TheBluez.gr » 📔 The BlueBluez » Στην Στοά της Ηχούς.

Στην Στοά της Ηχούς.

Άπλωσε νωχελικά το χέρι του και της έβγαλε 2-3 κόκκους ρύζι και μερικά πεταλάκια λουλουδιών που είχαν μπλεχτεί ανάμεσα στα μαλλιά της, βύθισε τα δάχτυλά του και της χάιδεψε τον αυχένα, εκεί που τούφες βρεγμένες από τον ιδρώτα της, ζωγράφιζαν δαχτυλίδια και ερωτηματικά πάνω στο δέρμα της. Τα άδολα, γελαστά της μάτια κλειστά, παραδομένα στον ύπνο κι εκείνος την κοιτούσε με μισάνοιχτο στόμα, σαν απορημένος ακόμη που αυτή η γυναίκα τον παντρεύτηκε. Τρία χρόνια που είχαν σχέση, κάθε μέρα περίμενε ότι, να σήμερα, θα την έχανε, θα την κέρδιζε κάποιος άλλος, θα του την έπαιρνε κάποιος που την άξιζε περισσότερο. Όμως τον διάλεξε! Τον αγάπησε! Τον δέχτηκε για μια ζωή! Εκείνος θα έμενε με την απορία για το πως. Εκείνος θα έκανε κάθε μέρα θυσία σε όποιον θεό ήταν αυτός που την έδεσε μαζί του σφιχτά, με δεσμά γάμου.

Δύο βδομάδες αργότερα η Λευκή, πλήρης από ήλιο και εικόνες από την μαγευτική Ταϊλάνδη, το δέρμα της ένα χρυσαφένιο χρώμα, οι αισθήσεις της χαϊδεμένες και γλυκαμένες από αφοσίωση, αγγίγματα, φροντίδα και εκδηλώσεις έρωτα, χαμογελούσε τρυφερά στην σκέψη του Ντάνου. Μέχρι τελευταία στιγμή πριν τον γάμο την έτρωγε η αμφιβολία. “Μπορώ; Μπορώ να δοθώ σ’ αυτόν τον άνθρωπο για ολόκληρη ζωή;” Η αγάπη του άντρα της όμως την αγκάλιασε, της ζωγράφισε χαμόγελο στο πρόσωπο και εμπιστοσύνη στην καρδιά της. Καθώς έσπρωχνε τη διπλή γυάλινη πόρτα της διεθνούς εταιρείας που δούλευε εδώ και δέκα χρόνια, ευχήθηκε να μπορεί του την ανταποδίδει πάντα με την ίδια ένταση, με την ίδια λαχτάρα που της έδειχνε εκείνος. Συγκροτήθηκε νοερά και μπήκε σε λειτουργία επαγγελματική γιατί την περίμενε μέρα φορτωμένη στη δουλειά της. Όσο εκείνη απολάμβανε το ταξίδι του μέλιτος και τον καινούργιο δρόμο στη ζωή της, ο όμιλος είχε συγχωνεύσει εταιρείες. Διακόσια τριάντα άτομα, με τους οποίους δούλευαν παράλληλα, για τους ίδιους στόχους όλα αυτά τα χρόνια, διακόσιοι τριάντα νέοι συνάδελφοι που δεν τους είχε δει ποτέ, θα στεγάζονταν πλέον στο ίδιο κτίριο, θα δούλευε δίπλα τους αντί μέσω τηλεφώνου και φαξ.

Οι σκέψεις της βαθιά στην ανακεφαλαίωση των κινήσεων της ημέρας, έπεσε αφηρημένη πάνω σε δύο σώματα που βρέθηκαν ξαφνικά μπροστά της: “Α! Να και η Λευκή, Πέτρο, θα έχεις το διπλανό της γραφείο και θα σε βοηθήσει με τα μυστήρια της νέας διάταξης πραγμάτων. Λευκή να σου γνωρίσω τον Πέτρο και να τον εμπιστευτώ στο άξιο μυαλό σου. Σας αφήνω και θα σας δω και τους δυο στην απογευματινή συνέλευση”. Στης Λευκής τα αυτιά έσβησε η φωνή του προϊσταμένου της, έσβησε ο θόρυβος του πολυάσχολου χώρου, ο ήχος από τηλέφωνα και φωνές και τα γέλια από μια γωνιά της αίθουσας. Η παλάμη της ήταν φωλιασμένη σφιχτά μέσα σ’ ένα ζεστό, τεράστιο χέρι και στα μάτια της είχε βυθιστεί το πιο έντονο βλέμμα που είχε αντικρίσει στο σύνολο των εικοσιεννέα της χρόνων.

………………………………………………………………………………
Σκούπισε για πολλοστή φορά τα κοκκινισμένα πρησμένα μάτια του και καθώς σηκώθηκε με κόπο λες και τα πόδια του κουβαλούσαν γέρο ενενήντα χρονών, του Ντάνου η ματιά έπεσε στο ημερολόγιο πάνω στο γραφείο του. Ένας χρόνος και δύο βδομάδες. Τόσο είχε περάσει στην νιρβάνα του, τόσο είχε κρατήσει η ευτυχέστερη ζωή που είχε ζήσει. Ο λυγμός έγινε γέλιο πικρό, σαρκαστικό, γέλιο τρελού που δεν σταματούσε. Σαν σήμερα πριν ένα χρόνο γύριζαν από την Ταϊλάνδη. Σαν σήμερα πριν ένα χρόνο τσιμπιόταν για να βεβαιωθεί ότι δεν ονειρεύεται. Η αντίστροφη μέτρηση είχε αρχίσει πριν ένα χρόνο σαν σήμερα.
…………………………………………………………………………………

Δεν πρόλαβε να ακουμπήσει τη βαλίτσα της στο πάτωμα και να βάλει το κλειδί στην πόρτα. Εξερράγη προς τα μέσα, σαν να την ανατίναξε δυναμίτης και τα μπράτσα του Πέτρου την τύλιξαν, την σήκωσαν ψηλά, της έφυγε η βαλίτσα στον διάδρομο με την παχιά μοκέτα και έπεσε στο πλάι με ένα απαλό αναστεναγμό σχεδόν, σαν να ήξερε ακόμα και η βαλίτσα ότι είχε φτάσει για να μείνει. Γραπώθηκε η Λευκή από τον λαιμό του, από την αγκαλιά του, από την αγάπη του, το πάθος του, τον έρωτα που δεν ήταν μοιρασμένος αλλά ένας που αντλεί δύναμη από δύο σώματα, φλόγα και καταρράκτης μαζί, τυφώνας και νηνεμία, ιαχή και ψίθυρος που δεν τους άφηνε να αφουγκραστούν τίποτα άλλο από αυτήν την αγάπη.

Πόσο χρόνο είχε ζήσει μέσα στην ενοχή, στην αγωνία, στην απελπισία του “γιατί τώρα;” Γιατί μετά από δέκα χρόνια; Γιατί μόλις τράβηξε δρόμο που δεν ξέρει από επιστροφές; Με συνοδοιπόρο που δεν γνώριζε ότι μπορεί να υπάρξουν μονοπάτια για να τ’ ακολουθήσει εκείνη και να χαθεί ο ένας από τον άλλον, χωρίς να μπορεί να της αρπάξει το χέρι να σώσει τον εαυτό του. Τριακόσιες εξήντα τέσσερις ημέρες. Ένα χρόνο παρά μία ημέρα από την ημέρα που τον ερωτεύτηκε χωρίς λογική, χωρίς έλεγχο, χωρίς ελπίδα για ανάκαμψη. Χάθηκε στον έρωτα που ξεπήδησε από μια και μοναδική ματιά, μια και μοναδική ηλεκτρική εκκένωση, από ένα χέρι που τύλιξε το δικό της. Αντιστάθηκε στο κορμί της αλλά πως να αντισταθεί στο μυαλό; Τεχνικά δεν πρόδωσε τον Ντάνο. Τον πρόδωσε στην ψυχή της. Τον πρόδωσε στεκόμενη χαμένη, στης Ηχούς την ιερή στοά, όπου άκουγε την κραυγή της Αγάπης σαν κάλεσμα σε δείπνο μυστικό, σαν ιαχή πόλης που αλώνεται, να επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά. Αφέθηκε στα χέρια του, στην αγκαλιά του, τον άφησε να κλωτσήσει την πόρτα πίσω της και ανέπνευσε για πρώτη φορά βαθιά, αναπνοή ευγνωμοσύνης προς τη ζωή, αναπνοή κρατημένη επί τριακόσιες εξήντα τέσσερις μέρες.
…………………………………………………………………………..

Η κραυγή της βγήκε από τα τρίσβαθά της λες και ανήκε σε πληγωμένο ζώο, όχι σε άνθρωπο. Διπλώθηκε και γονάτισε δίπλα στην κούτα με τα Χριστουγεννιάτικα στολίδια. Τριάντα χρόνια στόλιζαν το σπίτι τους μαζί κάθε Χριστούγεννα. Τριάντα χρόνια ξεστόλιζαν και τοποθετούσαν τα εύθραυστα πλουμίδια ανάμεσα σε πολύχρωμα, απαλά σαν μεταξωτά, χαρτιά. Χρόνια αγάπης, λατρείας, μοναδικού δεσίματος, χρόνια που ζούσαν ο ένας για τον άλλον, ο ένας μέσα από τον άλλον. Ο Αλέξανδρος τους, το αγόρι τους, άρχισε τη ζωή του στο κορμί της μια λαμπερή από ήλιο μέρα, κάπου έξω από τα Σύβοτα, μέσα σε θαλασσινό αφρό που χρύσιζε μαγικά, με το πλαγκτόν να δίνει ιριδίζουσα νεραϊδο-υφή στο νερό, λες και η θάλασσα ήξερε πως αυτή η αγάπη συμπληρωνόταν με ακόμη μια μικρή, μεγάλη, αγάπη.

Μέχρι που έμειναν μόνοι οι δυο τους: ο έρωτας που παρέμενε αναλλοίωτος, μα μέσα σε ένα μόνο σώμα πια και η μικρή, μεγάλη, αγάπη ανήμπορη να γεμίσει το χάσμα που άφησε στην καρδιά της η απουσία, ο Χαμός, του Πέτρου τους. Έσυρε την κούτα σε μια σκοτεινή γωνιά του διαδρόμου, εκεί που είχε αναστενάξει η βαλίτσα της τριάντα χρόνια πριν. Στον ήχο του σύρσιμου της φάνηκε ότι άκουσε τη φωνή του να της ψιθυρίζει: “Θα ζω. Θα ζω πάντα μαζί σου εκεί, στης Ηχούς την ιερή στοά”.

[Η Στοά της Ηχούς κτίστηκε γύρω στα 350 π.Χ.  Λέγεται ότι μια λέξη που θα λεγόταν στη Στοά θα άφηνε την ηχώ της επτά φορές.]

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Η Γάτα η Ρούσα

Ζωγραφίζω και γράφω όπως ζω: Χωρίς φίλτρο.
Κάνω άλματα στο κενό. Χωρίς δίχτυ ασφαλείας για να αναχαιτίσει την πτώση.Και επιβιώνω σε καινούργια κεραμίδια.
Η Γάτα η Ρούσα

Latest posts by Η Γάτα η Ρούσα (see all)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *