Στο΄πα και στο ξαναλέω, στον γυαλό μην κατεβείς!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Ο στίχος που συνήθως ξεκινάνε τα καλοκαιρινά γλέντια στο πανέμορφο Αιγαίο. Εγώ όμως δεν υπάκουσα, κατέβηκα πολλάκις στον γυαλό! Και τελικά ενέδωσα στον ρυθμό. Μα κυρίως στην τρέλα του χορευτή που έμελε να με παρασύρει στην κοινή μας ζωή. Λεπτομέρεια, η καταγωγή μου: Θράκη. Είμαστε άνθρωποι ντόμπροι, πανέμορφοι σαν τα τοπία μας, άσχετα αν μας λένε γκατζόλια. Λίγο αγαθιάρηδες-με την καλή έννοια – συγκριτικά με τα κοσμοπολίτικα μέρη της Ελλάδος. Στα δικά μας γλέντια, όπου γάμος και χαρά, η Βασίλω πρώτη! Γι΄αυτό και ακούγονται σχεδόν τα πάντα από ζωναράδικα μέχρι καλαματιανά και ικαριώτικα. Στον αντίποδα έχουμε τις εκδηλώσεις σε νησί. Δεν λέω, χορεύω από μπάλο ως συρτό. Αλλά όταν ακούω δις ανά μια ώρα, επί ακριβώς 240΄ το «Όταν χαράζει στο αιγαίο», την εικοστή φορά θέλω να διακτινιστώ στην Ανταρκτική με έξι μήνες νύχτα, μπας και ηρεμήσουν οι αισθήσεις μου. Ακολουθούν άλλες δέκα επαναλήψεις με το βιολί και ξανά δοξάρι και ματαξαναμανά «σε καινούργια βάρκα μπήκα» χωρίς έστω ένα χασαποσέρβικο σε… κρουαζιερόπλοιο, να σπάσει η μονο-βιολία. Πως κρατιέμαι και δε φεύγω κολυμπώντας ως τον ξεριά απέναντι, μυστήριο! Μετά από κάμποσα χρόνια με ολόιδιους σκοπούς, κατέληξα στο συμπέρασμα πως γι΄αυτό τις πήγε στο νησί την μάνα της, αυτός και αυτή! Τις παράτησε και γύρισε πίσω, πόσα πια να υποδηλώσει ένα δημοτικό άσμα! Ανατριχιαστική λεπτομέρεια, εξακολουθώ να διασκεδάζω, να κουβεντιάζω χαρωπά στα γλέντια τους…έχω ώτα επιβιώσαντα προ δεκαετίας, από τριήμερο πανηγύρι με χάλκινα στην Κοζάνη! Άλλωστε «χορέψετε, χορέψετε»!

Η επόμενη συγκλονιστική εμπειρία του να μπλέξω με νησιώτη, είναι οι πόρτες τους. Γέννημα-θρέμμα Αθήνας πρώτα έμαθα να ασφαλίζω με αλυσίδες κάθε χαραμάδα και μετά μπουσούλησα! Σοκαρίστηκα μόλις ανακάλυψα πως εκεί τα σπίτια είναι ξεκλείδωτα. Κάποια μάλιστα, έχουν νύχτα-μέρα, ακόμα και όταν λείπουν οι ιδιοκτήτες, το κλειδί απ΄εξω. Σου λέει όποιος ξένος βουτήξει κάτι, πρώτα θα τον δει η …τηλεσκοπική γειτόνισσα. Μία απ΄τις διάσπαρτες! Αν όχι, που θα πάει; Εδώ κουμπώνει το «να σ΄αφήσω δεν μπορώ»! Το μέρος δεν έχει τακτική συγκοινωνία, δεν καβαλά το αμάξι και αλλάζει σε λίγες ώρες χώρα. Μέχρι το λιμάνι, αν θα φθάσει είναι άθλος με την LCD οθόνη, 86 ιντσών στην πλάτη! Για αεροπλάνο, δεν περνά ούτε το check-in. ΄Αργησα να καταλάβω το αλάνθαστο σύστημα ασφαλείας-αδιαφορίας τους, αλλά δουλεύει!

Αυτό όμως που με ζόρισε πιο πολύ είναι τα χαϊδευτικά, υποκοριστικά, κουσούρια, προσωνύμια, ψεγάδια ή όπως αλλιώς. Υπάρχουν σε όλη την χώρα για να ξεχωρίζουν οι γενιές και για γρήγορη απόκριση στο «τίνος είσαι εσύ». Δε χρειάζεται να έχεις πιει τρία ποτήρια νερό για ν΄ απαντήσεις, είμαι ο Γιάννος, ο γιος του Κίτσου, απ΄ την Πάνω Μεριά που παντρεύτηκε την Φρόσω, την κόρη του παπά απ΄τις Καρωτή. Λες ο γιος του Πάου και το θέμα θεωρείται λήξαν.  Κάπως έτσι είχα συνηθίσει, σε όποιον τόπο είχα βρεθεί. Μα στο νησί ο ίδιος άνθρωπος έχει τρία-τέσσερα ψευδώνυμα. Του παππού, της μάνας, του μπαμπά και ένα δικό του. Και καπάκι το βαπτιστικό του, που έχει άλλες δυο-τρεις καταλήξεις. Σύνολο επτά! Αποτέλεσμα, όποτε μου γνωρίζανε κάποιον και μετά πάνω στην κουβέντα τον αποκαλούσαν με ένα απ΄τα υπόλοιπα έξι χαϊδευτικά του, άντε να απομνημονεύσω εγώ πως τον λέγανε. Μου συστήνουν λοιπόν, έναν ως Κουν. Εγώ κατάλαβα ότι δεν είναι το κανονικό του όνομα, και δεν ήθελα μπροστά στην γυναίκα του να τον φωνάξω έτσι. Λαχταρούσα όμως το…τζατζίκι που είχε μπροστά του! Κάνω το λάθος λοιπόν και ρωτώ ψιθυριστά το καμάρι μου. Πως τον λένε καλέ τον διπλανό; Και ακούω : E, Kουν, η γυναίκα μου ρωτά πως σε λένε. Γελάνε όλοι! Κουν τον φωνάζει και η μάνα του, συνεχίζει! Πιάσε την σαλάτα! Και το «πλατανιώτικο νερό» μονολογώ εγώ!

Διότι η βασική λεπτομέρεια είναι πως μερικά υποκοριστικά είναι ολίγον προσβλητικά και τ΄αποφεύγουν. Αν, ας πούμε, ένας είχε πρόγονο με πρόβλημα όρασης, μπορεί να τον λέγαν ο Βάσιας του Νταγιάντη. Μπροστά του, δεν τον αποκαλεί κανείς έτσι. Και πάλι όμως υπάρχει εξαίρεση, αν είσαι πολύ δικός του μπορείς να τον φωνάξεις, Νταγιάν. Συμπέρασμα, άμα βγάλετε άκρη τι πρέπει να λέτε και τι όχι από ονόματα και παρανόματα ή θα γίνετε μαλλιοκούβαρα με το μισούς ή παρακούμπαροι με τους υπόλοιπους! Πάντως να ξέρετε, σαν συμβουλή με ένα ευγενικό καλέεε, όλοι γυρνάνε. Στο τέλος προσαρμόστηκα βέβαια, αλλά μου πήρε πολύ χρόνο, άπειρες λάθος εκφωνήσεις, έφαγα το «τζιβαέρι μου», κυριολεκτικώς!

Στα νησιά επίσης, δεν υπάρχουν υπηρεσίες που εμείς της πρωτευούσης, τις θεωρούμε δεδομένες. Τι εννοώ; Φανταστείτε μια όμορφη Κυριακή. ΄Εχουμε πάει για καφέ στην πλατεία, να μαζέψουμε τον πρώτο ήλιο της άνοιξης. Και πριν κάτσει κάτω ο άνδρας μου, αντιλαμβάνεται πλήθος να πλησιάζει. Ψάχνουνε τέταρτο, προλαβαίνει να μου πει. Για πρέφα, σκέφτηκα στιγμιαία. Σε δευτερόλεπτα βρέθηκε με μια κάσα στην πλάτη να κουβαλά. Αυτό που διαβάσατε. Την κανονική, την ξύλινη, αυτήν που πάνε στην εκκλησία για τον τελευταίο χαιρετισμό. Αφού συνήλθα απ΄το σοκ και επέστρεψε μετά από λίγο, μου εξήγησε πως έτσι κάνουν! Δεν υπάρχουν γραφεία τελετών και δη τα αποκαλούμενα κοράκια!!! Ο κόσμος ακόμα εκεί συνδράμει, το θεωρούν τιμητικό να προσφέρουν μια έσχατη βοήθεια στον μακαρίτη: έναν ώμο, που μετά αναφωνεί «πάντα με κάνεις και πονώ» και κάνει τρεις μέρες να συνέλθει! Νομίζω πως όλο αυτό εξακολουθεί να συμβαίνει στην επαρχία γενικώς. Ειδικώς, αναρωτιέμαι μήπως έτσι είναι πιο σωστό!

΄Εσχατο πρόβλημα και λύση μαζί, είναι η περαντζάδα. Εννοώ πως αν βγούμε βόλτα στην μεγάλη ή μικρή στράτα, πρέπει απ΄την αρχή να γνωρίζω τον στόχο. Δείτε το σαν συμβουλή, ειδικά όταν πετάξουμε τις μάσκες, τώρα σε κάτι τέτοιες φάσεις με ψιλοβολεύουν. Παραδείγματος χάρη, συνεννοούμαστε πως θα καταλήξουμε σε εκείνο το μαγαζί δεξιά με τις φοβερές πίτες! Πόντος! Να ξέρω που θα πάω να τον περιμένω, πίνοντας πρώτο εσπρέσο, δεύτερη μπουγάτσα, τρίτο διπλό ούζο με μεζέ, χωρίς ορθοστασίες και φύγε εσύ-έλα εσύ. Θα φθάσει άλλωστε που θα πάει ο καλός μου! Διότι το να διανύσουμε εκατό βήματα μαζί, είναι πιο χρονοβόρο απ΄το ν΄αναρριχηθούμε στα 8.849 μέτρα του ΄Εβερεστ, όταν τον …καλό μου τον χαιρετάν μέχρι και οι γλάροι που πετούν. ΄Αλλωστε μπορεί να ξεκινήσαμε για καφεδάκι και να καταλήξουμε σε γλεντάκι! Ντάρι, ντάρι, ντάρι, ντάρι, μας επήρανε χαμπάρι! Δις!

 

Μαρίτσα Καρά

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Ελευθερία Τσιντάρη - Χωρίς την ελπιδα
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook