Άνοιξε απότομα τα μάτια του! Τρομαγμένος προσπάθησε να ξαναβρεί την ανάσα του σαν στη μέση ενός εφιάλτη! Κοίταξε γύρω του ακόμα μουδιασμένος από τον πολύωρο ύπνο! Το απόλυτο σκοτάδι! Αδύνατο να διακρίνει το παραμικρό. Κούνησε ελαφρά τα μέλη του για να ξεμουδιάσουν. Ήταν στριμωγμένος, δεν είχε πολύ χώρο ν απλωθεί!
Τι τον είχε ξυπνήσει; Ένα δυνατό ταρακούνημα κι ένας ακόμα πιο δυνατός θόρυβος. Και φωνές! Κάποιοι φώναζαν έξω αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει αν ήταν φωνές αγχωμένες ή θυμωμένες! Ήταν όμως εκκωφαντικές, σίγουρα! Και μαζί με το συνεχόμενο, δυνατό κούνημα δεν ήταν ο καλύτερος τρόπος να ξυπνήσει κάποιος!
Ξαφνικά θυμήθηκε! Η καρδιά του έχασε ένα χτύπο από την τρομάρα! Η Ούλα του! Που ήταν η Ούλα του; Άρχισε να την φωνάζει σαν παλαβός! Άραγε ήταν καλά; Είχε τρομάξει από το σεισμό και τους περίεργους θορύβους;
– «Κοριτσάκι μου, είσαι καλά;» Ησυχία! Και μετά. Ξαφνικά ακούστηκε γλυκιά, καθησυχαστική, απαλή η φωνούλα της!
– « Εδώ είμαι, καλέ μου! Λίγο ζαλισμένη , αλλά καλά! Γιατί κουνιόμαστε έτσι;» ρώτησε προσπαθώντας να κρύψει την ανησυχία στη φωνή της.
– «Σεισμός», απάντησε εκείνος. Ωραίος τρόπος να ξυπνήσει κάνεις ε; Τουλάχιστον να υπήρχε φως, μπορεί και να έβγαινε άκρη», είπε και προσπάθησε να σβήσει τα ίχνη της ανησυχίας από τη φωνή του, μάλλον ανεπιτυχώς!
Οι δονήσεις που συνεχιζόταν αμείωτες δεν τους βοηθούσαν να ηρεμήσουν.
– «Πρέπει να έχουν σπάσει πράγματα. Ακούστηκε θόρυβος από γυαλιά που σπάζουν. Πρέπει να έχουμε ζημιές από τους μετασεισμούς δυστυχώς! Νομίζω πως αν απλώσω το χέρι μου θα τα ακουμπήσω!» ακούστηκε η φωνούλα της.
– «Να μην κάνεις τίποτα μέχρι να σταματήσουμε να κουνιόμαστε, μην συμβεί κανένα χειρότερο κακό» της είπε αυστηρά. «Ούλα μην κουνιέσαι, αχ γιατί δεν ακούς; Τουλάχιστον περίμενε το φως! Αχ, όσο όμορφη είσαι εσύ, τόσο πεισματάρα! Στάσου μια στιγμή! Σταμάτησε το κούνημα…Φως! Έχουμε φως!»

Η εικόνα που αντίκρισαν ήταν απογοητευτική αλλά ευτυχώς όχι τραγική! Τα πάντα γύρω τους ήταν γεμάτα τσαλακωμένα αποκόμματα εφημερίδων, χαρτιών διαφόρων χρωμάτων, σακούλες πλαστικές και χάρτινες και σπασμένα γυαλιά. Σιγά σιγά και δειλά άρχισαν να κινούνται κι άλλοι που είχαν επιβιώσει της καταστροφής και μετρούσαν τις απώλειες τους. Οι δυνατοί θόρυβοι από το εξωτερικό δεν βοηθούσαν κανένα να συγκεντρωθεί και να υπολογίσει ψύχραιμα το μέγεθος του συμβάντος.
-«Αγάπη μου εσύ είσαι καλά; Τραυματίστηκες;», ξαναρώτησε το ξωτικό.
– «Εντάξει είναι υπερβολικέ!» ακούστηκε η φωνή ενός χοντρού καλόκαρδου, κοκκινομάγουλου Αι Βασίλη δίπλα.
«Αχ, άλλος δεν αγάπησε ποτέ παρά το ξωτικό την ξωτικούλα του! Κάθε χρόνια που μας κατεβάζουν μέσα στις κούτες, όλα τα στολίδια ο ίδιος διάλογος!» Γέλασε, φτιάχνοντας το σκούφο του και ταχτοποιώντας το σκοινί από το έλκηθρο του. Να, να δυο τρεις μπάλες μόνο!»
Γύρισαν και κοίταξαν όλοι με λίγη θλίψη. Κάθε χρονιά θα υπήρχαν απώλειες. Οι άνθρωποι μπορεί και να ξεχνούσαν αλλά τα στολίδια θυμόταν πάντα τους συντρόφους τους και τους τιμούσαν. Οι μπάλες που έσπασαν στόλιζαν το δέντρο μπορεί και για δέκα χρόνια, είχαν ολοκληρώσει το έργο τους, είχαν δώσει φως, χαρά στους ανθρώπους. Είχαν νιώσει τον θαυμασμό πάνω τους, στις ανταύγειες και τα χρώματα που έπαιρναν με τα λαμπάκια του έλατου να αναβοσβήνουν κοντά τους. Ήταν ειδικά εκείνες – θυμήθηκε το ξωτικό – που είχαν αγοράσει για τον μικρό καινούργιο ανθρωπάκο του σπιτιού εκείνα τα Χριστούγεννα που τον έφεραν σπίτι κι ήταν τόσο περήφανες γιατί τα ματάκια του μωρού- όπως τον έλεγαν- είχαν γεμίσει μαγεία όταν τις κοίταζαν! Ήξεραν καλά τα ξωτικά κι όλα τα στολίδια πως οι μικροί άνθρωποι ήταν πάντα αυτοί που τα καμάρωναν και τα αγαπούσαν περισσότερο. Το μικρό εκείνο ανθρωπάκι που μαζί του μεγάλωναν κι εκείνα τους μιλούσε κιόλας αργότερα! Καθόταν μπροστά στη φάτνη, κοίταζε για ώρες το φωτισμένο δέντρο και μιλούσε στα στολίδια. Έκανε ευχές κι ακόμα, ακόμα μερικές χρονιές έκλαιγε. Τα στολίδια δεν καταλάβαιναν πολλά μόνο ένιωθαν, χαμογελούσαν και παρηγορούσαν. Κι έλαμπαν, έλαμπαν ακόμα περισσότερο.

Ξαφνικά, εκεί που περίμεναν όλα υπομονετικά τη σειρά τους να τα ξετυλίξουν και να τα στολίσουν, κι ενώ τα πρώτα στολίδια είχαν παραταχθεί και κοιτούσαν ολόγυρα προσπαθώντας να θυμηθούν το περσινό τους πόστο, κάποια βιαστική κίνηση, αδέξια και να που η Ούλα έπεσε από τα χέρια της γυναίκας που την ξεσκόνιζε πριν την τοποθετήσει στην περίοπτη θέση στον ξύλινο μπουφέ δίπλα στο ταίρι της.

Μια κραυγούλα αγωνίας ακούστηκε ολοκάθαρα από το στόμα του κι όλα τα στολίδια, ακόμα και τα ξύλινα που ήταν πιο άνετα ως πιο ανθεκτικά κράτησαν την ανάσα τους. Είχαν στρώσει τα χαλιά, η Ούλα θα έπεφτε στα μαλακά, δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας, είχαν επιβιώσει από τόσες και τόσες πτώσεις. Πόσες σκέψεις μπορούσαν να χωρέσουν σε μερικά δευτερόλεπτα; τόσες κι άλλες τόσες πέρασαν από το μυαλό του ξωτικού μέχρι να δει τι θα γινόταν. Μια ατελείωτη σιωπή ακολούθησε και μετά η γυναίκα άνθρωπος είπε αυτό που δεν έπρεπε να πει, αυτό που όλοι απεύχονταν, άνθρωποι και στολίδια, αυτό που όλοι προσευχόταν να μην συμβεί:

– «Έσπασε! Να πάρει η ευχή. Έσπασε η ξωτικούλα! Όχι, κι είναι και σε σημείο που δεν κολλά! Κρίμα, κρίμα κι είναι τόσο όμορφη. Τι να γίνει; Θα στολίσουμε το ξωτικό μόνο του. Άσε τα τώρα, όπως είναι! Συνεχίζουμε μετά!» είπε και βγήκε από το σαλόνι.
Η σιωπή που ακολούθησε έμοιαζε σαν να κράτησε χρόνια. Κι ήταν βαριά, την έκοβες με το μαχαίρι. Ύστερα ακούστηκε η φωνή του ξωτικού:
– «Παππούλη, Θα με βοηθήσεις;» είπε και κοίταξε παρακλητικά μέσα στα μάτια του Άγιου Βασίλη που κοίταζε αποσβολωμένος. Εκείνος προσπάθησε κάτι να του πει, δακρυσμένος κι αυτός μα δεν κατάφερε να αρθρώσει λέξη.

– «Παππούλη, εγώ ότι ήμουν, ήμουν μαζί της. Ήμουν ο καθρέφτης της. Σκόρπιζα χαρά όταν ήταν χαρούμενη, φως όταν έλαμπε, ομορφιά από την ομορφιά της, ζωντάνια από την ζωντάνια της. Ήμουν ό,τι ήμουν ακριβώς επειδή υπήρχε εκείνη. Δεν μπορώ να είμαι πια χριστουγεννιάτικο στολίδι, δεν μπορώ να είμαι τίποτα χωρίς εκείνη. Δεν ξέρω ποιος, τι να είμαι χωρίς εκείνη. Γεννήθηκα για εκείνη και δεν ξέρω να ζω αν δεν υπάρχει. Μην με σπρώχνεις να ζήσω μια τέτοια ζωή, χωρίς ζωή μέσα της. Βοήθησε με!» και γυρνώντας ύστερα στα άλλα στολίδια:
– «Βοηθήστε με παιδιά!»
Τα στολίδια δεν καταλάβαιναν λόγια, μόνο ένιωθαν. Κι ένιωσαν τη σκοτεινιά και τη θλίψη του ξωτικού. Κι αποφάσισαν να βοηθήσουν τον τόσα χρόνια πιστό κι αγαπημένο σύντροφο τους.

Το χριστουγεννιάτικο έλατο έσβησε τα φωτάκια του, οι άγγελοι έκλεισαν τα μάτια τους με τα φτερά τους, οι καμπανούλες άρχισαν να χτυπάνε απαλά κι ο Άγιος Βασίλης έδωσε το σύνθημα να ξεκινήσουν τα ελάφια και οι τάρανδοι να πατούν δυνατά τα πόδια τους και να χτυπούν τις οπλές τους στον ξύλινο μπουφέ ώστε να τον κουνήσουν όσο γινόταν πιο δυνατά.

Οι δονήσεις, μαζί με τα ρόδια που κυλούσαν για να βάλουν κι αυτά ένα χεράκι, έσπρωξαν το ξωτικό μέχρι την γωνία, λίγο ακόμα και μπαμ! Έπεσε δίπλα στην καλή του κι έσπασε κι αυτός! Όταν τα δυο σπασμένα στολιδάκια πλησίασαν το ένα το άλλο φώτισε το σαλόνι ένα τέτοιο φως, ένα τόσο απόκοσμο παντοδύναμο φως που θύμισε σ όλα τα στολίδια το αστέρι των Χριστουγέννων. Κι εκείνη τη στιγμή ήξεραν πως είχαν πάρει τη σωστή απόφαση βοηθώντας τα ερωτευμένα ξωτικά που τώρα είχαν δυο ακόμα πιο πλατιά χαμόγελα στις φατσούλες τους! Γιατί τα στολίδια ήξεραν πως ο Θεός είναι πάντα με τους ερωτευμένους και με των αγαθών ανθρώπων τις προσευχές!

Κι έτσι το ζευγάρι δεν ξανά χώρισε ποτέ αλλά έζησε αγαπημένο τον απόλυτο έρωτα του που σφράγιζε τον χρόνο για την αιωνιότητα.