Συλλέκτης χειρογράφων

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Με έχεις διαλύσει! Δεν αντέχω τόση πίεση! Δεν μπορώ να γράψω ούτε μια λέξη!”, ούρλιαξε η Ίριδα σπρώχνοντας μακριά της, με δύναμη, το πληκτρολόγιο του υπολογιστή που βρισκόταν μπροστά της.
“Άσε τις δικαιολογίες μωρή άχρηστη και γράφε μη σου σπάσω τα χέρια!”, ακούστηκε η αγριεμένη φωνή του Μάρκου μέσα από την κουζίνα την ώρα που ένα γυάλινο ποτήρι γινόταν θρύψαλα.

Η Ίριδα ακούμπησε το μέτωπό της στην ξύλινη επιφάνεια του γραφείου της και έκλεισε τα μάτια. Άφησε το μυαλό της να ταξιδέψει στη μέρα που πρωτογνωρίστηκαν πριν από έξι χρόνια ακριβώς. Βρέθηκαν και οι δύο τυχαία σε μια έκθεση ζωγραφικής στην καρδιά της Αθήνας. Εκείνη είχε αφήσει τη ματιά της να εξερευνήσει έναν ολόμαυρο πίνακα που κρεμόταν στο μέσο της αίθουσας όταν τα μάτια της αποσπάστηκαν από μια μακριά κατακόκκινη αλογοουρά που στεκόταν απέναντί της και χάζευε έναν μικρό πίνακα γεμάτο πράσινα λουλούδια. Επέτρεψε στον εαυτό της να παρατηρήσει το κορμί που ανήκε αυτή η κόκκινη αλογοουρά παρακαλώντας ενδόμυχα για ένα του βλέμμα.

Εκείνος, σαν να διάβαζε τις σκέψεις της, γύρισε προς το μέρος της και την πλησίασε χωρίς να χάσει το βλέμμα του από το δικό της.

“Μακάρι να ήσουν μέρος της έκθεσης! Θα πετούσαμε από πάνω σου αυτό το γαλάζιο φουστάνι, θα λύναμε τα ξανθά σου μαλλιά και θα σε απολαμβάναμε γυμνή…Τότε η έκθεση θα αποκτούσε περισσότερο ενδιαφέρον! Μάρκος!”, της είπε με αργή και σταθερή φωνή τείνοντας το χέρι του προς το μέρος της. “Λεκτικοποίησες δυνατά τις σκέψεις σου με αστραπιαία ταχύτητα. Ίριδα!”, ακούστηκε η μελωδική της απάντηση. “Ίριδα Διαμάντη; Η συγγραφέας;”, τη ρώτησε με ενδιαφέρον. “Ναι! Που το κατάλαβες;”, τον ρώτησε ξαφνιασμένη. “Αρχικά δηλώνω θαυμαστής σας και κατά δεύτερον, κανείς άλλος δε χρησιμοποιεί με τόση ασυδοσία τη λέξη λεκτικοποίηση, παρά μόνο οι συγγραφείς!¨, πρόλαβε να σχολιάσει θρασύτατα εκείνος και προσφέρθηκε να την κεράσει ένα ποτό.

Η Ίριδα δέχτηκε με χαρά την πρόσκληση και καθ’ όλη τη διάρκεια, του μιλούσε για τη συγγραφική της πορεία έχοντας πάντα ένα χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη. Μιλούσε με ζήλο για τη δουλειά της και του εκμυστηρεύτηκε το θέμα του καινούργιου της βιβλίου. Πρόκειται για ένα ψυχολογικό θρίλερ που διαδραματίζεται σε ένα ορεινό χωριό με πρωταγωνίστρια μια άκρως καταπιεσμένη κοπέλα, η οποία εγκατέλειψε τα πάντα για να ακολουθήσει τον έρωτά της και στο τέλος αποδείχθηκε πως κατέστρεψε τη ζωή της και θέλησε να βάλει ένα τέλος. Ο προσχεδιασμένος φόνος στο τέλος του βιβλίου, κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη.

Ο Μάρκος, δηλώνοντας γοητευμένος και εντυπωσιασμένος με την αιθέρια ύπαρξη απέναντί του, της είπε πως ήταν γόνος μια εύπορης οικογένειας βιομηχάνων από τη Θεσσαλονίκη και ο μοναδικός κληρονόμος της περιουσίας της. Τα εργοστάσια δεν ήταν όμως το φόρτε του και άρχισε να ψάχνει το νόημα της ζωής σε άλλα πράγματα όπως είναι οι γυναίκες, η δημοσιότητα και τα ταξίδια, αλλά αυτό που τον κέρδισε περισσότερο ήταν τα χειρόγραφα. Ταξίδευε σε όλο τον κόσμο προκειμένου να αγγίξει ένα παλιό κιτρινισμένο χαρτί με ξεθωριασμένο μελάνι. Η συλλογή του είναι αξεπέραστη και θεωρείται πια ένας από τους πιο σημαντικούς συλλέκτες χειρογράφων. Η Ίριδα είχε εντυπωσιαστεί από τα ενδιαφέροντα του και προθυμοποιήθηκε να του χαρίσει το χειρόγραφο του ψυχολογικού θρίλερ που ετοίμαζε μιας και δήλωνε θαυμαστής της.

Μόλις ολοκλήρωσε την πρότασή της, η χαρά του Μάρκου ήταν τόσο μεγάλη που χωρίς να σκεφτεί το μέρος και τον χρόνο, άπλωσε τα χέρια του, την τράβηξε κοντά του και αμέσως τα χείλη του ακούμπησαν τα δικά της. Η Ίριδα παραδόθηκε ολοκληρωτικά σ’ εκείνο το φιλί και μετά από λίγη ώρα βρέθηκαν γυμνοί να κυλιούνται παθιασμένα στα μεταξωτά της σεντόνια. Την έχει κερδίσει από τον τρόπο που την κοιτούσε. Όλο το βράδυ την έγδυνε με τα μάτια του και της έδινε μικρά ερεθίσματα ώστε να μπορεί να κάνει εικόνες που ποτέ δε θα έκανε λέξεις. Εικόνες που θα ξυπνούσαν την υγρασία του κορμιού της και θα την έκαναν να κοκκινίσει από ντροπή, αλλά στο τέλος του παραδόθηκε ψυχή τε και σώμα τι.

Οι δύο εραστές βούτηξαν στα βάθη ενός πάθους που τους τραβούσε με ταχύτητα στην άβυσσο. Για πολύ καιρό τροφοδοτούσαν ο ένας τον άλλον με υποσχέσεις που ήξεραν πως δε θα τηρήσουν. Με λόγια που ξεστόμιζαν χωρίς να σκεφτούν. Με ηδονές χωρίς αντάλλαγμα και με συναισθήματα που κανένας δεν είχε ξαναζήσει.

Προσπάθησαν να βάλουν όρια, αλλά απέτυχαν. Εκείνος της πρότεινε να συγκατοικήσουν στη Θεσσαλονίκη και εκείνη εγκατέλειψε τα πάντα για να τον ακολουθήσει στην Συμπρωτεύουσα. Ο Μάρκος θεωρούσε πως εκεί θα μπορούσε να ολοκληρώσει απερίσπαστη το βιβλίο της έχοντας την ελπίδα πως το χειρόγραφο θα προστεθεί στη συλλογή του. Η Ίριδα πείστηκε πως όλα θα άλλαζαν. Το βιβλίο της θα ολοκληρωνόταν και θα ξεκινούσε μια καριέρα στη Θεσσαλονίκη.

Έκανε λάθος! Μόλις τακτοποιήθηκαν ο Μάρκος άλλαξε. Έγινε βίαιος κι άρχισε να πίνει πολύ. Την πίεζε να γράφει συνέχεια. Να δίνει συνεντεύξεις σε περιοδικά αλλά και σε τοπικά κανάλια. Της στέρησε τις εξόδους, τις βόλτες, τα ταξίδια και την κλείδωσε σε ένα δωμάτιο παρέα με έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή. Ποθούσε με μανία να κρατήσει το χειρόγραφο της στα χέρια του. Η Ίριδα όμως ένιωθε το οξυγόνο της να στερεύει. Η ζωή της είχε πάρει μια τροπή που ούτε στα βιβλία της δεν είχε φανταστεί…

Ο ήχος ενός δεύτερου ποτηριού που σπάει την επανάφερε στην πραγματικότητα. Το βαρύ κεφάλι της συνέχιζε να ακουμπάει το γραφείο και εκείνος, αντί να είναι στην κουζίνα, βρισκόταν πίσω της κρατώντας ένα γεμάτο ποτήρι ουίσκι.

“Ξεκίνα να γράφεις τώρα! Αρκετό καιρό ανέχομαι την απραγία σου. Τα κανάλια περιμένουν εξελίξεις, ο εκδοτικός οίκος το ίδιο, τα περιοδικά αδημονούν για ένα αποκλειστικό. Ξεστραβώσου! Δε σε έφερα στη Θεσσαλονίκη για να σε παντρευτώ και να κάνουμε οικογένεια. Σε έφερα για να πάρω στα χέρια μου το χειρόγραφο! Τελείωνε!”, φώναζε αγριεμένα ενώ η βαριά ανάσα του βρομοκόπαγε αλκοόλ και το σώμα του είχε τη μυρωδιά της σαπίλας.

Η Ίριδα σήκωσε το κεφάλι της από το γραφείο με δάκρυα στα μάτια. Αυτός ο άνθρωπος αποκλείεται να ήταν ο έρωτάς της. Η βία του φαινόταν καθημερινά επάνω της. Στο σώμα και την ψυχή της, αλλά δεν το έβαζε κάτω! Είχε καταφέρει να τελειώσει το βιβλίο της κι εκείνος δεν είχε αντιληφθεί το παραμικρό. Επιβίωνε καθημερινά και όταν ο Μάρκος έλειπε, εκείνη έγραφε ασταμάτητα και όταν εκείνος γυρνούσε σπίτι, σταματούσε τα πάντα, άνοιγε μια λευκή σελίδα και την κοιτούσε. Δε θα τον άφηνε να βιάσει πέρα από την ζωή της και την αγάπη της για την συγγραφή. Προτιμούσε να πονάει εκείνη παρά οι λέξεις της.

“Δεν μπορώ να το γράψω. Η ροή της ιστορία με δυσκολεύει και εσύ το ίδιο. Ποτέ δεν ενδιαφέρθηκες να μάθεις την πλοκή, αλλά τώρα είναι η ώρα γι’ αυτό άκουσέ με προσεκτικά…Είναι ένα ζευγάρι παράφορα ερωτευμένο που ζει σε ένα μικρό ορεινό χωριό. Εκείνος της προτείνει να μείνει μαζί του και εκείνη δέχεται. Μόλις όμως αποφάσισαν να μείνουν μαζί, αυτός άλλαξε. Έγινε βίαιος και πότης προσφέροντας της τη ζωή μιας φυλακισμένης. Μια μέρα όμως, μετά από καιρό, της ήρθε μια ιδέα. Άρχισε να του ρίχνει δηλητήριο στο ουίσκι. Κάθε μέρα και από λίγο. Κάθε μέρα ξυπνούσε και κοιμόταν με την ελπίδα πως το μαρτύριό της θα τελειώσει σύντομα. Πέρασαν κάποιες εβδομάδες και τα σημάδια του τέλους άρχισαν να γίνονται εμφανή. Εκείνος άρχισε να τρέμει, μύριζε το σώμα του, ήταν χλωμός, τρέκλιζε το βήμα του και ανέπνεε βαριά. Δεν είχε μείνει πολύς χρόνος… Το δηλητήριο έδρασε, εκείνος ήταν νεκρός και η πρωταγωνίστρια είναι ελεύθερη να ζήσει τη ζωή της…”. Ο ηχηρός γδούπος που ακούστηκε, την έκανε να σταματήσει την αφήγησή της και να στρέψει το βλέμμα της προς το μέρος του Μάρκου.

Ο Μάρκος βρισκόταν νεκρός στο πάτωμα και το ποτήρι από το ουίσκι δίπλα του σπασμένο. Η Ίριδα αφέθηκε στο παγωμένο και κενό βλέμμα του κι ένιωσε την ψυχή της να γαληνεύει. Το σχέδιο της είχε εκτελεστεί με απόλυτη ακρίβεια. Ήταν επιτέλους ελεύθερη! Πήγε στο μπάνιο, έκοψε και έβαψε τα μαλλιά της, πήρε τη βαλίτσα της και λίγο πριν φύγει από το σπίτι έστειλε την τελική μορφή του νέου της βιβλίου στον εκδοτικό οίκο. Είχε καταφέρει να το ολοκληρώσει και να του δώσει το τέλος που άξιζε.

Πριν κλείσει την πόρτα πίσω της, έλουσε το μαρμαρωμένο σώμα του Μάρκου με βενζίνη και άναψε ένα σπίρτο. Δίπλα του καιγόταν και το χειρόγραφό της με τίτλο “Συλλέκτης χειρογράφων”.
Κανένας δεν την ξαναείδε ποτέ…

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook