Στέλιος Βορεινός

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Ο ανταποκριτής του ιδιωτικού καναλιού LIGHT στεκόταν μπροστά από το κτίριο της Γ.Α.Δ.Α. και έλεγε: «… Η αστυνομία αναζητεί ακόμα τον κατά συρροή δολοφόνο Στέλιο Βορεινό. Ο διοικητής της μονάδας που έχει συσταθεί ειδικά για τον Βορεινό, ο ταξίαρχος Βασίλης Λαμπρόπουλος, συνιστά σε όλους τους πολίτες, και κυρίως στις νεαρές γυναίκες, να μην βγαίνουν χωρίς παρέα, ειδικά τα βράδια. Όπως καταλαβαίνεις, Χρήστο, όπως μπορεί να αντιληφθεί και ο κόσμος, το κυνηγητό του Βορεινού σε όλη τη χώρα, καθώς και οι πέντε δύστυχες γυναίκες που έπεσαν θύμα της μανίας του, σημαίνουν μόνο ένα πράγμα: ο άνθρωπος αυτός είναι πολύ επικίνδυνος».

  «Στάθη, νομίζω πως όλοι το έχουμε αντιληφθεί πλέον αυτό», συμφώνησε ο δημοσιογράφος στο πλατό και έδειχνε στενοχωρημένος, λες και είχε χάσει κάποιο μεγάλο στοίχημα.

«Τον πούστη. Ελπίζω να τον πιάσουν και να τον καθαρίσουν», είπε ένας τύπος. «Εγώ αυτό θα έκανα στη θέση τους. Σιγά μην καθόμουν να τον συλλάβω. Αυτός πρέπει να πεθάνει».

«Μωρέ, ας έκανε τίποτα στην κόρη μου ή στην γυναίκα μου και θα τον έσφαζα στο γόνατο», είπε ο φίλος του.

Παραδίπλα, ο Στέλιος Βορεινός χαμογέλασε με την αφέλεια και την ψευτομαγκιά των τύπων. Είχε μπει πριν μισή ώρα στην καφετέρια Coffee Now και κάθισε σε ένα γωνιακό τραπέζι, έχοντας μπροστά του ένα ποτήρι με εσπρέσο. Φορούσε σκούφο και ψεύτικα γυαλιά μυωπίας, ενώ είχε αφήσει και τα γένια του να μεγαλώσουν και να καλύψουν το υπόλοιπο πρόσωπό του. Τα ρούχα του αποτελούνταν από ένα τζιν παντελόνι, αθλητικά παπούτσια, μπλούζα και μαύρο μπουφάν. Είχε κάτσει με πλάτη προς το υπόλοιπο μαγαζί, για να έχει θέα προς τους παρακείμενους δρόμους, αλλά και για να αποφύγει τις περίεργες ματιές των λοιπών πελατών. Ο φωτισμός ήταν χαμηλός και το σκοτάδι έξω από την καφετέρια βοηθούσε ώστε να μένει σε μεγάλο βαθμό εκτός πλάνου από όποιον κυκλοφορούσε –κυρίως πελάτες που έβγαιναν να καπνίσουν.

Ο μπάρμαν άκουσε τις διαμαρτυρίες κάποιων νεαρών πελατών και σήκωσε το τηλεχειριστήριο, χαμήλωσε την ένταση της τηλεόρασης και αύξησε τον ήχο στο λάπτοπ. Στο χώρο διοχετεύτηκε το Happier, των Marshmello & Bastille και οι περισσότερες συζητήσεις καλύφτηκαν επιμελώς.

Οι τύποι συνέχισαν την άσκοπη κουβέντα τους, για το τι θα έκαναν έτσι και τον έβρισκαν, αλλά ο Βορεινός δεν τους άκουγε πλέον. Κοίταξε γύρω του, μήπως τον πλησίαζε κανείς, και, αφού βεβαιώθηκε ότι δεν υπήρχε απειλή, έβαλε το χέρι του στην εσωτερική τσέπη του μπουφάν του και έβγαλε τις φωτογραφίες των θυμάτων του. Τις είχε τραβήξει με το κινητό της καθεμιάς, ενώ εκείνες αργοπέθαιναν, βιασμένες επί μια εβδομάδα έκαστη, με φλέβες κομμένες και γυμνές. Ήταν εξαιρετικά επώδυνες οι τελευταίες τους στιγμές. Το αίμα λίμναζε κάτω από τα πληγιασμένα πέλματά τους και εκείνες έχαναν τον χρόνο τους με κούφιες παρακλήσεις. Ζητούσαν το έλεός του. Οι ανόητες, σκέφτηκε ο Βορεινός. Μα ήταν δυνατόν να πιστέψουν κάτι τέτοιο; Σιγά μην τις ανακούφιζε. Αυτός ήταν στο σπίτι της καθεμιάς και απολάμβανε το κρασί της, λίγο πιο πέρα από εκείνη. Επίσης γυμνός και με στύση που συγκρατούσε για αργότερα, όταν θα ξεκινούσαν οι επιθανάτιοι ρόγχοι, η μάταιη εκείνη προσπάθεια του εγκεφάλου να πείσει τους πνεύμονες να εισπνεύσουν καλύτερα το οξυγόνο, για να συνεχίσει ο οργανισμός την λειτουργία του.

Εδώ και δέκα μήνες ήταν στους δρόμους και ικανοποιούσε τις ορέξεις του. Η ιδέα, όμως, δεν ήταν πρόσφατη. Από μικρός είχε την τάση να κάνει κάτι δυσάρεστο σε κάποιον άλλο. Αλλά δεν τα κατάφερνε. Σαν παιδί, ήταν αδύνατος και αρρώσταινε εύκολα. Τις μέρες που μπορούσε να πάει στο σχολείο τις περνούσε ψάχνοντας μια ευκαιρία, αλλά αυτή δεν ερχόταν ποτέ. Ως προς αυτό, είχε καταλήξει από χρόνια, έφταιγε και ο ίδιος, αν όχι μόνο ο ίδιος, επειδή ήξερε πως δεν μπορούσε να τα βάλει με άλλα παιδιά. Τα έβλεπε που έπαιζαν ή που παρίσταναν ότι ενδιαφέρονται για το μάθημα, τα άκουγε που μιλούσαν ζωηρά και που γελούσαν ή που έκλαιγαν. Μύριζε τις οσμές του σώματός τους όταν ίδρωναν. Ήταν εκεί, κοντά του, όμως ο Βορεινός δεν είχε το κουράγιο και τις σωματικές δυνατότητες να πράξει καταπώς ήθελε. Στα μάτια του, το σώμα του εκάστοτε παιδιού έμοιαζε πιο μεγάλο απ’ ό,τι ήταν. Στα αυτιά του, οι κραυγές τους ήταν δυνατές σαν βρυχηθμός λιονταριού. Στην μύτη του, τα αρώματα που χρησιμοποιούσαν και βιολογικές μυρωδιές τους του ήταν άγνωστες. Τον τρόμαζε το ενδεχόμενο να βλάψει κάποιο παιδί –για ενήλικα, δε, ούτε λόγος.

Ήταν αδύναμος σαν χαρακτήρας. Έτσι σκεφτόταν τον εαυτό του. Ήταν ένας looser. Ένα φοβισμένο ανήλικο, που ήθελε να κάνει τόσα πολλά, μα που έμενε άπραγο, καταντώντας να τρέμει και να έχει πονοκεφάλους από τις ιδέες, από τη νοσηρή του φαντασία που δεν έβρισκε διέξοδο, και συσσωρευόταν σε ένα όλο και πιο κλειστοφοβικό περιβάλλον, και μοιρολογούσε.

Τουλάχιστον, μέχρι που ο Βορεινός έκλεισε τα οχτώ. Τότε έγινε μια «μικρή» αρχή με ζωντανά πλάσματα.

Οι γονείς του, ο Βαγγέλης και η Ματίνα, παράλληλα με τις δουλειές τους, έτρεχαν και για τον Στέλιο τους. Δεν είχαν καταλάβει εξ αρχής ότι κάτι συνέβαινε με αυτόν, δεν έδωσαν σημασία στα σημάδια που εμφάνιζε. Όπως την επιμονή του να καταστρέφει τα έστω και λίγα παιχνίδια που υποτίθεται ότι του άρεσαν πολύ. Δεν κατάλαβαν πως, από ένα σημείο και μετά, απλά ήθελε να του παίρνουν φιγούρες υπερηρώων μόνο και μόνο για να τις διαμελίζει. Θεωρούσαν πως ήταν παιδιάστικα τερτίπια του Στέλιου.

«Αν δεν τα κάνει τώρα», έλεγε η Ματίνα στις γειτόνισσες που είχαν παρατηρήσει την παράξενη συμπεριφορά του μικρού, «πότε θα τα κάνει; Όταν θα είναι πολύ μεγάλος για να παίζει;»

«Μα τα καταστρέφει», επέμενε κάποια. «Είναι ολοκαίνουρια, βρε Ματίνα, για όνομα του Θεού. Ο δικός μου, που είναι στην ηλικία του Στέλιου, δεν κάνει τέτοια πράγματα πια».

«Άλλο ο δικός σου, άλλο ο Στέλιος μου».

Η Ματίνα δεν ήξερε τότε πόσο δίκιο είχε. Δεν το ήξερε και δεν το έμαθε και δεν το συνειδητοποίησε σε όλο του το αιματηρό μεγαλείο, παρά πάνω από μια δεκαετία αργότερα, όταν ο Στέλιος έπιασε δουλειά σε εργοστάσιο της Αθήνας και, μέσα στον τρίτο χρόνο εργασίας του, ένα περιπολικό επισκέφτηκε το πατρικό του σπίτι και δύο αστυνομικοί βομβάρδισαν με ερωτήσεις τον Βαγγέλη και έπειτα την Ματίνα, για να ακολουθήσουν αργότερα οι δημοσιογράφοι με τα επίμονα τηλεφωνήματά τους. Τότε ήταν που, μες στα κλάματα και την ντροπή, έκαναν τους σωστούς συνειρμούς: είδαν στα δελτία ειδήσεων τις νεκρές γυναίκες και μετά θυμήθηκαν τις πολλές νεκρές γάτες και τα δύο νεκρά αδέσποτα σκυλιά που είχαν βρεθεί πριν χρόνια σε μικρή απόσταση από το σπίτι, ακίνητα, άδεια από την ουσία της ύπαρξης. Και δεν ήξεραν πώς θα έπρεπε να το διαχειριστούν αυτό.

Ο Βορεινός αναστέναξε και τέλειωσε με τον καφέ του. Από τα μεγάφωνα τώρα ακουγόταν το Sweet but Psycho, της Ava Max. Έριξε μια ματιά έξω από τη τζαμαρία και είδε πως είχαν βγει κι άλλοι για να καπνίσουν.

Οι γονείς του. Είχε μιλήσει πρόσφατα μαζί τους, για πολύ λίγο. Τον κατσάδιασαν. Η ίδια ερώτηση συνέχεια: «Γιατί, αγόρι μου; Γιατί;» Δεν προλάβαινε να τους απαντήσει και συνέχιζαν. Τον τσάντιζαν, ενώ αυτός ήθελε απλά να τους πει τα νέα. Τα υπέροχα νέα.

Ήταν ξανά στην πόλη. Είχε έρθει γι’ αυτούς.

«Μαμά, μπορείς να σκάσεις για λίγο; Ε;» είχε αναγκαστεί να φωνάξει, ρισκάροντας να τραβήξει ανεπιθύμητη προσοχή.

Η Ματίνα έκλαψε και όντως δεν μίλησε για μερικά δευτερόλεπτα. Ο Στέλιος ήταν έτοιμος να της ανακοινώσει την άφιξή του, όταν εκείνη είπε με όση φωνή είχε: «Ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή που σε γέννησα! Καταραμένε φονιά! Αυτό είσαι, ένας φονιάς. Η κατάρα όλων εκείνων των πατεράδων και των μανάδων των άτυχων κοριτσιών θα σε κυνηγάει για… για πάντα. Και ξέρεις κάτι; Θα… θα έχουν και τη δική μου συμπαράσταση. Θα είσαι κ-καταραμένος. Ανάθεμά σε! Καταραμένος να είσαι, να μη σε δεχτεί ποτέ το χώμα. Ποτέ!»

Αναθεματισμένη σκύλα! Ο Στέλιος το είχε σκεφτεί, αλλά δεν μίλησε. Άκουσε την μητέρα του να βογκάει και τον πατέρα του να φωνάζει το όνομά της, τρομαγμένος. Μετά ακούστηκε ένας δυνατός κρότος και η κλήση διακόπηκε. Λίγο αργότερα, ο νεαρός εισήλθε στο Coffee Now.

Τώρα ένα αμάξι πέρασε έξω από την καφετέρια και κόρναρε.

Ήξερε ότι θα πήγαινε τελικά να τους βρει. Ήταν αναπόφευκτο. Βασικά, γι’ αυτό είχε έρθει εδώ. Αλλιώς θα έπρεπε να μπει στο πρώτο λεωφορείο και να φύγει από την πόλη. Όμως, δεν υπήρχε περίπτωση να εξαφανιστεί -γιατί αυτό θα έκανε για πολύ καιρό, μέχρι να κοπάσει ο θόρυβος και να ξεχαστεί σιγά-σιγά το ζήτημα των φόνων και του κυνηγητού του από την αστυνομία-, χωρίς να πει έναν τελευταίο λόγο στους γονείς του. Έστω, ένα γεια από κοντά. Και μετά, θα έφευγε για πάντα από την ζωή τους.

Έβαλε τις φωτογραφίες στην τσέπη του, ακριβώς στο ύψος της καρδιάς του -εκεί που ένιωθε ότι είναι πιο ασφαλείς. Άφησε τρία ευρώ στο τραπέζι και σηκώθηκε. Βγήκε από την καφετέρια. Κούμπωσε το μπουφάν του. Εισέπνευσε τον αέρα της ορεινής του πόλης. Το δέρμα του ανατρίχιασε για μια στιγμή, μέχρι που θυμήθηκε την κρύα ατμόσφαιρα, και κατακάθισε ξανά. Άκουσε συνομιλίες και περπατησιές αδιάφορων ανθρώπων. Μνήμες ξανάρθαν στο μυαλό του. Μνήμες από εκείνο το παρελθόν, από τις πρώτες του αιματοβαμμένες φορές.

Άρχισε να περπατάει. Ακολούθησε την πιο σύντομη διαδρομή. Προχωρούσε και παρατηρούσε τα πάντα δεξιά, αριστερά και μπροστά του. Ελάχιστοι άνθρωποι κυκλοφορούσαν τέτοια ώρα. Η αλήθεια ήταν πως δεν υπήρχαν πολλές επιλογές για διασκέδαση εδώ. Κάτι καφενεία, κάνα δυο μπαρ της προκοπής, μερικά μαγαζιά για ρούχα και καλλυντικά και, απόγευμα Σαββάτου και Κυριακής, τα μικρά γήπεδα ποδοσφαίρου. Ο Στέλιος θυμόταν ένα σινεμά στην ανατολική πλευρά της πόλης, το οποίο όμως είχε κλείσει την τελευταία πενταετία. Ακόμα και οι πλατείες της πόλης, τις οποίες είχε επισκεφτεί νωρίτερα, απέπνεαν την ίδια παλιά κατήφεια, που θυμόταν: σαν να είχαν υπολογίσει οι αρχιτέκτονες ότι η πόλη θα ήταν μίζερη μια ζωή, οπότε είχαν αποφασίσει να τονίσουν αυτή την αίσθηση με αδιάφορες πλατείες.

Βέβαια, εγώ είχα φροντίσει να αποκτήσουν λίγη ζωηράδα, σκέφτηκε και χαμογέλασε, ενθυμούμενος πως, σε ηλικία δεκαπέντε ετών, είχε κουβαλήσει νυχτιάτικα μέσα σε μια σκουπιδοσακούλα τρεις νεκρές γάτες, τις οποίες αράδιασε στις πλατείες. Έπεφταν στο πλακόστρωτο μαζί με μια μεγάλη ποσότητα αίματος –πλατς!

Πόσο είχαν φρίξει τότε, ε; Ακόμα και παπάδες έφεραν, για εξορκισμό.

Ωραίες στιγμές τότε.

Ο Βορεινός γέλασε, ενώ έστριβε σε μια ακόμα γωνία. Δύο στενά παρακάτω ήταν το πατρικό σπίτι του. Πώς θα αντιδρούσαν άραγε οι γονείς του όταν θα εμφανιζόταν στο κατώφλι τους; Θα του έδιναν μια ευκαιρία ή θα τον απόπαιρναν κι άλλο; Βασικά, μιας και το σκεφτόταν, δεν ήξερε ποιο από τα δύο θα ήταν καλύτερο. Αν τον δέχονταν, θα γινόταν πολύ μελό η κατάσταση. Αντίθετα, αν του φώναζαν, θα είχε ένα κάποιο ενδιαφέρον, να υπάρξει λίγη ένταση και…

Από τις σκέψεις του τον έβγαλε ένα παρατεταμένο γάβγισμα.

Αλήθεια τώρα;

Γύρισε και είδε ένα σκυλί με μαύρο και καφέ τρίχωμα. Αδύνατο, χωρίς λουρί, χωρίς κολάρο, χωρίς αλυσίδα και, κυρίως, χωρίς περιφραγμένο κήπο να το προστατεύει.

Κάτι από τα παλιά, ε;

Το σκυλί γάβγισε κι άλλο, αλλά μετά άρχισε να κλαψουρίζει και να οπισθοχωρεί. Μακριά από τους δρόμους και προς πιο σκοτεινές γωνίες. Ο Βορεινός το ακολούθησε με τα χέρια έξω από τις τσέπες. Δεν του μίλησε, ούτε προσπάθησε να το καθησυχάσει. Δεν ήθελε να χάσει το σκυλί τη ζοφερή ομορφιά του τρόμου στο βλέμμα του.

Δεν κράτησε πολύ η μάχη και, στο τέλος, ο Βορεινός, καθώς έβγαινε από τους θάμνους με το μπουφάν σκισμένο και τα χέρια του πληγιασμένα, όφειλε να παραδεχτεί ότι το εν λόγω ζώο ήταν το μόνο που του είχε φέρει ποτέ μια κάποια αντίσταση.

Ένιωθε αναζωογονημένος ξανά.

Όμως, όταν έφτασε έξω από το πατρικό του, σταμάτησε και κρύφτηκε. Διότι είδε ένα ασθενοφόρο, τον πατέρα του και δύο τραυματιοφορείς να μεταφέρουν την μητέρα του σε ένα φορείο και να την τοποθετούν στο εσωτερικό του ασθενοφόρου.

Αναθεμάτισε. Τώρα βρήκες, μάνα; Ε; Νομίζεις ότι έτσι θα τη γλυτώσεις; Χα, είσαι πολύ γελασμένη, μου φαίνεται.

Το ασθενοφόρο απομακρύνθηκε τελικά.

Ο Βορεινός είδε τον πατέρα του να κλειδώνει την εξώπορτα του σπιτιού και μετά να προχωράει προς το αγροτικό του.

Βγήκε από τις σκιές.

Ο Βαγγέλης Βορεινός μπήκε στο αμάξι του αγχωμένος και δεν πρόσεξε την κινούμενη φιγούρα που τον πλησίαζε, παρά μόνο όταν άνοιξε η πόρτα του συνοδηγού.

«Γεια σου, πατέρα. Και από κοντά».

Ο Βαγγέλης είδε με τα θολά από δάκρυα μάτια του τον γιο του να χαμογελάει δίπλα του. Παρά τα τρικ για αλλοίωση των χαρακτηριστικών του, ήξερε ότι ήταν ο Στέλιος. Ξαφνικά, το αγαπημένο του αγροτικό έμοιαζε σαν κλειστοφοβικός θάλαμος από στρατόπεδο συγκέντρωσης. «Τι θες εσύ εδώ;»

«Να σας δω. Τι άλλο;»

«Ξέρεις τι κακό έχεις κάνει; Έχεις συνειδητοποιήσει ότι σκότωσες ανθρώπους; Ότι σε κυνηγάει η αστυνομία;»

«Για το τελευταίο, δεν θα το έλεγα. Είναι άχρηστοι. Μόνο από τύχη θα με έβρισκαν».

«Φύγε. Δεν σε θέλω στο αμάξι μου. Δεν σε θέλω γενικά. Ούτε εγώ, ούτε… ούτε η Ματίνα».

«Μιας και την ανέφερες», είπε ο Στέλιος και έβγαλε το σουγιά που είχε κλέψει από ένα μίνι μάρκετ της πόλης, «λέω να την επισκεφτούμε στο νοσοκομείο. Τι λες κι εσύ;»

Ο Βαγγέλης κοίταξε τη λεπίδα. «Αλλιώς τι; Θα σκοτώσεις και εμένα; Εκεί θα φτάσεις;»

«Απλά οδήγα. Μπαμπά».

«Δεν σε θέλει. Δεν θα αντέξει αν σε δει».

«Μπα, η μαμά δεν πεθαίνει τόσο εύκολα. Άσε που είμαι ο μοναχογιός της. Οδήγα τώρα».

Είκοσι λεπτά μετά, έφτασαν στο νοσοκομείο. Ο Βαγγέλης βγήκε πρώτος και ο Στέλιος τον ακολούθησε από δίπλα. Έμαθαν ότι η Ματίνα περνούσε ήδη από ιατρικό έλεγχο.

«Θα περιμένουμε», είπε ο Βαγγέλης και προχώρησαν στο διάδρομο.

Πέρασαν περίπου δέκα λεπτά, έως ότου τους ενημερώσουν ότι η Ματίνα θα πήγαινε σε θάλαμο.

«Τέλεια», σχολίασε ο Στέλιος.

Άλλα είκοσι λεπτά αργότερα, είδαν την Ματίνα σε ένα ακόμα φορείο. Ο τραυματιοφορέας το έσπρωχνε προς το μέρος τους. Ο Στέλιος χαμογέλασε.

«Προς τα πού;» ακούστηκε μια φωνή.

«Εκεί είναι τα εξωτερικά ιατρεία. Θα τον εξετάσουν», απάντησε μια άλλη.

Για τρία δευτερόλεπτα, δεν έγινε τίποτα. Η Ματίνα πλησίαζε και ο Στέλιος δεν έδινε δεκάρα για οτιδήποτε άλλο γύρω του.

Ώσπου ο Βαγγέλης ούρλιαξε: «Ο ΒΟΡΕΙΝΟΣ! Ο ΦΟΝΙΑΣ ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ!»

Ο Στέλιος γύρισε και είδε πως ο πατέρας του έτρεχε. Πλησίαζε τρεις τύπους, έναν χλωμό άντρα με χειροπέδες και δύο με μπλε στολή, που τον κρατούσαν από τα μπράτσα. Και συνέχισε να φωνάζει: «Ο ΒΟΡΕΙΝΟΣ, Ο ΣΤΕΛΙΟΣ ΒΟΡΕΙΝΟΣ! ΝΑ, ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ!»

Γαμημένε, έβρισε ο Στέλιος.

Οι αστυνομικοί τα έχασαν για μια στιγμή. Όμως, μετά ο ένας είπε στον άλλο: «Κράτα τον». Αναφερόταν στον κρατούμενο. Έπειτα, έπιασε το περίστροφο, λέγοντας, «Στέλιο Βορεινέ, ακίνητος!»

Όσοι ήταν τριγύρω κοιτούσαν με ανοιχτό στόμα.

Ο Στέλιος δεν έμεινε στάσιμος. Στράφηκε και όρμησε προς το φορείο. Προς την Ματίνα, βγάζοντας το σουγιά. Ο τραυματιοφορέας ήταν έτοιμος να τον σταματήσει, όμως ο Στέλιος τον μαχαίρωσε στην κοιλιά και ο άντρας οπισθοχώρησε, βογκώντας.

«ΑΚΙΝΗΤΟΣ!» ούρλιαξε ο αστυνομικός, που είχε πλέον σηκώσει το όπλο του και σημάδευε τον Στέλιο.

Ο Βορεινός δεν υπάκουσε. Σήκωσε το δικό του όπλο και ετοιμαζόταν να το φέρει στο λαιμό της μητέρας του, τη στιγμή που ακούστηκε ένας εκκωφαντικός θόρυβος. Ο Βορεινός ένιωσε κάτι να τρυπάει το στήθος του και ένας οξύς πόνος απλώθηκε στο κορμί του.

Αλλά δεν τον σταμάτησε. Η Ματίνα, στο μεταξύ είχε ξυπνήσει, και κοιτούσε τον γιο της με γουρλωμένα μάτια.

«Γεια σου, μητέρα», της είπε και ύψωσε τον σουγιά του.

Μετά ακούστηκε ένας ακόμα πυροβολισμός. Κι άλλος ένας.

Δύο τρύπες έχασκαν πλέον στο κεφάλι του Στέλιου.

Κι αυτός ακόμα στεκόταν όρθιος και ανάπνεε.

«Τι στο καλό;» αναρωτήθηκε ο αστυνομικός.

«Ρίχ’ του ξανά!» του είπε ο συνάδελφός του.

Ο άλλος το έκανε. Ξανά και ξανά και ξανά.

Οι σφαίρες πλήγιαζαν το σώμα του Στέλιου, αλλά δεν τον σκότωναν.

Όπως όλοι στο χώρο, έτσι και ο Στέλιος δεν καταλάβαινε πώς γινόταν αυτό. Θα έπρεπε να είχε πεθάνει από τη δεύτερη κιόλας σφαίρα, ίσως και από την πρώτη. Αλλά, αντ’ αυτού, εκείνος ζούσε.

Η συνειδητοποίηση έφερε ένα σωρό σκέψεις στο μυαλό του. Χαμογέλασε και απομακρύνθηκε από την Ματίνα. Προχώρησε προς τους αστυνομικούς. Εκείνοι είχαν βγάλει τα κλομπ και ο ένας φώναζε στον ασύρματο.

Η μάχη δεν κράτησε πάνω από πέντε λεπτά. Ό,τι και να του έκαναν του Στέλιου, όσα χτυπήματα κι αν του έριχναν στο κεφάλι, αυτός συνέχιζε. Και τους σκότωσε τελικά.

«Π-πώς;» ρώτησε ο πατέρας του. «Πώς γίνεται… να ζεις;»

Ο Στέλιος δεν είχε ιδέα.

Αλλά κάπου πιο πίσω η Ματίνα βασανιζόταν από τις τύψεις. Γιατί θυμήθηκε τι της είχε πει η μητέρα της πολλά χρόνια πριν. Οι κατάρες της μάνας πάντα πιάνουν. Και η Ματίνα είχε καταραστεί τον Στέλιο. Καταραμένος να είσαι, να μη σε δεχτεί ποτέ το χώμα.

Κι αυτό γινόταν. Ο Στέλιος δεν πέθαινε, αλλά αυτό δεν ίσχυε και για τα θύματά του.

Η Ματίνα είχε δημιουργήσει πλέον έναν απέθαντο φονιά.


Σημειώσεις: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα.

Μπορείτε να βρείτε όλα τα κείμενά μου στο TheBluez.gr εδώ: https://thebluez.gr/author/anastkom/.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook