Στάχτη να γίνεται…

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Κωνσταντινούπολη 1869.

Η πόρτα έκλεισε με δύναμη! Ο Μιχάλης έμεινε μόνος στο γραφείο. Αυτός ο καυγάς ανάμεσα σε εκείνον και στον πατέρα του, δεν ήταν σαν τους άλλους. Έκατσε βαριά στην πολυθρόνα. Όλοι στο σπίτι τους άκουσαν! «Τελεσίγραφο»!! Και τι τελεσίγραφο!

Ευτυχώς μόνο η γλυκιά του Ιωάννα δεν τους άκουσε στην ταράτσα! Έκλεισε τα μάτια και χάθηκε στη μελωδία του αμανέ της! Πάντα τραγούδαγε όταν άπλωνε ρούχα!  Θυμήθηκε τη μέρα που πρωτοήρθε παιδούλα από τα βάθη της Μικράς Ασίας, για να δουλέψει στο αρχοντικό τους σαν ψυχοκόρη. Πολύ λίγα Ελληνικά, σχεδόν καθόλου αν και από Ελληνικό Ορθόδοξο χωριό. Λεπτοκαμωμένη, γελαστή και ο αμανές της, αυτός ο αμανές της! Πώς να μην την αγαπήσεις, πώς να μην μαγευτείς! Ένας άγγελος στο σώμα και στην ψυχή!

Κατανοούσε τον πατέρα του αλλά δεν τον συγχωρούσε…Έβλεπε, ήξερε την αγάπη του, ήξερε την Ιωάννα. Την αγαπούσαν στην οικογένεια  και η μητέρα του πιο πολύ. «Όλοι στην Πόλη ξέρουν την Ιωάννα σαν ψυχοκόρη μας. Πώς θα την παρουσιάσεις σαν νύφη σου! Όλα αυτά κάποια στιγμή θα γίνουν δικά σου!». Κάποια πράγματα πρέπει να αλλάζουν. Σε λίγο θα έχουμε 1870, ένας αιώνας πλησιάζει στο τέλος του, με τόσες αλλαγές ,έθνη αλλάζουν, διάολε, στην Ευρώπη σπούδασε τα έζησε από κοντά. Πού ακούστηκε να του δίνει τελεσίγραφο. «Πάρε χρήματα και πήγαινε στα βάθη της Ασίας. Πήγαινε στο χειρότερο καταγώγιο της Ευρώπης. Φέρε μου την τελευταία. Θα την καλοδεχτώ. Κανείς δεν θα τολμήσει να πει τίποτα όταν θα την παρουσιάσω για νύφη μας. Πώς μου ζητάς να τους παρουσιάσω κάποια που τους σέρβιρε καφέ. Την δούλα μας!»

Όλη την  νύχτα ο Μιχάλης προσπαθούσε να βρει λύση! Όλη τη νύχτα προσπαθούσε να φανταστεί τον εαυτό του χωρίς την Ιωάννα του και δεν μπορούσε! Πώς μπορούσε, εκείνη δεν του ζητούσε τίποτα…Μόνο τον κοιτούσε με τα όμορφα βουρκωμένα μάτια της.

Το ξημέρωμα πρέπει να έχει πάρει μια απόφαση. Στο τραπέζι του πρωινού πρέπει να  αναγγείλει στην οικογένεια τι αποφάσισε! Ελπίζει μόνο στη βοήθεια του αδελφού του. Σαν κληρικός που είναι ίσως μαλακώσει τον πατέρα τους… Εκείνος έδωσε τη μάχη με τον εαυτό του, τώρα σειρά είχαν εκείνοι.

Το πρωί τον βρήκε άυπνο αλλά και αποφασισμένο. Κατέβηκε στο τραπέζι, τους κοίταξε όλους γύρω γύρω και γυρνώντας στον πατέρα του είπε:

-Θα παντρευτώ την Ιωάννα την Κυριακή που μας έρχεται! Ελπίζω να μας δώσεις την ευχή σου.

-Ποτέ! Την κατάρα μου! Μάλαμα να πιάνεις, στάχτη να γίνεται! Ούρλιαξε ο πατέρας του.

-Αμαρτία πατέρα δεν το εννοείς! Πάρε πίσω αυτό που είπες. Παρακάλεσε ο αδερφός του

-Ποτέ! Δεν θέλω να τον ξαναδώ. Από αυτή τη στιγμή τον αποκληρώνω, δεν υπάρχει, μας ντρόπιασε. Ας την είχε αγαπητικιά, όχι να την παντρευτεί! Αυτό ποτέ.

Έξαλλος ο Μιχάλης βγήκε από το δωμάτιο. Κι άλλες φορές είχε διαφορές με τον πατέρα του αλλά αυτή τη φορά πάει πολύ.

Μόνο τα βιβλία του τα ρούχα και τις αναμνήσεις του πήρε απ’ αυτό το σπίτι. Και την Ιωάννα του. Μόνο παρακαλούσε να φανεί αντάξιός της.

Ο πατέρας του τον αποκλήρωσε, πράγματι. Ο Μιχάλης από την άλλη άλλαξε το επώνυμό του. Δεν ήθελε καμία σχέση με την οικογένεια, όπως και αυτοί μαζί του. Μόνο ο αδελφός του που σε λίγο έγινε Δεσπότης, μόνο αυτός κράτησε επαφή μαζί του.

Δεν ήθελε κανέναν ο Μιχάλης, είχε τους φίλους του. Θα τα κατάφερνε, θα έχτιζε τη ζωή του από την αρχή με τις δικές του δυνάμεις. Τι νόμιζε ο πατέρας του; Είχε μόρφωση, γνώσεις, θα τα κατάφερνε. Μόνο ένα αγκάθι τον βασάνιζε στο βάθος του μυαλού του και τον επηρέαζε, αυτό το «Μάλαμα να πιάνεις στάχτη να γίνεται…».

Σμύρνη 1898.

Ο Μιχάλης, όρθιος μπροστά στη χόβολη, ψήνει καφέδες. Το καφενείο είναι γεμάτο κόσμο. Εκείνος χαμένος στις σκέψεις του δεν ακούει τον Ζαϊμ μπέη που του μιλάει.

-Να σε φιλέψω μια ρακή, να πάνε τα σεκλέτια κάτω; Τι σε τρώει Μιχαήλ αφέντη μου;   Κοιτάει τον διπλανό του κοροϊδευτικά. Τους αρέσει να τον τσιγκλάνε να λέει ιστορίες από την παλιά του ζωή. Συνήθως δεν τον πιστεύουν .

Ο Μιχάλης τους κοιτάει και αναλογίζεται πόσοι έφυγαν από κοντά του στα δύσκολα. Φίλοι… συγγενείς …Μόνο η Ιωάννα του του έμεινε, βράχος δίπλα του.  Στην αρχή δεν έχει παράπονο, όλοι οι φίλοι, του στάθηκαν. Κάποιοι ζήλεψαν την αποκοτιά του, η μπορεί να περίμεναν ότι θα τα ξαναβρεί με την οικογένεια και στα πάνω του θα κερδίσουν και αυτοί. Η αλήθεια είναι ότι όσο και να προσπάθησε δεν πλούτησε ποτέ. Όταν έγινε η επέκταση του σιδηρόδρομου Γαλατά-Πέρραν και επένδυσαν με το συνεταίρο του κάτι έβγαλε. Το 1875 όμως ο Γάλλος συμφοιτητής του τον έπεισε να αγοράσουν Κορινθιακή σταφίδα (για 5 μεταλίκια αλλά η τιμή έπεσε στα 3 μεταλίκια) έχασε αρκετά. Μα και στα έργα του Τρικούπη που επένδυσε με τους φίλους του, δεν έμεινε πολύ γιατί εκείνος είχε μικρά παιδιά και εκείνοι ήθελαν κερδοσκοπία. Ας είναι. Ευτυχώς καλοπάντρεψε την μεγάλη κόρη του τη Δέσποινα! Έχει με τον άντρα της δυο μπακάλικα απέναντι από την Αγία Παρασκευή, του έκαναν και εγγόνια. Μα και η Κατίνα και η Ουρανία βρήκαν καλούς άνδρες δουλευταράδες.

Σταμάτησε την ονειροπόληση και σέρβιρε  τους καφέδες. Πήρε τη ρακή που τον κέρασαν. Ναι η ρακή βοηθούσε τώρα τελευταία. Βοηθούσε να ξεχνά όλα τα αν  της ζωής του. Θα ήθελε να είναι στα εγκαίνια του Orient Express στη  Πόλη το 1883, αλλά είχαν έρθει ήδη στην Σμύρνη. Κοίταξε ψηλά στο παράθυρο που έβλεπε στο δρόμο. Το φως λιγόστεψε, πρέπει να πάει στο σπίτι του στην Ιωάννα του και το Μαρικάκι του που χρόνισε πια. Σε λίγες μέρες πιάνει λιμάνι και ο Ιωακείμ του. Καλό παιδί μυαλωμένο. Μόνο ο Μανώλης του να ζούσε τον έχασαν δεκαοκτάχρονο παλληκαράκι. Πόσο του έμοιαζε, αψύς, τζαναμπέτης! Εκείνο το βράδυ τον μάλωσαν δεν θυμόταν πια γιατί. Κοιμήθηκε στην ταράτσα, δεν κατέβηκε ούτε όταν έγινε μούσκεμα από τη βροχή. Άσχημο κρύωμα είπε ο γιατρός, δεν συνήλθε ποτέ…Ήπιε μια τελευταία ρακή και γύρισε να φύγει. Άραγε ο Ιωακείμ έπιασε στην Πόλη; Είδε τον αδελφό μου, σκέφτηκε ο Μιχάλης. Βγήκε σκυφτός σε δυο βήματα κάπως ζαλίστηκε, κύλησε κάτω . Έτρεξαν περαστικοί να τον βοηθήσουν! «Παραμιλάει, τι λέει; Μάλαμα να πιάνεις στάχτη να γίνεται». Μα τι σημαίνει; Δεν βγάζει νόημα!…

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook