβέντα μαζί της. Της είπε ότι είναι ιδιωτικός υπάλληλος σε μια μεγάλη εταιρία – πρώτη φορά που είπε την αλήθεια – , ότι πίστευε πολύ στο Θεό και ότι ήθελε να κάνει παρέα με ανθρώπους που έχουν καλές αρχές. Έτσι που έχει χαλάσει η κοινωνία, πού να βρεις άνθρωπο της προκοπής για να συνεννοηθείς! Όσο για να κάνεις οικογένεια, άστο καλύτερα! Μόνο ο Θεός μπορεί να σου φανερώσει ένα σωστό άνθρωπο. Η Ελένη τον άκουγε υπομονετικά. Δούλευε ως κοινωνική λειτουργός και είχε μάθει να ακούει προσεκτικά τους συνομιλητές της. Αν και ο συγκεκριμένος είχε αρχίσει να την κουράζει, δεν είχε λόγο να του φερθεί προσβλητικά, όντας ευγενική από τη φύση της. Έτσι όταν της ζήτησε το e-mail της για να της στέλνει διάφορα «χριστιανικά» μηνύματα, εκείνη του το έδωσε. Άλλωστε το e-mail της ήταν γεμάτο από προσφορές και ομαδικά μηνύματα. Τι θα την πείραζαν και μερικά «χριστιανικά»;

Έτσι ο Στέλιος έφυγε από το μοναστήρι, πιστεύοντας ότι είχε βρει την ιδανική γυναίκα. Θα της έστελνε μερικά μηνύματα του στυλ «Ο Θεός να σε φυλάει» ή «Προφητείες για το τέλος του κόσμου» και μετά θα της ζητούσε να βγούνε. Σίγουρα θα έλεγε το ναι, αφού του έδωσε το e-mail της.

Α, ρε Στελάρα! Πόσο έξω έπεσες! Η Ελένη πήγε στο μοναστήρι σε μια δύσκολη προσωπική της στιγμή, για να πάρει δύναμη. Δεν ήταν θεούσα, ούτε θρησκόληπτη, απλά πίστευε με το δικό της τρόπο και σεβόταν τη θρησκεία. Δεν είχε χρόνο, ούτε διάθεση για να περιποιηθεί τον εαυτό της, γι’ αυτό και την είδες έτσι απλή και αδιάφορη εμφανισιακά. Ήταν από τους ανθρώπους που ηρεμούσαν όταν πήγαιναν σε μοναστήρια, γι’ αυτό και σου φάνηκε τόσο ήρεμη. Στην πραγματικότητα, όταν επέστρεψε από το μοναστήρι, οι δυσκολίες που αντιμετώπιζε ξεπεράστηκαν με έναν τρόπο που η ίδια δεν μπορούσε να εξηγήσει. Όταν άνοιξε το e-mail της και είδε το μήνυμά σου με το οποίο της ζητούσες να βγείτε και να τα πείτε οι δυο σας, μιας και σήμερα δεν βρίσκει κανείς τόσο καλούς ανθρώπους – έτσι της έλεγες – εκείνη ετοιμαζόταν να φύγει για το εξωτερικό προκειμένου να συναντήσει τον αρραβωνιαστικό της και να γνωρίσει την οικογένειά του. Δεν θεώρησε σκόπιμο να σου δώσει λεπτομέρειες για την προσωπική της ζωή. Σου είπε απλά ότι θα λείπει στο εξωτερικό για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Στο μυαλό του Στέλιου έγινε σεισμός. Τζάμπα τόσα τάματα και τόσες προσευχές! Τελικά όλες τους ίδιες είναι! Μηδέν εμπιστοσύνη! Σου το παίζουν καλές και μετά σου την κάνουν με ελαφρά πηδηματάκια! Ως και ο Θεός ο ίδιος του την έφερε!

Εκείνο το βράδυ, ο Στέλιος δεν άφησε θρησκευτικό πρόσωπο ή αντικείμενο που να μην το βλαστημήσει. Έπειτα ηρέμησε. Τι στο καλό, ο κόσμος ήταν γεμάτος κορόιδα, δεν θα έβρισκε κι αυτός ένα για να το παντρευτεί; Στο μεταξύ, χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν τα κολλητάρια. Θα πήγαιναν παρέα σε ένα καινούργιο στριπτιτζάδικο που είχε ανοίξει πριν από λίγες μέρες για να διασκεδάσουν.