ΒΑΣΙΣΜΕΝΟ ΣΕ ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης!

Νίκος Καζαντζάκης

Πως έτσουζαν έτσι τα μάτια της, κόκκινα σαν αίμα από την αϋπνία και την παγωνιά. Αδύνατο να τα κρατήσει ανοιχτά! Πόση ώρα περίμενε στο σταθμό κουκουλωμένη μέχρι τα αυτιά; ούτε καν αυτό δεν μπορούσε να υπολογίσει. Είχε χάσει την αίσθηση του χρόνου. Τα μέλη της πονούσαν από το κρύο, άμαθη στις θερμοκρασίες υπό το μηδέν και το σαγόνι της έτρεμε παρά τον σκούφο και την κουκούλα. Άλλη μια πανομοιότυπη, εξαντλητική μέρα έφτανε στο τέλος της.

Είχε ξυπνήσει χαράματα, πλυθεί βιαστικά, ντυθεί με όσα πιο πολλά και δυστυχώς παράταιρα ρούχα μπορούσε και ρούφηξε βιαστικά τον πρώτο καφέ της ημέρας. Και ξεκίνησε το τρέξιμο. Ποδαρόδρομος σε πάρκα, που στην πατρίδα της θα λογαριάζονταν για δάση, αναμονή στις στάσεις λεωφορείων κι ύστερα τραμ για να περπατήσει κι άλλο μέσα στο μισοσκόταδο, αργούσε να ξημερώσει και νύχτωνε πολύ νωρίς στο βορρά, για να φτάσει στην εταιρεία και να πιάσει το σφουγγαρόπανο. Γιατί τι να σου κάνουν οι σπουδές και τα πτυχία άμα δεν ξέρεις τη γλώσσα μιας χώρας; Πιάνεις λοιπόν όποια δουλειά προκύψει και πορεύεσαι. Σκληρή, ξε σκληρή, c est la vie, που λένε και οι Γάλλοι. Κάνεις την ανάγκη, φιλοτιμία και προχωράς!

Όταν έφτασε το τραμ σύντομα και μπήκε, ένιωσε σαν να υπάρχει Θεός και να την αγαπά πολύ! Σωριάστηκε άτσαλα σε μια θέση κι ένιωσε τη ζέστη να χαϊδεύει όλα τα παγωμένα της μέλη. Μια θαλπωρή απλώθηκε σ όλο της το κορμί και αγαλλίασε από την γλύκα. Χαμογέλασε ασυναίσθητα και το βλέμμα της έπεσε στο τζάμι. Για μια στιγμή, παρατήρησε την αντανάκλαση της. Σοκαρίστηκε! “Πως έγινες έτσι; Ήσουν όμορφη κάποτε”. Δεν ήθελε κι ούτε χρειαζόταν να περνούν από το μυαλό της τέτοιες σκέψεις αλλά να που το άτιμο το μυαλό δεν το ελέγχεις.

Θυμήθηκε πως κάποτε ξυπνούσε πιο πρωί να πάρει το πρωινό της αργά, να βάλει την υδατική της κρέμα και να κάνει απαλό πρωινό μακιγιάζ. Της ξέφυγε ένα γελάκι πιο δυνατό από όσο έπρεπε γιατί ο νεαρός άνδρας απέναντι την κοίταξε περίεργα. Κάποτε. Πόσα χρόνια πριν ήταν αυτό το κάποτε; Αιώνες μάλλον. Μήπως δεν ήταν καν εκείνη που τα είχε ζήσει όλα αυτά. Πόσο καιρό είχε να νιώσει όμορφη; να δει τον θαυμασμό στο βλέμμα ενός άντρα; Κοίταξε τον νεαρό απέναντι διακριτικά και ένιωσε ντροπή. Ντροπή πραγματικά. Ήταν ένας Άδωνις κυριολεκτικά, βγαλμένος από την ελληνική μυθολογία. Ανοιχτόχρωμος, με πράσινα μάτια, κάτω από το μακρύ παλτό του διέκρινε ένα γυμνασμένο σώμα. Ακριβά παπούτσια, καλογυαλισμένα, κασκόλ επωνύμου οίκου και χαρτοφύλακας επίσης. Μια παραφωνία ένιωσε δίπλα του. Ντράπηκε ακόμα περισσότερο κι έκρυψε την φθαρμένη της τσάντα στην αγκαλιά της. Να πάρει η ευχή, τι βρέθηκε στο δρόμο της και της θύμισε ό,τι είχε αφήσει πίσω της; Αυτό της έλειπε να την πιάσει η νοσταλγία για την πατρίδα. Είχε την κούραση της, αν νικούσαν οι ευαισθησίες της κι από πάνω, τέλος, ήταν χαμένη.

Κοίταξε την ηλεκτρονική πινακίδα που έδειχνε τις στάσεις και την ώρα. Είχε ένα μισάωρο ακόμα μέχρι το τέρμα που θα κατέβαινε και το κούνημα του τραμ την υπνώτιζε. Βολεύτηκε καλύτερα στο κάθισμα κι ακούμπησε το κεφάλι της στο τζάμι. Λίγο θα ξεκούραζε τα μάτια της, λίγο θα ξεκούραζε το κεφάλι της από τις σκέψεις, από όλα. Όλα, όλα.

Δυο νεαροί μπήκαν στο απέναντι βαγόνι. Ήταν αραβικής καταγωγής, φαινόταν γιατί ήταν σκούρου δέρματος κι επειδή είχαν χαρακτηριστική προφορά. Κρατούσαν κουτάκια μπύρας και μιλούσαν δυνατά. Αστειευόταν μεταξύ τους και σπρώχνονταν, διαταράσσοντας την απόλυτη ησυχία του σχεδόν άδειου βαγονιού. Ξανά έκλεισε τα μάτια της αλλά δεν μπόρεσε να μην σκεφτεί μήπως οι νεαροί το παράκαναν με το ποτό και παρεκτρέπονταν. Τατουάζ, piercing και φαρδιά ρούχα. Ωραία γενιά! Τέλος πάντων! Έσφιξε την τσάντα της ασυνείδητα. Κι αυτή ξένη ήταν στη χώρα αλλά δεν γύρευε φασαρίες. Καλύτερα να ήταν προσεκτική.

Αν η απίστευτη κούραση δεν την είχε νικήσει ξανά, αν το κούνημα του τραμ δεν την είχε νανουρίσει, θα έβλεπε ότι ο νεαρός απέναντί της, την κοίταζε έντονα και για ώρα πολλή. Θα έβλεπε, αν και το έκανε πολύ διακριτικά, πως άγγιζε σιγά στην αρχή κι ύστερα πιο δυνατά κι όλο πιο δυνατά όσο περνούσε η ώρα, κάτω από τον χαρτοφύλακα του τον καβάλο του παντελονιού του. Ένα πεντάλεπτο αργότερα είχε καθίσει αθόρυβα δίπλα της και έτριβε απαλά και πολύ προσεκτικά το πόδι του πάνω στο δικό της. Όταν άνοιξε τα μάτια έντρομη νιώθοντας πλέον πως κάποιος είχε βάλει το χέρι του κάτω από το μπουφάν της και της χάιδευε τον μηρό, λίγο από τον ύπνο και κυρίως από το σοκ το σώμα της δεν έπαιρνε εντολή να κινηθεί. Πέρασαν κάποια δευτερόλεπτα να συνειδητοποιήσει πού βρισκόταν και τι γινόταν γύρω της κι ένιωσε τον απόλυτο πανικό καθώς ήταν τελείως μόνη με τον, μέχρι τότε απολύτως καθωσπρέπει νεαρό που την είχε στριμώξει πάνω στο τζάμι, με όλο το βάρος του κορμιού του, καρφώνοντας την με βλέμμα απειλητικό κι αμέσως μετά άγριο. Βάζοντας το δείχτη στα χείλη του της έκανε νόημα να μείνει σιωπηλή κι άπλωσε το πόδι του στην απέναντι θέση κλείνοντας της την έξοδο.
Σαν σε εφιάλτη, άνοιξε το στόμα της πολλές φορές αλλά φωνή δεν έβγαινε, παρά μόνο κάτι κοφτές ανάσες γεμάτες φόβο, προσπαθώντας από την μία να τον απωθήσει κι από την άλλη να κοιτάξει γύρω της για βοήθεια. Η διαπίστωση της πως το βαγόνι είχε τελείως αδειάσει την πανικόβαλε ακόμα περισσότερο και καθώς ο άγνωστος, σαν να μάντεψε την σκέψη της, φόρεσε ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο και την πίεσε ακόμα πιο πολύ κόντρα στο τζάμι και την θέση της την έκανε να τρέμει και να αισθάνεται τόσο αβοήθητη και τόσο αδύναμη που το μυαλό της μούδιασε ακόμα περισσότερο κι από το σώμα της. Δεν μπορεί να συνέβαινε στην πραγματικότητα αυτό! Δεν μπορεί να συνέβαινε αυτό σε εκείνη! Δεν μπορεί να αντιμετωπίζει τέτοιο κίνδυνο από το πουθενά, δεν μπορεί να είναι σε αυτήν την κατάσταση, εκείνη! Πρέπει να αμυνθεί, να ουρλιάξει, πρέπει να τον απωθήσει αλλά ο άγνωστος γίνεται όλο και πιο επιθετικός κι εκείνη όλο και πιο πετρωμένη από το φόβο και την αηδία.

Και ξαφνικά, ποιος Θεός να την λυπήθηκε άραγε; Ο Χριστός; Ο Αλλάχ; Ο Βούδας; Ποιος Θεός άκουσε προσευχή που δεν πρόλαβε να κάνει, ποιος Θεός ένιωσε την απόγνωση και την απελπισία της, Ποιος Θεός την σπλαχνίστηκε, ποια θεία πρόνοια; Ξαφνικά, οι νεαροί που έκαναν φασαρία στο δίπλα βαγόνι, ήρθαν και κάθισαν διαγώνια απέναντί τους. Ήδη από μακριά που τους είδε ο άγνωστος με μια αστραπιαία κίνηση, πετάχτηκε από το κάθισμα δίπλα της και σηκώθηκε να πατήσει το κουμπί της στάσης. Εκείνη, τρέμοντας ακόμα, σαν χαμένη αναρωτήθηκε αν οι πιτσιρικάδες είχαν δει και γι αυτό άλλαξαν βαγόνι ή αν αυτό οφειλόταν μόνο στην καλή της τύχη. Μέχρι να γυρίσει το βλέμμα της σ αυτούς, το τραμ είχε σταματήσει και ο επίδοξος βιαστής είχε βγει έξω και εξαφανιστεί στο σκοτάδι. Κι αυτή ακόμα έτρεμε σαν το φύλλο. Ο ένας από τους δύο νεαρούς συνάντησε το χαμένο, θολό της βλέμμα και την ρώτησε: «Είστε καλά;» με μάτια γεμάτα ευγένεια και καλοσύνη κι εκείνη τακτοποιώντας κάπως τη φούστα της του έγνεψε «ναι» μ ένα ανεπαίσθητο νεύμα του κεφαλιού. Εξωτερικά τουλάχιστον αυτό έβλεπε κάποιος, εκείνη όμως θα ένιωθε ότι όλη της η ύπαρξη είχε μεταμορφωθεί σ ένα στόμα που ούρλιαζε ένα τεράστιο «ευχαριστώ».

Αυτό έγινε στην φαντασία μου, στην πραγματικότητα η κοπέλα βιάστηκε και δολοφονήθηκε έξω από τη στάση του τραμ σ ένα κοντινό πάρκο. Ο ένοχος δεν βρέθηκε.