Κάποτε μου είχαν ζητήσει να γράψω ένα γράμμα, σε κάποιο παράξενο παιδί που πάντοτε βρισκότανε στην λάθος πλευρά της ζωής. Βάδιζε στο λάθος μονοπάτι, γιατί δεν είχε περιθώριο να διαλέξει το σωστό. Θα έπρεπε να περάσουν χρόνια για να καταλάβει ότι μπορούμε να επιλέξουμε μόνο τα μονοπάτια που μπορούμε να δούμε. Δεν το έγραψα ποτέ. Το παρατούσα πάντοτε στη μέση. Εκείνο το γράμμα με πονούσε κι ακόμη με πονάει. Πρέπει, όμως, κάποτε, να κλείσω τον φαύλο κύκλο. Γι’ αυτό γράφω τούτες εδώ τις αράδες. Για να τις βρει και να τις διαβάσει όταν θα μπορεί να καταλάβει τι πραγματεύονται. Το μάθημα όμως, το μεγαλύτερο μάθημα της ζωής του, θα ‘ναι τούτο: Ο κόσμος δεν είναι μήτε όμορφος, μήτε άσχημος. Είναι ακριβώς αυτό που επιθυμούν να αντικρίσουνε τα μάτια μας…

Θυμάμαι έναν μπόμπιρα, κοντά εφτά χρονών, να κάθεται στο παλιό και ξεφτισμένο μωσαϊκό, με την πλάτη στον τσόχινο καναπέ και να κλαίει απαρηγόρητος. Στην αγκαλιά του, κρατούσε σφιχτά, ένα άλλο πιτσιρίκι, όχι μεγαλύτερο από δύο χρονών, που σίγουρα δεν καταλάβαινε την παράταιρη σκηνή, μα ‘χε πλαντάξει, κι εκείνο, στο κλάμα. Καρικατούρα ο πατέρας, με το μουστάκι εποχής και τη σαλοπέτα, άφαντη η μάνα. «Εμείς φταίμε πατέρα, που θα χωρίσετε;» ρώτησε ο μπόμπιρας κι ύστερα η ανάμνηση ξεθωριάζει, σβήνει και χάνεται μέσα στα αχανή υφαντά του αδηφάγου χρόνου.

Τι κι αν τον είχαν διαβεβαιώσει μυριάδες φορές, τι κι αν πήρε παράταση ο γάμος κι αναβολή ο χωρισμός, ο πόνος, το ψύχος και το σκότος, δεν έλεγαν να φύγουν από την ψυχή του μικρού μας ήρωα. Τα κουβαλούσε μαζί του, φίλοι κι εχθροί, τα πρωινά που πήγαινε στο σχολείο, τουρτουρίζοντας από το κρύο και χαζεύοντας το χνώτο του. Τα ρωτούσε τι σήμαιναν τα παράξενα συνθήματα που έβλεπε γραμμένα στους τοίχους των σπιτιών και πούθε προερχόντουσαν τα ονόματα των οδών. Τα άφηνε στην άκρη, στα διαλλείματα που έπαιζε με τα άλλα παιδιά και τα ξαναφορτωνόταν καθώς γύριζε σπίτι, από άλλη διαδρομή, με κάποιον φίλο που ‘χε κάνει, την πρώτη του μέρα στο σχολείο.

Βαριά ήταν η σάκα του, βαριά σαν την ψυχή του και σαν τον μελαγχολικό, φθινοπωρινό ουρανό, που δεν τον άφηνε να χαρεί την παιδική χαρά και το προαύλιο της εκκλησίας. Τότε άρχισε να διαβάζει. Περπατούσε τα απογεύματα μέχρι την δημοτική βιβλιοθήκη και φόρτωνε βιβλία. Κλεινόταν με τις ώρες στο δωμάτιό του και διάβαζε για μάχες, πολέμους, τουφέκια και ιππότες. Διάβασε για ταξίδια, άλλα κοντινά κι άλλα ίσαμε τα πέρατα του σύμπαντος. Διάβασε για τον δικό του θεό και τους άλλους θεούς. Διάβαζε τα πάντα για να μπορεί να ονειρεύεται, για να πλάθει κόσμους μέσα στο λογισμό του και να ξεγελάει τις αιχμηρές του θύμησες. Διάβαζε για να μην χρειάζεται να πονάει. Για να αποξενωθεί από τον κόσμο, διάβαζε.

Ύστερα άρχισε τα ταξίδια. Πρώτα γύρισε όλον τον μαχαλά με τα πόδια. Γνώρισε κάθε γωνιά και κάθε σπιθαμή του. Έπειτα έφυγε πιο μακριά – γύρισαν όλη την πόλη με τα ποδήλατα, αυτός, ο Θύμιος κι ο Βάγγος, σαν συμμορίτες έμοιαζαν. Έφευγε από το σπίτι και ξεχνούσε να γυρίσει· βλέπεις όταν δεν ήταν μέσα στο πρόβλημα, το μυαλό του χαλάρωνε και δεν σκεφτόταν ούτε τον κίνδυνο, μήτε και την κατάρρευση. Το μαρτύριο του Σίσυφου ζούσε εκείνο το παιδί, μα δεν το έλεγε σε κανέναν· είχε μάθει από ‘κείνα κιόλας τα χρόνια να μην εμπιστεύεται κανένα και να μην χτίζει πάνω σε τίποτα – ο χρόνος, λένε, κάστρα χτίζει κι ο χρόνος τα γκρεμίζει.

Ήρθαν χαρούμενα Χριστούγεννα μετά, ήρθαν ευχές και δώρα και το φάντασμα της κατάρρευσης σταμάτησε να πλανάται στο σαλόνι του και κρύφτηκε, μοναχό του, σ’ ένα υγρό και σκοτεινό κελί. Έβγαινε μονάχα κάποια βράδια, ίσα για να τον στοιχειώσει στον ύπνο του με εφιάλτες, που τον έκαναν να ξυπνάει ιδρωμένος και αλαφιασμένος, ακούγοντας τα υπόκωφα αγκομαχητά και τις βρισιές, στην απόσταση. Ήρθε κι εκείνη η εξόρμηση με τα φιλαράκια, για να πουν τα κάλαντα, και τα μαστόρια, σε κάποιο γιαπί, που τους έταξαν ένα ολόκληρο χιλιάρικο αν κατάφερναν να το μοιράσουν στα τρία. Κι ο Βάγγος, ο αλητάκος της παρέας, βούτηξε το χιλιάρικο απ’ το χέρι του μάστορα, το τσέπωσε και με την ψιλή του φωνή και με ύφος από κουτσαβάκι, του πέταξε «πέσε κι άλλα δυο για τα παιδιά».

Γούρλωσε τα μάτια ο μάστορας, βάλανε τα γέλια οι βοηθοί. «Τσάκω τα ρε κατεργάρη, γιατί σε συμπάθησα. Αλλά θα μας πείτε ακόμα ένα» έκανε εκείνος, καθώς έδινε τα λεφτά στην παρέα. «Άλλα κάλαντα;» ρώτησε ο Θύμιος κι ένας θεός ξέρει πώς βρέθηκαν να τραγουδάνε «έχετε γειά βρυσούλες, λόγγοι, βουνά, ραχούλες». Γέλασαν φεύγοντας και δεν κατάλαβαν ποτέ γιατί δάκρυζε ο μάστορας καθώς κάπνιζε και τους άκουγε να τραγουδούν εν χορώ. Όμορφα χρόνια δεν τα έλεγες, μα σίγουρα ήταν αγνά.

Χρόνια που σβήσανε και έλιωσαν, όπως τα ανοιξιάτικα χιόνια. Χρόνια που για τον πιτσιρικά απόμειναν απόηχοι μονάχα στο μυαλό του. Έφταιγε που οι καταστάσεις άρχιζαν να παρακμάζουν, σαν τεντωμένα σύρματα σε μπαλκόνια, που έσπαγαν από την σκουριά της πολυκαιρίας και το βάρος των όσων είχαν να κουβαλήσουν. Μήτε κι εκείνος ο φίλος του πατέρα του, του γέμιζε το μάτι. Ήταν, έλεγε, φαντάροι μαζί κι είχε φύγει για το Αμέρικα, για να κάνει λεφτά και δόξα. Γύρισε πίσω μ’ άδειες τσέπες και τσακισμένα όνειρα και προσπαθούσε να ορθοποδήσει. Πέρασε κανένας μήνας. Δεν έλεγε να ξεκουμπιστεί.
Ήταν κι ο πατέρας του Βάγγου, που τον είχε ρωτήσει, τι ρόλο βαρούσε εκείνος ο τύπος. Του είπε ο πιτσιρικάς κι εκείνος, κάνοντας μια περίεργη γκριμάτσα, πλατάγιασε τη γλώσσα του κι έπειτα σάλιωσε το στριφτό τσιγάρο του και το κόλλησε. «Όπως τον κόβω…» έκανε, προτού ανάψει το τσιγάρο, «… το έχει μπατάρει στο ντίζελ…» αποφάνθηκε, πριν κουνήσει το κεφάλι αποδοκιμαστικά.

Αλλάξαν οι καιροί κι αγρίεψαν και μαζί τους αγρίεψε κι εκείνο το παιδί που δεν είχε σκοπό να το βάλει κάτω. Άρχισε να γυροφέρνει μόνος του στην πόλη, για να μην γυρίσει σπίτι. Έβραζαν οι ορμόνες της εφηβείας, γκέμι δεν μπορούσε να του βάλει κανένας, κλώτσαγαν τα νεύρα του κι έκανε πως έφευγε από τα προβλήματα, για να μην βάλει μπουρλότο στα θεμέλια ενός οικοδομήματος, που με τόσο κόπο είχε πλάσει στο μυαλό του. Δεν θα διαλυότανε η οικογένεια, γιατί το έλεγε εκείνος κι ο λόγος του έπρεπε να περάσει. Βλέπεις, τα παιδιά, χρειάζονται φιγούρες κι όταν δεν τις έχουν, αναλαμβάνουν τους ρόλους που θα έπρεπε να έχουν αναλάβει οι φιγούρες του πατέρα και της μάνας. Εν προκειμένω, ο πατέρας ήταν και δεν ήταν εκεί κι η μάνα φαινόταν πάντοτε απούσα.

Σκοτείνιασαν οι εποχές κι άρχισε να χάνεται. Στα δεκατρία σταμάτησε να γυρίζει στο σπίτι, παρά μόνο αργά, ίσα για να κοιμηθεί. Γύριζε όλη μέρα, άλλες φορές την έβγαζε στο δρόμο κι άλλες σε κάποιον φίλο. Τότε έβαλε για πρώτη φορά τσιγάρο στο στόμα του, τότε δοκίμασε κι αλκοόλ. Μέθυσε κάποιο βράδυ κι έβαλε τα κλάματα – είχε να κλάψει από τότε που ήταν εφτά, από τότε που μπορούσε να αγγίξει την κατάρρευση με τα μικροσκοπικά του δάχτυλα. Γύρισε σπίτι και μάλωσε με την μάνα του – ο πατέρας δεν ήταν εκεί, ούτε κι είχε το κουράγιο να τα βάλει μαζί του, μα κατ’ αυτόν, περισσότερο έφταιγε εκείνη η πουτάνα, που είχε παραδοθεί στη μοίρα της και δεν έκανε τίποτα για να αλλάξει μια κατάσταση που μέρα με την μέρα εκτροχιαζόταν. Κι εκείνη τον αγκάλιασε, τον συγχώρεσε και του είπε πως κάποτε, όταν θα μεγάλωνε, θα του εξηγούσε τον λόγο που έπρεπε να έρθουν και να γίνουν έτσι τα πράγματα.

Έτσι έφυγαν τα χρόνια. Σαν χάρτινα, αργοκίνητα καράβια, που προσπαθούσαν να κολυμπήσουν στα βρόμικα, από χώματα κι απόνερα, ρείθρα ενός ερημωμένου δρόμου. Μέρες κλεμμένες κι εποχές θρυμματισμένες, που τίποτα στην ζωή του δεν ήταν σίγουρο κι όλα ήταν πιθανά. Ήταν δεκαπέντε τότε και, νομίζω, τότε πρωτοπήδηξε. Αστεία ιστορία, τραγελαφική όπως κι η ζωή του.

Τους μάζεψε ένα σαββατόβραδο ο πατέρας του Βάγγου, για να τους πάει μπουδελότσαρκα. Χώθηκαν σ’ ένα παράπηγμα, που περισσότερο έφερνε σε τεκέ, παρά σε οίκο ανοχής. Η τσατσά κυκλοφορούσε με μια ροζ ρόμπα και πλουμιστά πασούμια. Πρώτος μπήκε ο Θύμιος και βγήκε μετά από πέντε λεπτά, με το ύφος του κατακτητή. Ο Βάγγος κράτησε λίγο παραπάνω. Κι ο δικός μας μπήκε, κοίταξε την ξανθιά κοπελίτσα, ρούφηξε την αποφορά του φτηνού αρώματος και του ιδρώτα, ανακατεύτηκε και βγήκε άπραγος κι άσπρος σαν το πανί.

Τον έπιασε ο πατέρας του Βάγγου, στο φεύγα, λίγο απόμερα και άρχισε τις ερωτήσεις. «Δεν σ’ άρεσε η κοπέλα; Σε χάλασε το σκηνικό; Δεν σου σηκώθηκε;»
Τα μάσησε ο πιτσιρικάς, γιατί δεν ήξερε τι να πει. «Είσαι συναισθηματικός ρε μπαγάσα, σαν κι εμένα. Άμα μου δώσεις τον λόγο σου ότι δεν θα πεις τίποτα, θα σε πάω στα καλύτερα».
«Εντάξει».
«Μπέσα ρε κερατά;» ρώτησε ο πατέρας του Βάγγου, προτάσσοντας το χέρι του.
«Μπέσα κυρ-Τάκη».
«Χάιντε, κοπάνα την και θα σε βρω κατά τις δώδεκα στα παλιά σφαγεία. Ξες που είναι;»
«Ξέρω».
Η Ντίνα δεν ήταν σαν τις άλλες γυναίκες που ‘χε δει. Είχε αποτυπωμένη την στοργή και την καλοσύνη στο πρόσωπό της. Τον κοίταξε για μερικές στιγμές κι ύστερα έστρεψε το βλέμμα της στον Τάκη. «Μορφονιός ο μικρός σου».
«Δεν είναι ο δικός μου».
«Τι παιδί ‘σ’ εσύ, βρε;» τον ρώτησε η Ντίνα, χαϊδεύοντάς του το κεφάλι.
«Διαμάντι παιδί. Να τον προσέξεις, ναι;» μουρμούρισε ο Τάκης κι η Ντίνα χαμογέλασε, του έκλεισε το μάτι κι ύστερα πήρε τον πιτσιρικά απ’ το χέρι και τον πήγε στην κρεβατοκάμαρα. Τον ξάπλωσε στο κρεβάτι, κάθισε κι αυτή δίπλα του και του έπιασε την κουβέντα.

Μισό πακέτο τσιγάρα έκανε ο Τάκης, περιμένοντας να βγει ο μορφονιός από το δωμάτιο. Ανακουφισμένος φαινόταν, όταν άνοιξε την πόρτα. Τον φίλησε στο μάγουλο η Ντίνα και τον καληνύχτισε. «Θα πας μόνος σου σπίτι;» τον ρώτησε ο Τάκης, μα απάντηση δεν πήρε. Είχε ήδη ανοίξει την πόρτα του διαμερίσματος για να χαθεί μέσα στη νύχτα.

Όπως και πολλά άλλα βράδια, από εκείνα που πέρασαν κι απ’ όσα θα ερχόντουσαν, δεν ήθελε να γυρίσει σπίτι. Βρήκε την παρέα του να κάθεται στο υπόστεγο του σχολείου. Άραξε μαζί τους και έκανε τσιγάρο χωρίς να μιλήσει. Προσπάθησαν οι άλλοι να του πιάσουν την κουβέντα, μα κουβέντα δεν έπαιρναν. «Άμα στραβώνεις, ρε Αργύρη, σπας παπάρια ρε μαλάκα…» έκανε ο Θύμιος.
«Και τι να κάνω ρε μαλάκα;»
«Μίλα ρε φίλε!»
«Και τι θες να πω ρε μαλάκα;»
«Ξέρω ‘γω; Α, πες!»
«Σώπα ρε…»
«Ρε Αργύρη, τραβάς ζόρια εδώ και καιρό. Έγινε κάτι;»
«Δεν γουστάρω να μιλήσω, λέμε!» αγρίεψε ο Αργύρης κι ύστερα στέριωσε το βλέμμα του στην φωτεινή επιγραφή του φαρμακείου που βρισκόταν απέναντι από το σχολείο. «Κι άμα μιλήσω, τι θα γίνει, δηλαδή; Θ’ αλλάξει κάτι;» μουρμούρισε, στιγμές αργότερα, περισσότερο για να τον ακούσει ο εαυτός του, παρά η παρέα του.
«Θα σου φύγει ο βραχνάς» απάντησε ο Βάγγος.
«Δε γαμιέται;» μονολόγησε ο Αργύρης, πριν πετάξει μακριά το τσιγάρο του. Έφτιαξε τα μαλλιά του, άναψε δεύτερο τσιγάρο κι άρχισε να μιλάει και ν’ αφηγείται όλες εκείνες τις ιστορίες γι’ αγρίους, που είχε ζήσει, έμμεσα ή άμεσα. Έλεγε κι έλεγε και τον έπιανε το παράπονο και του έβγαινε σε θυμό κι όσο περνούσε η ώρα, τόσο βάραινε η διάθεσή του και το λεξιλόγιό του. Κι οι άλλοι τον κοίταζαν μαρμαρωμένοι – είχαν κι εκείνοι τα δικά τους, στα σπίτια τους, τίποτα όμως δεν ήταν τόσο χοντρό, όσο το δικό του. Όλοι γνώριζαν ότι η μάνα του Θύμιου ήταν πυροβολημένη κι ότι είχε κόλλημα με την καθαριότητα και την εκκλησία, όπως γνώριζαν ότι ο πατέρας του Βάγγου ήταν κωλομπαράς και τα περισσότερα λεφτά του, τα χαλούσε στις πουτάνες.

Ασχολιόντουσαν μέχρι το σημείο που τους επηρέαζε κι όχι παραπάνω.
«Ωχ, μωρέ μαλάκα, δε τους γαμάς; Τρία χρονάκια μείνανε και μετά, μην τους είδατε» πετάχτηκε ο Βάγγος.
«Εύκολο το ‘χεις;» έκανε ο Αργύρης.
«Εύκολο – δύσκολο, μαλάκα, εγώ δεν μένω άλλο στο χάλι και να σου πω και κάτι; Βυζιά, σαν την αδερφή μου, που κερνάει πίπες και κάνει την ζωάρα της, δεν έχω. Εχω μια μαλάκω στο σπίτι, που δεν ξέρει τι της γίνεται, έχω το κωλόμπαρο, τον Τάκη, που απ’ τις δεκα του μήνα, μας αφήνει από λεφτά, έχω και την πουτάνα, πόσο νομίζεις ότι μπορώ να κάτσω να σκάσω για τα χάλια τους;»

Ένα δίκιο το είχε ο Βάγγος κι ο Αργύρης του το αναγνώριζε. Αλλά στην δική του πραγματικότητα, μόνο έτσι δεν ήταν τα πράγματα κι έφταιγε που η εικόνα της οικογένειας, όπως του την είχαν καλλιεργήσει κι όπως την είχε πλάσει, κατέρρεε, μέρα με τη μέρα. Το είχε καταλάβει το πρόβλημα, από τότε, μόνο που αρνιόταν πεισματικά να το χωνέψει και να καθίσει να το αντιμετωπίσει. Η κατάντια τους, σαν οικογένεια, δεν έφερνε σε τίποτα τις ωραίες στιγμές, τις συζητήσεις, το οικογενειακό τραπέζι, τα χαμόγελα, τις αγκαλιές της μάνας και την προσοχή και τα παιχνίδια του πατέρα. Ο καθ’ ένας κοίταζε την πάρτη του και το μικρό του αδερφάκι μεγάλωνε ορφανό από στοργή και ζεστασιά. Λίγο που ο πατέρας τάιζε κι έντυνε τον γκόμενο και τους άφηνε νηστικούς και με σκισμένα ρούχα, λίγο που η μάνα αδιαφορούσε, μέσα στην απονενοημένη προσπάθειά της να ρίξει γέφυρες, λίγο που ο Αργύρης αρνιότανε πεισματικά να καταλάβει πως ο κόσμος του είχε καταρρεύσει, πως έπρεπε να ξεμπαζώσει και να χτίσει κάτι νέο, να κόψει όλους τους τοξικούς δεσμούς και να τραβήξει μπροστά. Όλα από λίγο κι όλα μαζί ήταν μια θηλιά στο λαιμό που τον έπνιγε και μια πέτρα στα πόδια, που τον βούλιαζε στον πάτο.
Τον αγρίευε η θλίψη, καθώς περνούσε ο καιρός, στην ίδια βαλτωμένη κατάσταση κι έκρυβε βαθιά μέσα του, την πληγωμένη καρδιά ενός μικρού παιδιού. Κάπου στα δεκάξι τον πήρε από κάτω. Η σχέση του με την Ρέα, ήρθε μόνο για την βολή του και για το πείσμα του. Θα τα έφτιαχνε όλα, έλεγε και ξανάλεγε στον εαυτό του, μα τίποτα δεν ήταν γραφτό να φτιάξει. Κι έφυγε ένας χρόνος κι ύστερα κι άλλος. Και η αδιαφορία στο σπίτι είχε καταντήσει φορτική. Και έφευγαν πιάτα, καρέκλες, σφαλιάρες και χριστοπαναγίες. Κάποιες φορές γινόταν πυροσβεστήρας κι άλλες, πάλι, φούντωνε τον καυγά, όπως κι όσο μπορούσε. Τερμάτιζε, μέρα με τη μέρα.

Τότε ήρθαν οι εφιάλτες. Βάρβαρα όνειρα, πολύχρωμα μεν, σε παστέλ τόνους δε. Το ίδιο επαναλαμβανόμενο μοτίβο τάραζε τον ύπνο του. Κοιμόταν στον καναπέ και δεν μπορούσε να πάρει ανάσα. Άνοιγε τα μάτια και σερνόταν, σαν το φίδι, στο πάτωμα, γιατί δεν μπορούσε να σταθεί στα πόδια του. Προσπαθούσε να ζητήσει βοήθεια, αλλά το στόμα του ήταν ερμητικά κλειστό. Δεν μπορούσε ν’ ανασάνει. Τότε, κάποιος ξεπρόβαλλε στην πόρτα και τον κοίταζε και για μια στιγμή, η ψυχή του ηρεμούσε. Ύστερα τον κατηγορούσε πως έφταιγε, πως ήταν ένοχος για ένα έγκλημα που δεν αναγνώριζε κανένας νόμος και κανένα δικαστήριο. Έμπηγε τα κλάματα. Στην καλύτερη περίπτωση, ξυπνούσε κάπου εδώ. Στην χειρότερη, όποιος ήταν στον χώρο έπαιρνε το σίδερο και τον έκαιγε, ή του πετούσε την τηλεόραση, ή τον έπνιγε με το καλώδιο του πορτατίφ.

Σταμάτησε να κοιμάται. Τριάντα λεπτά ύπνο για κάθε τρείς μέρες στο πόδι. Τα νεύρα του είχαν παίξει τελείως. Τις πρώτες τριάντα ώρες ήταν καλά. Ύστερα ρετάριζε κι αντί για καλημέρα, κατέβαζε καντήλια. Στις πενήντα ώρες παράπαιε και μετά το τραβούσε όσο πήγαινε γιατί φοβόταν να κοιμηθεί, μέχρι που έπεφτε σε λήθαργο, ίσα για να τον ξυπνήσουν οι δαίμονες που είχαν φωλιάσει μέσα του. Πήρε την κατηφόρα. Το έριξε στο ποτό, τον βοηθούσε να κοιμάται ήρεμα και να ξεκουράζεται. Λίγο πριν τα δεκαεννιά, ήταν ένα βήμα πριν τον αλκοολισμό. Και τότε ήταν, που πήραν και γαμήθηκαν όλα.

Δεν τον πείραξε τόσο το διαζύγιο, όσο η επιμονή των χωρισμένων και σκοτωμένων γονιών του, να του εντυπώσουν, για πολλοστή φορά, ότι ακόμη και κάτω από τόσο αντίξοες συνθήκες, παραμένουν οικογένεια. Τσάκισε το μυαλό του Αργύρη. Οικογένεια για εκείνον ήταν ο κυρ-Τάκης, που πάντοτε τον άκουγε, έδινε τις πιο παλαβές και σοφές συμβουλές και δεν τον άφησε ποτέ στην απ’ έξω. Οικογένεια ήτανε η Ρέα, που είχε πάντοτε ανοιχτή την αγκαλιά της και την καρδιά της, αν και τον απατούσε συστηματικά. Οικογένεια ήταν οι παλιόφιλοι απ’ το δημοτικό, που τους είχε μοιράσει στα πέρατα της επικράτειας ο στρατός, μα έβρισκαν χρόνο για να ανταλλάξουν νέα, ν’ ακούσουν ο ένας τον άλλον, να αστειευτούν και να ονειρευτούν. Οικογένεια ήταν τ’ αδερφάκι του που μεγάλωνε μοναχό, γιατί εκείνος δεν είχε ούτε τα κότσια, μήτε το κουράγιο ν’ αναλάβει την δουλειά που άλλοι άφησαν στη μέση.

Την οικογένεια που του είχαν υποσχεθεί όταν ήταν μπόμπιρας, έψαχνε ο Αργύρης, τις νύχτες που κυκλοφορούσε με φαντάσματα ενώ προσπαθούσε, άδικα, να δώσει απαντήσεις σε ερωτήσεις που τον βασάνιζαν για χρόνια. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί είχαν φτάσει εκεί που έφτασαν και το χειρότερο είναι πως κανείς δεν ήταν διατεθειμένος να μιλήσει. Ήταν, έλεγαν, μικρός.

Ήταν, όντως, μικρός. Πάλευε να χτίσει γέφυρες και να επικοινωνήσει με άτομα που δεν ήθελαν να επικοινωνήσουν, θες από φόβο, θες από ντροπή, θες από καθαρή βλακεία. Ύστερα έφυγε μακριά για να μη τους βλέπει, μα τρείς την ώρα, κάποιος τον θυμόταν και τον τάραζε. Χάθηκε για ένα διάστημα από όλους και όλα, μα ξαναγύρισε γιατί του έλειπαν εκείνες οι γνώριμες φάτσες, που είχε συνηθίσει να τους κρατάει μούτρα. Μέχρι που τον πατέρα του Αργύρη, τον παράτησε ο έρωτας της ζωής του κι ο εκείνος κλήθηκε να συμμαζέψει τα αποκαΐδια μιας σχέσης που είχε αποδομήσει μια οικογένεια κι ένα σπίτι.

Στα τριάντα πέντε μου, Αργύρη, κατάλαβα πως ό,τι δεν επιδέχεται διόρθωση, πετιέται και δεν ανακυκλώνονται. Ιδίως οι ανθρώπινες σχέσεις. Ακόμη κι οι σχέσεις με τον πατέρα και την μάνα, που δεν πρόκειται να φτιάξουν ποτέ. Κουράστηκα να προσπαθώ να φτιάξω. Τώρα το μόνο που μου ‘χει μείνει, είναι να γκρεμίσω ό,τι απόμεινε από τους παλιούς, καλούς καιρούς και να πάω μπροστά. Ένα βήμα κάθε φορά.