Η φωτιά είχε εξαπλωθεί και στην αυλή του σπιτιού πια. Οι γυναίκες ούρλιαζαν κρατώντας αγκαλιά τα παιδιά τους λίγο πιο πέρα και οι άντρες με αυτοθυσία προσπαθούσαν να περιορίσουν τις πύρινες γλώσσες που είχαν τυλίξει ολοσχερώς το παλιό σπίτι. Τα λιγοστά μέσα που διέθεταν δεν βοηθούσαν κι η κάθε τους προσπάθεια έμοιαζε μάταιη. “Επιτέλους ήρθαν!” φώναξε κάποιος κι όλοι παραμέρισαν. Οι πυροσβέστες ανέλαβαν αμέσως δράση. Με το φόβο μήπως η φωτιά εξαπλωθεί και στο δάσος που βρισκόταν ακριβώς πίσω απ’ το σπίτι, κατέβαλαν υπεράνθρωπες προσπάθειες κόντρα στο δυνατό άνεμο που φυσούσε εκείνο το βράδυ.

“Το δόλιο το κορίτσι…” “Μακάρι να μην ήταν μέσα!” “Η κυρά Στεργιανή την είδε είπε πριν δυο ώρες να φεύγει με το λεωφορείο για την πόλη. Δεν πρέπει να ήταν μέσα!” “Και που θα ζήσει τώρα το κακόμοιρο;” ψιθύριζαν οι γυναίκες που είχαν μαζευτεί σε μια γωνιά μακριά απ’ τη φωτιά. Οι άντρες ακόμη προσπαθούσαν να βοηθήσουν τους πυροσβέστες.

Μια χούφτα άνθρωποι ζούσαν στο Αγιοχώρι, ένα ορεινό χωριό της Ηπείρου. Το χειμώνα, τα χιόνια κι η κακοκαιρία το απομόνωναν απ’ τις γύρω περιοχές κι οι κάτοικοι είχαν μάθει να αποθηκεύουν τρόφιμα και φάρμακα ώστε να μην βρεθούν σε ανάγκη, όπως συμβαίνει και σε πολλά χωριά της Ελλάδας άλλωστε. Το σπίτι που καιγόταν ήταν στην άκρη του χωριού κι ήταν η μόνη περιουσία της Αργυρούλας. Η Αργυρούλα γεννήθηκε στο Αγιοχώρι πριν περίπου 18 χρόνια, 4 χρόνια τώρα όμως είχε χάσει τους γονείς της και ζούσε μόνη. Τους σκότωσαν οι αντάρτες, μέσα στο ίδιο τους το σπίτι! Τα είδε όλα η Αργυρούλα, που είχε προλάβει η μαμά της να την κρύψει, όταν τους είδε να μπαίνουν στην αυλή. Έκτοτε η Αργυρούλα δεν είχε βγάλει λέξη. Μετά το σοκ έπαψε να μιλάει. Ο πρόεδρος του χωριού, επικαλέστηκε τη φιλευσπλαχνία τους και παρακάλεσε όλους τους κατοίκους να κάνουν ότι μπορούν για τη μικρή. Στην αρχή, οι περισσότεροι χωριανοί την βοηθούσαν, λίγο ψωμί, λίγο γάλα, ότι μπορούσε ο καθένας, με τον καιρό όμως σιγά σιγά άρχισαν όλοι ν’ απομακρύνονται απ’ το “μουγγό ορφανό”. Ξεχνάνε οι άνθρωποι γρήγορα… Μόνο ο παπάς του χωριού συνέχισε να τη βοηθάει. Πήγαινε η Αργυρούλα κάθε πρωί και βοηθούσε την παπαδιά στις δουλειές του σπιτιού, μιας κι η ίδια είχε πια γεράσει και της έδιναν ένα πιάτο φαγητό κι ένα χαρτζιλίκι.

Δυο χρόνια τώρα η Αργυρούλα είχε πάψει να πηγαίνει στο σπίτι του παπά. Κανείς δεν έμαθε ποτέ το λόγο. Προσπάθησε ο παπάς να την πλησιάσει, να μάθει το γιατί, εκείνη όμως τον κοιτούσε άγρια και του έκλεινε την πόρτα. Παρόλα αυτά, κάθε μέρα της πήγαινε ένα πιάτο φαγητό και το άφηνε έξω απ’ την πόρτα της, πότε ο ίδιος, πότε ο Γιωργάκης, ένα παιδί του χωριού που έκανε θελήματα για δυο – τρία κάστανα ή λίγο ψωμί. Εδώ και δυο μήνες κανένας στο χωριό δεν την είχε δει την Αργυρούλα, όχι ότι την έψαξε και κανείς, αλλά να… είχαν κάτι να συζητάνε οι γυναίκες την ώρα που κουτσομπόλευαν. “Ο παπάς ακόμη της πηγαίνει φαγητό και το πιάτο την επομένη το βρίσκει πλυμένο έξω απ’ την πόρτα της!” “Της σάλεψε της κακομοίρας! Κρίμα μικρό κορίτσι!”…

Ένα καλάθι στην άκρη του ποταμιού, τράβηξε την προσοχή ενός πυροσβέστη μέσα στον πανικό και τη φασαρία. Περπάτησε λίγο προς το ποτάμι και τότε το είδε. Ένα μωρό ένα – δυο μηνών σπάραζε, τυλιγμένο σε μια φθαρμένη, ροζ κουβερτούλα. Ειδοποίησαν τις αρχές. Ρώτησαν τους χωρικούς αν ξέρουν ποιανού είναι το μωρό, αλλά κανείς δεν ήξερε να απαντήσει. Την επομένη το πρωί έγινε σούσουρο στο Αγιοχώρι. Όλοι μιλούσαν για το μωρό που βρέθηκε δίπλα στο ποτάμι και για τα δυο πτώματα που βρήκαν απανθρακωμένα στο παλιό σπίτι. Ποιανού ήταν το μωρό; Ποιο ήταν το δεύτερο άτομο που κάηκε μέσα στο σπίτι της μουγγής;

Μια χούφτα άνθρωποι ζούσαν στο Αγιοχώρι, μια χούφτα άνθρωποι σ’ ένα μικρό ορεινό χωριό κι όμως ήταν όλοι κλεισμένοι στο δικό τους κόσμο. Κανείς δεν κατάλαβε ή δεν ενδιαφέρθηκε να καταλάβει το τι συνέβαινε σ’ εκείνο το μικρό, παλιό σπίτι στην άκρη του χωριού. Όλοι έπεσαν απ’ τα σύννεφα όταν έμαθαν πως το δεύτερο άτομο που κάηκε σ’ εκείνη την πυρκαγιά ήταν ο πρόεδρος του χωριού. Εκείνος που δύο χρόνια τώρα, παρότι παντρεμένος, βίαζε συχνά το μουγγό κορίτσι. Κανείς δεν κατάλαβε ότι η Αργυρούλα μεταμορφώθηκε σε άγριο ζώο γι’ αυτό το λόγο. Ήταν μόνη και το άδικο τη βάραινε! Αυτό το φορτίο ήταν πολύ βαρύ για ένα μικρό, μόνο κορίτσι. Δεν έφτανε το πιάτο φαγητό που της άφηνε ο παπάς κάθε μέρα. Δεν ήταν αρκετό. Για δικαιοσύνη διψούσε! Πνιγόταν απ’ όσα ήθελε να πει, αλλά δεν έβγαινε φωνή κι ας ήταν η σιωπή της το πιο δυνατό ουρλιαχτό, κανείς δεν την άκουγε!

Δεμένος σε μια καρέκλα κάηκε ο πρόεδρος κι η Αργυρούλα ξαπλωμένη στο κρεβάτι, κοιμήθηκε γαλήνια πριν την τυλίξουν οι φλόγες. Ήταν ήρεμη πια. Ήταν σίγουρη πως το σπλάχνο της θα ήταν ασφαλές απ’ τη φωτιά δίπλα στο ποτάμι. Ήλπιζε πως με τη φωτιά που έβαλε, θα ακουγόταν η φωνή της και πως το παιδί της δεν θα είχε τη δική της τύχη. Δεν ήθελε να το αφήσει στα χέρια του προέδρου κι ας ήταν ο πατέρας του. Ήταν επικίνδυνος άνθρωπος, τον φοβόταν. Γι’ αυτό όταν άρχισε να γίνεται πιεστικός και ήθελε να της πάρει την κόρη της, βρήκε την ευκαιρία να κάνει όσα έκανε. Για εκείνη ήξερε πως δεν υπήρχε ελπίδα, η κόρη της όμως έπρεπε να ζήσει κι αφού η ίδια δεν θα ήταν κοντά της, θα φρόντιζε τουλάχιστον να μην αναπνέει τον ίδιο αέρα μ’ αυτό το κτήνος!

Το σούσουρο στο Αγιοχώρι για όσα είχαν συμβεί κράτησε καιρό, πολύ καιρό! Είχε σουρουπώσει πια, όταν ο παπάς του χωριού είδε την μαυροντυμένη γυναίκα του προέδρου να φεύγει απ’ το σπίτι της με γρήγορα βήματα, κρατώντας στο ένα χέρι μια βαλίτσα και στο άλλο ένα μικρό μωρό τυλιγμένο με μια ροζ κουβερτούλα…