Στην πόλη της Λία Ο’ Κόνορ – 8

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Προηγούμενο

Ο Κάρτερ, αρχικά, σήκωσε το κεφάλι. Δεξιά και αριστερά. Ήταν περικυκλωμένος από ανθρώπους με δαυλούς στο ένα χέρι και όπλο στο άλλο. Τον σημάδευαν όλοι τους. Εκτός από τον ίδιο τον Κάβανα που σημάδευε με δυο ρεβόλβερ την Λία και τη Βικτώρια Ο’ Κόνορ, οι οποίες στέκονταν κοντά στον ιδιοκτήτη του σαλούν. Η Λία έκλαιγε στην αγκαλιά της μητέρας της. Και οι δυο κοιτούσαν τον Κάρτερ.

«Σήκω, κύριε ομοσπονδιακέ πιστολέρο» είπε ο Κάβανα με χαμόγελο.

Ο Κάρτερ σηκώθηκε. Αγνάντεψε τον άλλο. Αλλά δεν μίλησε.

«Θα αναρωτιέσαι τι συμβαίνει εδώ».

Ο Κάρτερ δεν μίλησε.

«Ω, μην κάνεις σαν παιδί. Αντιμετώπισε την μοίρα σου σαν άντρας, κύριε Κάρτερ».

«Πού είναι η Κέιτι;»

«Ω. Η κόρη μου; Εδώ, φυσικά». Ο Κάβανα έκανε νόημα σε δύο τύπους, οι οποίοι ήρθαν μπροστά και πέταξαν στο έδαφος την Κέιτι, που το πρόσωπό της είχε μπλαβιάσει, μειώνοντας την ομορφιά της. Εκείνη κοίταξε τον Κάρτερ, με υποταγμένο βλέμμα.

Ο πιστολέρο τής ένευσε. «Δεν πειράζει» της είπε. «Καταλαβαίνω».

«Επίτρεψε μου να αμφιβάλλω, κύριε Κάρτερ» είπε ο Κάβανα. «Δε φαίνεσαι να έχεις ιδέα για το τι συμβαίνει». Κοίταξε τον πιστολέρο, εστιάζοντας στις πληγές που του είχε προκαλέσει ο Raw Head. «Εδώ που τα λέμε, φαίνεσαι να έχεις τα μαύρα σου τα χάλια».

«Τι θες, Κάβανα;»

«Τι θέλω; Μα τι άλλο; Την αιώνια δύναμη που προσφέρει ο Ankοu, ο Καταραμένος Ιερέας. Ο πιο ισχυρός δαίμονας που υπάρχει. Έχει απεριόριστη δύναμη. Θα μπορώ να κάνω ό,τι θέλω και να κυριαρχήσω στον αναθεματισμένο κόσμο. Όχι μόνο στην Αμερική. Αλλά παντού». Ο Κάβανα πίεσε την κάννη του κάθε όπλου του στη μέση της Λία και της Βικτώρια, αντίστοιχα. Εκείνες μόρφασαν. Η Βικτώρια είπε στην Λία «Εντάξει, καλή μου. Μη φοβάσαι».

«Μη λες ψέματα στο παιδί, κυρία Ο’ Κόνορ» τη μάλωσε ο Κάβανα. «Όλοι ξέρουμε καλά ότι αυτή η βραδιά θα είναι μοναδική. Και η τελευταία για εσάς τους τρεις». Έδειξε και τον Κάρτερ. «Βλέπεις, κύριε ομοσπονδιακέ, έχουμε την τύχη να θυσιάσουμε στους αγαπητούς δαίμονες μια μητέρα και το παιδί της. Σχέση αίματος, καταλαβαίνεις; Είναι πολύ σημαντική στις θυσίες. Και η Banshee, ο Fachan και ο Raw Head θα εκτιμήσουν πολύ τα δώρα μας».

Πάνω που τους ανέφερε, βγήκαν από τις φλόγες οι τρεις δαίμονες. Στάθηκαν ανάμεσα στον Κάρτερ και τον Κάβανα, ενώ το Σπίτι των Sioux φώτιζε το χώρο με τις φωτιές του.

Ο κόσμος οπισθοχώρησε. Απομακρύνθηκε από κοντά τους. Κάποιοι σταυροκοπήθηκαν. Μερικά παιδιά έβαλαν τα κλάματα. Η Κέιτι είδε τη Banshee να έρχεται δίπλα της και να της χαμογελάει. Η κοπέλα δεν πρόφτασε να ουρλιάξει, παρά έπεσε αναίσθητη. Ο Κάβανα ούτε που νοιάστηκε να τη μαζέψει, μην τη φάνε.

Αντίθετα, φώναξε στους άλλους «Μη φοβάστε. Αυτό δεν περιμέναμε; Να εμφανιστούν μπροστά μας τούτα τα εξαίσια όντα και να μας βγάλουν από τη μιζέρια μας. Μην λιποψυχείτε τώρα».

«Έχεις τρελαθεί εντελώς;» τον ρώτησε ο Κάρτερ.

Ο Κάβανα γέλασε. «Όπως είπα και πριν, δεν καταλαβαίνεις. Αυτό το κτίσμα το είχαν φτιάξει οι Sioux για ένα και μόνο λόγο. Για να φυλακίσουν τον Raw Head. Κάποιος απ’ αυτούς, ο ίδιος που αργότερα φάνηκε λογικός όταν τους είπαμε να φύγουν με το καλό, τον είχε επικαλεστεί και ο Raw Head έκανε τη δουλειά του. Σαν σωστός δαίμονας. Οι Sioux, πολύ λιγότεροι απ’ όσους ζούσαν εδώ, δεν μπορούσαν να τον ξορκίσουν. Οπότε τον παγίδεψαν σε τούτο το σπίτι. Έβαλαν και την ονειροπαγίδα. Και δεν μπορούσε να βγει πλέον». Ο Κάβανα αναστέναξε. «Ε, μετά, εμείς, οι νέοι ιδιοκτήτες τούτης της γης, με επικεφαλής εμένα, όταν ανακαλύψαμε τι συνέβαινε με το Σπίτι, σκεφτήκαμε να το καταστρέψουμε. Αλλά, ευτυχώς, εγώ είχα μια καλύτερη ιδέα. Είπα πως, αν το ρίχναμε, οι δαίμονες θα απελευθερώνονταν. Και τότε τι θα γινόταν; Πώς θα τους αντιμετωπίζαμε, ε;»

Ο ίδιος που αργότερα φάνηκε λογικός, επανέλαβε με ειρωνεία μέσα του ο Κάρτερ. Αυτός κάλεσε τον Raw Head. Ο… «λογικός». Μάλιστα. Θυμήθηκε που ο Κάβανα του είχε πει ψέματα ότι ήταν τυχεροί που η Κέιτι «δεν τους είχε πει κάνα ψέμα για το Σπίτι των Sioux». Ινδιάνικους δαίμονες. Ό,τι χειρότερο μπορείτε να φανταστείτε, κύριε Κάρτερ. Καταραμένα ζώα, που διψούν για αίμα και ανθρώπινες ψυχές.

«Στην αρχή, είπα αυτά. Μετά, καθώς περνούσε ο καιρός και ρίχναμε ζώα στο δαίμονα, είπα στους ανθρώπους της πόλης μου πως μας είχε παρουσιαστεί μια μοναδική ευκαιρία. Μπορούσαμε να φέρουμε δύο δαίμονες από τη δική μας, κέλτικη μυθολογία, για να ενωθούν με τον Raw Head. Χρησιμοποιώντας ένα σχετικά άγνωστο γραπτό των προγόνων μας, Κελτών. Το Diabolus invocantem, που το βρήκε ο πάππους μου, όταν ήταν να μεταναστεύσουν. Δυστυχώς, το να φέρεις το Διάβολο στην Γη είναι πολύ δύσκολο, χρειάζονται υπερβολικά πολλές θυσίες, συν να μαζέψεις και βότανα και νυχτερίδες και ένα σωρό άλλα πράγματα. Αλλά υπάρχει ένα συγκεκριμένο χωρίο που αναφέρει πως η συνύπαρξη δύο ή περισσότερων καταραμένων αγγέλων, διαφορετικών θρησκειών, θα μπορούσε να αποφέρει τρομερά αποτελέσματα. Να δώσει απεριόριστη δύναμη σε αυτόν που θα τους επικαλεστεί και που θα τους δώσει ό,τι ποθούν. Ανθρώπινο αίμα. Ανθρώπινη σάρκα. Και ειδικά, από άτομα που έχουν συγγένεια. Σαν τις αγαπητές Ο’ Κόνορ, από δω». Χάιδεψε τα μαλλιά της Βικτώρια και της Λία. Εκείνες του φώναξαν, αλλά ο Κάβανα τις χτύπησε με τα ρεβόλβερ, αναγκάζοντάς τες να γονατίσουν και να κρατήσουν το πίσω μέρος του κεφαλιού τους. «Σκάστε!» είπε. «Αλλιώς θα σας σκοτώσω πριν την ώρα σας».

Ο Κάρτερ τα είδε και τα άκουσε όλα αυτά. «Τι έγινε με τον σερίφη Τζον Ο’ Κόνορ και τους βοηθούς του; Και με τον μάρσαλ;» ρώτησε.

Ο Κάβανα τον ξανακοίταξε. Πήγε να απαντήσει, αλλά το ξανασκέφτηκε. Γονάτισε και είπε «Βικτώρια, ίσως θα ήθελες να πεις εσύ τι απέγινε ο αντρούλης σου και τα τσιράκια του». Αυτή τη φορά, χάιδεψε -σχεδόν με στοργή- τα μαλλιά της γυναίκας.

Η Βικτώρια δεν αποκρίθηκε.

Ο Κάβανα τράβηξε μερικές τούφες από τα μαλλιά της και σύριξε σαν φίδι. «Πες τού ομοσπονδιακού τι παθαίνουν όσοι ανακατεύονται σε ξένες δουλειές. Πες τού!» Σηκώθηκε και σημάδεψε μάνα και κόρη.

Η Βικτώρια στράφηκε προς τον Κάρτερ. Είπε «Ο Τζον και οι βοηθοί του και ο μάρσαλ πήγαν να ελέγξουν το Σπίτι των Sioux. Ήθελαν να μας σώσουν. Να βάλουν ένα τέλος στο πρόβλημα με το καταραμένο Σπίτι. Όταν τους είδα ξανά… ήταν…» Η Βικτώρια ανασήκωσε τους ώμους της. «Ήταν νεκροί. Άδειοι».

«Αλλά ξέχασαν να πάρουν όλα τα όπλα μαζί τους» συμπλήρωσε ο Κάβανα «οπότε τα… δανειστήκαμε εμείς». Έδειξε τα ρεβόλβερ του, ενώ άλλοι κάτοικοι σήκωσαν για λίγο τις καραμπίνες. Το υπερηφανεύονταν.

«Κι όλα αυτά τα χρόνια» είπε ο Κάρτερ «δίνατε στους δαίμονες ανθρώπους; Της Silent Desert;» Σκέφτηκε, Τελικά, δεν ήταν ληστές και ντόπιοι οι δολοφόνοι των αστυνομικών. Ήταν δαίμονες. Που τους είχαν επικαλεστεί ντόπιοι.

«Ναι. Ανθρώπους. Ζώα. Ό,τι είχαμε. Αλλά μέχρι τώρα, όχι δύο συγγενείς μαζί. Κάποια στιγμή, μετά που ξεκάναμε τους μπάτσους, σκέφτηκα να δίναμε τους εναπομείναντες Ο’ Κόνορ. Τρεις, στο σύνολο. Τέλεια ευκαιρία. Αλλά η Βικτώρια πρόφτασε και ξαπόστειλε τον Σον και την μικρή». Αναστέναξε. «Δεν πειράζει, συμβαίνουν και αναποδιές. Αλλά έλα που βρήκα λύση και γι’ αυτό».

«Τι λύση;»

«Ας πούμε… Ας πούμε πως εκμεταλλεύτηκα λίγο την κατάσταση του Νότου. Παλιότερα, στα πλαίσια ταξιδιών που έκανα με άλλους από την Silent Desert, είχαμε έρθει σε επαφή με ισχυρά πρόσωπα διαφόρων Πολιτειών που πιστεύουν ότι τον Εμφύλιο τον κέρδισε η λάθος πλευρά. Αυτοί οι άνθρωποι, πιο εύπιστοι απ’ ό,τι φαντάστηκα, δέχτηκαν να συνδράμουν στον αγώνα μας. Μας έστελναν ενίοτε κάνα νέγρο, αρσενικό ή θηλυκιά. Απέφευγαν τους λευκούς, για ευνόητους λόγους. Αλλά με τους μαύρους δεν είχαν πρόβλημα. Όμως, και τότε μας τύχαιναν προβλήματα. Πχ κάποιος ξέφευγε. Ή αυτοκτονούσε πριν τον αναλάβουν οι δαίμονες. Γεγονός που δεν μας εξυπηρετούσε». Ανασήκωσε τους ώμους του.

«Όπως ο δικαστής Τέρνερ; Μήπως ήταν κι αυτός ανάμεσα σε αυτούς τους εύπιστους ισχυρούς;»

«Ναι. Ο Τέρνερ του Mississippi. Θέλει κι αυτός να δει ξανά τον Νότο ελεύθερο από τις ανοησίες μερικών Βορείων, όπως ο ηλίθιος ο Λίνκολν, που λατρεύουν τους μύθους και, βάσει αυτών, φτιάχνουν υπηρεσίες δίωξης. Πόσο ηλίθιο ακούγεται!» Χαμογέλασε. «Τέλος πάντων. Τι κάθομαι και στα λέω όλα αυτά; Δεν έχουν καμιά σημασία για σένα. Θα πεθάνεις. Θα γίνεις βορά σε ανώτερες δυνάμεις. Αλλά όχι αμέσως. Δεν σου αξίζει. Όχι, εσύ θα είσαι το επιδόρπιο. Το κυρίως γεύμα…» Γονάτισε ξανά και χάιδεψε τα μαλλιά και της Λία και της Βικτώρια. «… είναι οι δύο τσούπρες».

Ο Κάρτερ έσφιξε τις γροθιές του. Σάρωσε το χώρο γύρω του. Δεν είχε αλλάξει κάτι. Ήταν περικυκλωμένος. Πολλά τα όπλα που τον σημάδευαν. Σκέφτηκε πως ίσως υπήρχε μια πιθανότητα να μην ξέρουν να τα χρησιμοποιούν, αλλά δεν μπορούσε να βασιστεί σε αυτή. Ακόμα και αν δεν ήξεραν όλοι, κάποιοι θα γνώριζαν πώς δουλεύουν αυτά τα μαραφέτια. Και ο Κάρτερ δεν ήξερε ποιοι μπορεί να ήταν αυτοί οι «γνώστες».

«Μην μπαίνεις στον κόπο, κύριε Κάρτερ» είπε ο Κάβανα. «Δεν έχεις καμιά ελπίδα απέναντί μας. Και ειδικά απέναντι σε αυτούς». Έδειξε τους δαίμονες.

Μουρμουρητά άρχισαν από κάθε πλευρά. Ο κόσμος τούς φοβάται. Το οποίο, αναλογίστηκε, σημαίνει ότι σίγουρα έχει αλλάξει κάτι. Τώρα βλέπουν τι επικαλέστηκαν. Και δεν τους αρέσει. Τους φοβίζει. Αυτοί τούς φοβίζουν.

Ο Raw Head και ο Fachan μούγκρισαν. Η Banshee έβγαλε μια στριγκλιά που μάλλον ήταν η απόπειρά της να γελάσει.

Τι κάνουμε τώρα; αναρωτήθηκε ο Κάρτερ και ο λαιμός του τον πέθαινε. Ήθελε τσιγάρο, όσο παράλογο κι αν ήταν. Ήταν άοπλος. Εν μέσω μιας έκρυθμης κατάστασης. Με αθώους να παρεμβάλλονται ανάμεσα στον ίδιο και στους οπλισμένους εχθρούς. Έλα, πιστολέρο. Σκέψου. Έλα.

Ο Κάβανα ανάγκασε τις Ο’ Κόνορ να σηκωθούν. Τις έφερε μπροστά στους δαίμονες. Έσκυψε το κεφάλι, λέγοντας «Σας προσφέρω, ω Θηρία του Σκότους, τις δύο αυτές γυναίκες. Τις ενώνει ο δεσμός του αίματος. Είναι μάνα και κόρη. Δεχτείτε τες και προσφέρετε σε εμένα, τον Ρόρι Κάβανα, ταπεινό δούλο του Ankοu και κάθε Σκοτεινής Υπάρξεως, τη δύναμη που αποζητώ». Χαμογέλασε, βλέποντας τον αδύναμο Κάρτερ να τον κοιτάζει. «Δώστε μου την απεριόριστη δύναμη του Ankοu, του Καταραμένου Ιερέα».

«BANSHEE! FACHAN! RAW HEAD!» φώναξε η Banshee και ο λαός της Silent Desert έβγαλε ένα ουρλιαχτό.

Γιατί οι τρεις δαίμονες κουνήθηκαν. Προς τις Ο’ Κόνορ. Η Banshee, με το πρόσωπό της να ματώνει, ήρθε από δεξιά. Ο Fachan, με το τραυματισμένο μάτι του, από αριστερά. Ο Raw Head, με το κατεστραμμένο πρόσωπό του, κινήθηκε ευθεία κατά πάνω τους.

«Μαμά» ψέλλισε η Λία.

«Ησύχασε, καλή μου» της χάιδεψε το κεφάλι η Βικτώρια. «Σύντομα όλα θα τελειώσουν».

Ο Κάβανα γέλασε.

Οι δαίμονες έσκυψαν πάνω από τις Ο’ Κόνορ. Το μοναδικό χέρι του Fachan άγγιξε τη Βικτώρια. Τα χέρια των Banshee και Raw Head έπιασαν την Λία.

Έλα, πιστολέρο! Ο Κάρτερ έσφιξε τα δόντια του. ΕΛΑ!

Τότε μια βροντή έπεσε και συγκλόνισε την πόλη. Ο Κάρτερ άκουσε κάποιον να φωνάζει, «Κοιτάξτε!» και σήκωσε το κεφάλι του.

Εκεί ψηλά, ένα κάτασπρο σύννεφο ξεχώριζε στο σκοτάδι. Ήταν εκείνο που, κατά την Λία, έμοιαζε με βουβάλι. Μόνο που τώρα δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία πως ήταν. Το κεφάλι, το μεγαλόσωμο σχήμα της κοιλιάς, τα τέσσερα πόδια. Όλα ήταν εκεί. Λευκά σαν άστρα. Αλλά τα μάτια είχαν μια γαλάζια λάμψη.

«Wóȟpe» ψέλλισε η Βικτώρια, με χαμόγελο.

Mitákuye Oyás’iŋ.

Όλα σχετίζονται.

Wačhékiya.

Ζήτα βοήθεια.

Ο Κάρτερ τα θυμήθηκε όλα αυτά και, ενώ οι δαίμονες άνοιγαν ο καθένας το στόμα του για να τραφούν από τις Ο’ Κόνορ, εκείνη τη στιγμή συνέβη κάτι που αργότερα θα το θυμόταν σαν κάτι που επιδεχόταν μόνο μίας εξήγησης.

Αρχικά, το σώμα του καταλήφθηκε από μια ανώτερη δύναμη, η οποία έκανε τις πληγές του να χάσουν την επιρροή τους πάνω του, ενώ ταυτόχρονα άλλαξε η οπτική του, όπου πλέον τους έβλεπε όλους να κινούνται πάρα πολύ αργά, σαν χελώνες, τη στιγμή που ο ίδιος ένιωθε τα άκρα του ανάλαφρα σαν πούπουλα, αλλά και ικανά να κουνηθούν σαν σφαίρες, και αυτό ακριβώς έκαναν, πρώτα το δεξί πόδι που σηκώθηκε και χτύπησε στην άκρη της λαβής το ένα εξάσφαιρο, και μετά το ίδιο έκανε και το άλλο πόδι με το άλλο εξάσφαιρο, και, ενώ τα όπλα πετάγονταν ψηλά, ο Κάρτερ έπιανε τις σφαίρες που είχε στις τσέπες του και, πρώτα το ένα και έπειτα το άλλο, γέμισε τα όπλα του και έριξε δύο σφαίρες στα χέρια του Κάβανα, τραυματίζοντάς τα, ρίχνοντάς του τα όπλα, και μετά όρμησε μπροστά, κάνοντας μια τούμπα, και βρέθηκε πίσω από τον Κάβανα, στον λαιμό του οποίου τύλιξε το ένα του χέρι, την ίδια ώρα που το άλλο εκπυρσοκροτούσε και ξανα-οπλιζόταν και ξανα-εκπυρσοκροτούσε, πετυχαίνοντας σχεδόν εξ επαφής το κεφάλι των δαιμόνων, τινάζοντάς τους μακριά από τις Ο’ Κόνορ. Νεκρούς στο έδαφος. Εμπρός από το καιόμενο Σπίτι των Sioux. Και, τέλος, τη στιγμή που οι άλλοι άρχιζαν να καταλαβαίνουν τι γινόταν, έχοντας δει μονάχα τις πρώτες κινήσεις του Κάρτερ, αυτές με τα όπλα που τα έπιανε και τα γέμιζε στον αέρα, έκαναν να τον σημαδέψουν, όμως, ενώ αρχικά ήταν σε ένα σημείο, μετά ήταν στο έδαφος και κυλούσε, και έπειτα ήταν πίσω από τον Ρόρι, που ούρλιαζε από τον πόνο στα χέρια του, και η κινούμενη εικόνα που άλλαζε με αδιανόητο ρυθμό γι’ αυτούς, ολοκληρωνόταν με τους δαίμονες νεκρούς και τον πιστολέρο να έχει αρπάξει τον Κάβανα και να τον σημαδεύει με το «ελεύθερο» χέρι του, και μαζί να έχουν γυρίσει προς αυτούς.

«Τέλειωσε! Δεν θα γίνει καμιά θυσία. Ή παραδίνεστε» είπε ο Κάρτερ με μια φωνή που δεν αναγνώριζε ως εντελώς δική του, «ή σκοτώνω τον Ρόρι Κάβανα».

Οι άντρες δεν πέταξαν τα όπλα τους. Όχι τόσο γιατί ήθελαν να πυροβολήσουν, αλλά γιατί είχαν παγώσει στη θέση τους. Δεν πίστευαν στα μάτια τους. Αυτά που είχαν δει… Τα είχαν όντως δει;

Τότε ο Ρόρι Κάβανα, ανάμεσα στα αναφιλητά του, είπε «Ανόητε! Νομίζεις ότι σταμάτησες τη θυσία;»

«Τι εννοείς;»

Τότε ένα άλογο ακούστηκε να χλιμιντρίζει. Ενώ πλησίαζε με τις οπλές του να βροντοχτυπούν στην άμμο.

Ο Κάρτερ γύρισε και είδε το αίμα των δαιμόνων να ενώνεται και τα σώματά τους να γίνονται σκόνη. Τι στο καλό;

Ο Κάβανα συνέχισε «Μπορεί να μη σκοτώθηκαν οι Ο’ Κόνορ, αλλά ξέκανες τους δαίμονες. Οι οποίοι συγγενεύουν. Τους ενώνει το σκοτάδι στο οποίο ανήκουν. Είναι τέκνα του Διαβόλου, θα μπορούσες να πεις. Γιατί, όπως και να τον αποκαλεί η κάθε θρησκεία, ό,τι χαρακτηριστικά και να του δίνει, ο Υπέρτατος Δαίμονας είναι ένας». Γέλασε. «Τα σκάτωσες, ομοσπονδιακέ. Εσύ έφερες στην Silent Desert τον Ankοu, τον Καταραμένο Ιερέα!»

Ο Κάρτερ στράφηκε ξανά και είδε το πλήθος από την πλευρά της εκκλησίας να ανοίγει. Άνθρωποι άρχισαν να τρέχουν και να φωνάζουν, να σκορπίζονται στους δρόμους και στην έρημο, αναζητώντας καταφύγιο. Βασικά, έφευγαν μακριά από ό,τι ερχόταν.

Μια εσωτερική φωνή, σαν αυτή που χρησιμοποιούσε πλέον ο Κάρτερ, του είπε Προστάτεψε τους αθώους. Δεν πρέπει να τον δουν. Θα κινδυνεύσουν.

Εντάξει. Γύρισε προς τις Ο’ Κόνορ και την Κέιτι, που ξυπνούσε. «Μην κοιτάξετε αυτόν που έρχεται. Κρατήστε τα μάτια σας κλειστά».

«Είναι αυτός» του είπε η Βικτώρια. «Ο Ankοu».

Ο Κάρτερ ένευσε. «Κλείστε και τα μάτια της Λία, κυρία Ο’ Κόνορ. Κι εσύ, Κέιτι, μην κοιτάς».

«Μα… τι;…»

«Απλά κάνε αυτό που σου λέω». Στράφηκε προς το κάρο που έφτανε.

«Δες» είπε με έκσταση ο Κάβανα, έχοντας ξεχάσει τους πόνους στα χέρια του. «Ο Καταραμένος Ιερέας!»

Ο Κάρτερ είδε το μαύρο κάρο με τις κρεμασμένες νεκροκεφαλές και τα κεριά που έκαιγαν στα πλαϊνά να σταματάει, το άλογο με το μαύρο τρίχωμα και τα κόκκινα μάτια χλιμίντρισε και ένας τύπος, σχεδόν αποσκελετωμένος, με μεγάλο καπέλο σαν αυτά που φορούσαν οι μάγισσες στα παραμύθια, κατέβηκε. Στάθηκε απέναντι από τον πιστολέρο και τον Κάβανα. Το γκρίζο πρόσωπό του ήταν τριγωνικό και καλυπτόταν από μακριά μαλλιά και γενειάδα, ενώ δεν είχε μάτια, αλλά άδειες, μαύρες κόγχες. Τα νύχια στα χέρια του ήταν σαν του Fachan. Αιχμηρά. Οι μπότες του, όπως και ο χιτώνας του, είχαν σκισίματα.

«Χαίρε, Ankοu» αναφώνησε ο Κάβανα και προσπάθησε να γείρει το κεφάλι του. Αλλά ο Κάρτερ ακόμα τον κρατούσε. «Άσε με να προσκυνήσω, άθλιε ομοσπονδιακέ!»

«Είσαι ηλίθιος, Κάβανα». Ο πιστολέρο τον άφησε και ο άλλος όρμησε και έπεσε στα γόνατα κοντά στον Ankοu, με τα χέρια του μαζεμένα κοντά στο σώμα του.

Ο Κάβανα έψαλλε «Ω Θηρίο του Σκότους. Ω μεγάλε Ιερέα των Καταραμένων Ψυχών. Εγώ ο δούλος σου, σου παραδίδω τις ψυχές αυτής της πόλης. Είναι δικές σου, στο έλεος σου. Σε εκλιπαρώ, δώσε μου τη δύναμή σου, Ankοu, Καταραμένε Ιερέα. Κάνε με κι εμένα έναν ισχυρό δαίμονα, που θα διαδώσει το σκοτάδι σου στα πέρατα της οικουμένης».

Ο Ankοu άπλωσε τα χέρια και έπιασε το πρόσωπο του Κάβανα.

Τότε ο Κάρτερ τον πυροβόλησε έξι φορές, αδειάζοντας το ένα όπλο του. Ο δαίμονας ούτε που κουνήθηκε από τη θέση του. Οι τρύπες που ανοίχτηκαν στα ρούχα και στο πρόσωπό του έβγαλαν λίγη σκόνη, αλλά τίποτα άλλο.

Σκατά!

Επόμενο

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook