Ήταν όμορφος. Ω, ναι ήταν πολύ όμορφος, κάτι που ανακάλυψε σχεδόν βίαια στα δεκαπέντε του όταν έκανε σεξ για πρώτη φορά με τη μάνα ενός συμμαθητή του. Του το έλεγε συνεχώς, πως είναι τόσο όμορφος που αξίζει το ρίσκο να πάει φυλακή γιατί έκανε έρωτα σχεδόν με το ζόρι σε ένα ανήλικο αγόρι. Κι από τότε, για είκοσι χρόνια, έτσι κύλησε η ζωή του. Με γυναίκες, ακόμα και άντρες, να πέφτουν στα πόδια του έστω για μία μόνο νύχτα πάθους μαζί του. Είκοσι χρόνια άφθονου αλλά και ελάχιστα ικανοποιητικού σεξ αφού πέρα από εκτόνωση δε του άφηνε καμιά άλλη αίσθηση. Για αυτό και δε συναντήθηκε δεύτερη φορά με καμία τους.

Μέχρι που ένα ερωτικό παιχνίδι ξέφυγε από τα όρια και βρέθηκε να μοιράζεται το κρεβάτι με μία άψυχη κούκλα. Έτσι του φάνηκε, σαν μια αχυρένια κούκλα όπως έπεσε στο κρεβάτι μπρούμυτα μόλις ξέσφιξε τα χέρια του από το λαιμό της. Στην αρχή τρομοκρατήθηκε, πρώτη φορά στη ζωή του αντίκριζε πτώμα και μάλιστα να είναι ο ίδιος υπεύθυνος για τη δημιουργία του. Μετά ένιωσε ευφορία, λες και τα δυο του χέρια ήταν τα χέρια του Θεού, όχι του Ζωοδόχου Θεού, αλλά αυτού του σκοτεινού, του κάτω κόσμου, που είχε ακόμα μεγαλύτερη εξουσία πάνω στους κοινούς θνητούς. Κάθισε λίγο ακόμα δίπλα της και της χάιδεψε το κορμί, ευχαριστώντας την για τη μοναδική αυτή εμπειρία.

Αν και στην αρχή ανησυχούσε μήπως τον ανακαλύψουν, σύντομα κατάλαβε πως δύσκολα θα έβρισκε τα ίχνη του η αστυνομία. Είχε άλλωστε τη συνήθεια να ψωνίζει τις ερωτικές του συντρόφους σε διαφορετικά μέρη και να μην τις συναντά ποτέ ξανά. Σαν κλέφτης έφευγε μέσα στη νύχτα. Ποτέ μα ποτέ δεν έφερε κάποια στο σπίτι του, ποτέ δε χρησιμοποίησε το αληθινό του όνομα. Δεν ήθελε με κανένα τρόπο να εισβάλουν στη ζωή του. Το σεξ ήταν μια εκτόνωση, κανένα συναισθηματικό δεσμό δεν ήθελε, ίσως και να μη μπορούσε, να αναπτύξει μαζί τους. Η πιο τρυφερή χειρονομία του σε γυναίκα ήταν το χάδι στη Ζωή, οποία ειρωνεία, αυτός της στέρησε τη ζωή κι αυτή του έδωσε νέο νόημα στη δική του.

Συνέχισε στο ίδιο μοτίβο για τρία χρόνια ακόμα, χωρίς κανείς να υποπτευθεί έστω, πως πίσω από τον πιο διάσημο serial killer της χώρας κρυβόταν αυτός. Κάθε μέρα πήγαινε στη δουλειά του, άψογα ντυμένος, φιλικός με τους συναδέλφους, ακολουθούσε σε κάποιες εξόδους, τυπικός και πάντα μα πάντα άφηνε την εντύπωση του σοβαρού και μετρημένου άντρα που δεν είχε συναίσθηση της ομορφιάς του και του πανικού που προκαλούσε στις γυναίκες του άμεσου περιβάλλοντος του. Και κάποιες βραδιές έβγαινε μόνος και έβρισκε το θύμα του. Και γινόταν πάλι ο σκοτεινός θεός.

Ώσπου μπήκε στη ζωή του η Αλεξία. Αθόρυβα στην αρχή, κάνοντας την πρακτική της στην εταιρία. Του την ανέθεσαν να την εκπαιδεύσει γιατί από την αρχή φάνηκε πόσο έξυπνη και ικανή ήταν και η διεύθυνση αποφάσισε να την κρατήσει και μετά το τέλος της πρακτικής της. Κάθε μέρα την έβρισκε στο γραφείο του να του σερβίρει καφέ, έτοιμη να εκτελέσει τις εντολές του. Και το κυριότερο, φαινόταν απρόσβλητη στην ομορφιά του. Κανένα λιγωμένο βλέμμα, κανένας αναστεναγμός, κανένα κοκκίνισμα. Και χωρίς ούτε ο ίδιος να το καταλάβει άρχισε να τη φλερτάρει και τελικά να κάνει σχέση μαζί της.

Για πρώτη φορά ένιωσε ερωτευμένος, ονειρευόταν ένα κοινό μέλλον μαζί της και έκανε έρωτα κι όχι σεξ. Σεξ έκανε μόνο όταν ξυπνούσε ο σκοτεινός Θεός μέσα του και απαιτούσε θυσία για να κοιμηθεί ξανά. Και κάθε φορά κοιμόταν όλο και για μεγαλύτερο διάστημα, κάνοντας τον να πιστέψει πως θα έρθει σύντομα η τελευταία φορά.

Μόνο που η τελευταία φορά δεν ήταν όπως πίστευε. Ο σκοτεινός Θεός ξύπνησε την ώρα που έκανε έρωτα με την Αλεξία. Πριν μπουν στο σπίτι του είχε πει πως ήθελε να μιλήσουν, πως συνέβη κάτι που ενώ δε το σχεδίαζε θα της άλλαζε τη ζωή και τη δική του επίσης, πως είχε πάρει την απόφαση της. Του θύμισε εκείνη την πρώτη φορά του στα δεκαπέντε, είδε την ίδια αποφασιστικότητα στα μάτια της, με εκείνη της μάνας του συμμαθητή του. Κι ο σκοτεινός Θεός βρυχήθηκε. Τα χέρια του κινήθηκαν στο λαιμό της, τρυφερά στην αρχή και μετά άρχισαν να τον σφίγγουν ενώ της έδινε τα πιο ερωτικά φιλιά του. Είδε το βλέμμα της να σκοτεινιάζει και λίγο πριν σβήσει, τα χείλη της σχημάτισαν τις λέξεις που δεν περίμενε να ακούσει: «είμαι έγκυος».

Για ώρα στέκονταν στην όχθη του ποταμού και κοιτούσε σαν άλλος νάρκισσος την εικόνα του στα παγωμένα νερά. Ναι, ήταν όμορφος, πολύ όμορφος κι αυτή ήταν η κατάρα της ζωής του. Σηκώθηκε και άρχισε να περπατά αργά μέσα στο νερό. Δε θα σταματούσε παρά μόνο όταν θα σταματούσε η καρδιά του από το παγωμένο νερό, ή όταν τα πνευμόνια του θα γέμιζαν από το ίδιο καθαρτικό πλέον νερό. Στο μυαλό του έπαιζαν σε λούπα οι στίχοι ενός τραγουδιού που δεν μπορούσε να θυμηθεί αν το είχε ακούσει, ή το έπλαθε εκείνη τη στιγμή ο ίδιος.

«I’ve been a liar, been a thief, been a lover, been a cheat. All my sins need holy water, feel it washing over me»

 

 

Κατερίνα Σκορδέλη