Τέσσερα λεπτά

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
Είχε πάει τρεις, το τσιγάρο είχε σβήσει προ πολλού και ο καφές είχε παγώσει. Έβαλε κρύο. Τυλίχτηκα με την ζακέτα κι έσκυψα το κεφάλι στο έδαφος. Προφυλακτικά, σύριγγες, αποτσίγαρα και σπασμένα γυαλιά ήταν αναμεμειγμένα με πευκοβελόνες, κι όλα μαζί έκρυβαν το άχαρο τσιμέντο. Πέρα στην απόσταση μπορούσες να δεις τα προάστια της πόλης, παράγκες χτισμένες την εποχή που όλοι έφυγαν απ’ τα χωριά τους κι αναζήτησαν ένα καλύτερο μέλλον. Έκρυβαν τον ουρανό οι καπνοί απ’ τις τσιμινιέρες του κοντινου εργοστασίου κι ο θόρυβός του ηχούσε σαν πένθιμο εμβατήριο που πάντοτε τον συνόδευαν οι κόρνες των μποτιλιαρισμένων αυτοκινήτων που αγκομαχούσαν στον δρόμο κάτω απ’ το άλσος.
Με κοίταζε για ώρα η μικρή μα δεν της έδινα σημασία. Δεν γκρίνιαζε ποτέ της. Δεν παραπονέθηκε ποτέ. Πάντοτε καθόταν δίπλα μου σιωπηλή και ρέμβαζε. Σπανίως άνοιγε το στόμα της κι αυτό μόνο για να χασμουρηθεί. «Κούκλα, πάμε» της είπα όταν πήρα την απόφαση να φύγουμε. Στάθηκε δίπλα μου και περπάτησε με τον ρυθμό μου. Έβλεπα πως ήθελε να τρέξουμε μα δεν μπορούσα να βρω την όρεξη. Βαθιά μέσα μου το ήθελα κι εγώ• έτρεχα πάντοτε για να ξεφύγω απ’ όσα με βασάνιζαν. Ξεμάκρυνε. Έφυγε μπροστά. Την φώναξα. Δεν μ’ άκουσε. Ποτέ δεν μ’ άκουγε. Δεν μπορούσε να ακούσει.
Βάλθηκα να τρέχω πίσω της ανάμεσα στα δέντρα, σ’ εκείνο το στενό μονοπάτι που κατέβαινε τον λόφο. Υποτίθεται πως είχαν κάνει ανάπλαση στο αλσύλλιο, πως το είχαν κάνει χώρο αναψυχής, πως το είχαν εκσυγχρονίσει. Τίποτα δεν είχαν κάνει. Πήραν τα κονδύλια, έφαγαν όσα έφαγαν κι έφτιαξαν πέντε βρύσες, δυο πλακόστρωτα, το θεατράκι σε μορφή stage και έσπειραν και καμιά τριανταριά παγκάκια. Μόνο το δικό μας είχαν ξηλώσει κι αυτό γιατί ήταν απόμερο. Είχαν γίνει βιασμοί κάποτε εκεί κι ο κόσμος δεν ήθελε να θυμάται.
Δίπλα ήταν το παλιό στρατόπεδο. Πόσες και πόσες φορές δεν είχαμε χωθεί στα σκουριασμένα τολ για να γλυτώσουμε την βροχή; Μέχρι και βράδυ περάσαμε μέσα σ’ εκείνα τα παλιά παραπήγματα που κάποτε στέγαζαν φαντάρους κι ύστερα άστεγους και τοξικοεξαρτημένους. Κατατρεγμένους που έφτιαξαν την δική τους κοινωνία. Άτομα μ’ ένα δικό τους, ιδιαίτερο, κώδικα τιμής.
Τίναξα το κεφάλι μου προσπαθώντας να καθαρίσω το νου μου απ’ τις σκέψεις και βάλθηκα να κυνηγάω την μικρή που έτρεχε σαν παλαβή. Έφτασε στο ξέφωτο και με περίμενε. Της έκανα νόημα να γυρίσουμε. Τρέξιμο πάλι στην επιστροφή. Βγήκαμε στον δρόμο. Έσταζα από πάνω μέχρι κάτω. Είπαμε να φύγουμε για το σπίτι. Μας κοίταζε παράξενα ο κόσμος στο δρόμο μα δεν έδινα σημασία. Το είχα πια συνηθίσει.
«Έλα ρε κούκλα να κοιμηθούμε» είπα στην μικρή αφού κοίταξα το άδειο ψυγείο του σπιτιού και απογοητεύτηκα. Ώρες – ώρες έκανα σαν να περίμενα πως κάποιος θα μαγείρευε και πως θα έβρισκα φαγητό στο σπίτι. Σκαρφάλωσε η μικρή στον καναπέ. «Όχι ρε Σόλι, δεν έχω όρεξη να παίξω» της είπα κι έφυγα για το υπνοδωμάτιο. Είχε πάει πέντε. Σκοτείνιαζε. Τέσσερεις ώρες ύπνο και μετά δουλειά. Καλά ρούχα και καλό χαμόγελο στο στόμα. Παιχνίδι. Ξάπλωσα κι έκλεισα τα μάτια μου. Ήρθε κι η μικρή ύστερα από δυο λεπτά και ξάπλωσε δίπλα μου. Μου φάνηκε πως την άκουσα να αναστενάζει. «Θα τα καταφέρουμε κοριτσάρα» ψιθύρισα πριν με πάρει ο ύπνος.
Από μικρή η Σόλι έκανε λες κι είχε καταπιεί ξυπνητήρι. Με ξύπνησε στις εννιά και τέταρτο. Σηκώθηκα και πήγα στο μπάνιο. Χάλια τα μούτρα μου. «Τέσσερα χρόνια ύπνο χρειάζομαι για να έρθω στα ίσια μου». Καφέ και τσιγάρο στο πόδι. Ντους και καλλωπισμός. Θα έτρωγα έξω πριν την δουλειά. Άφησα την μικρή να προσέχει το σπίτι κι έφυγα. Βγήκα στην πόλη που ‘χε παγώσει. Δεν ήθελε να στρώσει ο καιρός. Κι όμως, ακόμη και με τέτοιο καιρό, οι πεζόδρομοι ήταν γεμάτοι με κόσμο. Δεν χάλαγε ο κόσμος την διάθεσή του. Έπρεπε να βγει έξω. Ήθελε να βγει έξω.
Χαράματα ήταν όταν την είδα. Μπήκε στο μαγαζί με το γνωστό της τουπέ. Της έκλεισα το μάτι και χαμογέλασα χαιρέκακα• είχε κάνει το λάθος να έρθει στο μαγαζί που δούλευα. «Καλησπέρα και αντίο, Λένα» της είπα όταν με πλησίασε. Έκανα νόημα στον πορτιέρη να έρθει προς το μέρος μας.
«Κάτσε ντε, να σου μιλήσω ήρθα…»
«Τολμάς να μου μιλάς μετά απ’ όσα έκανες;» ρώτησα μέσα απ’ τα δόντια μου για να μην αρχίσω να φωνάζω.
«Άκουσέ με…»
«Σχολάω στις οχτώ. Να με περιμένεις στο δικό μας. Θα έχεις ακριβώς τέσσερα λεπτά. Όσα μου έδωσες κάποτε».
Γύρισε κι έφυγε χωρίς να χαιρετήσει. «Φίλη σου;» μου έκανε γελώντας ο πορτιέρης.
«Η γυναίκα του αδερφού μου» του είπα κι έβαλε τα γέλια.
«Τα ξέρω. Έχει μπλέξει η αδερφή μου μ’ έναν χτυπημένο που πιστεύει πως θα πάρει την πόλη. Μακριά απ’ τα σόγια…» σχολίασε πριν επιστρέψει στο πόστο του.
Άδειασε το μαγαζί κι έφυγα. Είχε αρχίσει ξανά η βαβούρα στην πόλη. Το έκοψα από τα στενά για να γλυτώσω θόρυβο και καυσαέριο. Πήρα ένα καφέ στο χέρι κι αντάλλαξα μερικές κουβέντες με τα κορίτσια στο καφέ. Τον καλύτερο καφέ στην πόλη είχαν, μα στο χειρότερο σημείο. Ξεπεσμένη η γειτονιά που κάποτε έσφυζε από ζωή. Έστριψα στο στενό που θα μ’ έβγαζε στο παλιό σχολείο και στο μπουγατσάδικο που δούλευε ακριβώς απέναντι. Εκεί συναντιόμασταν πάντοτε. Απ’ το λύκειο ακόμη. Εκεί τα λέγαμε. Εκεί κάναμε όνειρα και σχέδια. Εκεί τα σπάσαμε. Εκεί που είχα να πατήσω τρία ολόκληρα χρόνια.
Την είδα να κάθεται στο τραπέζι του ημιώροφου που πιάναμε πάντοτε. Κοίταζε έξω σαν χαμένη. Ούτε που με είδε να μπαίνω στο μαγαζί. «Κυρ-Τάκη, βάλε δυο με κρέμα…» είπα μα δεν πρόλαβα να τελειώσω την πρόταση. «Ξέρω, θα τις φέρω πάνω» μουρμούρισε χαμογελώντας ο μεσόκοπος ιδιοκτήτης που έμοιαζε με καρικατούρα βγαλμένη από κάποια ελληνική ταινία. «Να ‘σαι καλά» απάντησα κοφτά κι ανέβηκα την στενή σκάλα.
Ούτε που κούνησε το βλέμμα της. Έπρεπε να καθίσω απέναντί της για να καταλάβει πως έφτασα. Άναψα τσιγάρο. «Τέσσερα λεπτά, Λένα» της είπα κι εκείνη αναστέναξε. Κοίταζε παντού εκτός από εμένα. Άρχισε να τρώει τα νύχια της• μηχανικά το έκανε όταν ήταν αγχωμένη. «Θα μιλήσεις;» έκανα ύστερα από ένα λεπτό και κούνησε καταφατικά το κεφάλι της, όμως δεν έβγαλε άχνα. «Τα ξεκαθαρίσαμε, δεν τα ξεκαθαρίσαμε;» συνέχισα.
«Ναι».
«Ποιο το πρόβλημά σου; Ο δρόμος μου κι ο δρόμος σου, έτσι δεν μου είχες πει;»
«Δεν είναι έτσι, δεν ήταν έτσι ποτέ».
«Τότε; Πώς ήταν;»
«Το τραβήξαμε πολύ το σχοινί και εγώ και εσύ. Ήταν αναμενόμενο να φτάσουν εκεί τα πράγματα…» μουρμούρισε μα την διέκοψα σηκώνοντας το χέρι. Ανέβαινε ο κυρ-Τάκης πάνω με το φαγητό μας. Μας ευχήθηκε «καλή όρεξη» κι έφυγε. Κοίταξα το ρολόι μου. Οχτώ και δώδεκα. «Οχτώ και δεκάξι φεύγω, Λένα. Πες ότι έχεις να πεις τώρα».
«Γιατί μου το κάνεις αυτό;»
«Το ίδιο δεν μου έκανες τότε; Τέσσερα λεπτά δεν μου έδωσες για να απολογηθώ για κάτι που δεν έκανα; Τόσα μπορώ να σου διαθέσω κι εγώ. Για όσα έκανες και όσα δεν έκανες. Για όσα πιστεύω πως μπορεί να έκανες».
«Δεν πρόκειται να μεγαλώσεις ποτέ…»
«Να μεγαλώσω; Μετά από τρία χρόνια ευτυχισμένου γάμου έρχεσαι να μου ζητήσεις και τα ρέστα; Πας καλά κοπέλα μου; Φάε το φαγάκι σου και τράβα στον αντρούλη σου να…»
Δεν την περίμενα την σφαλιάρα. Γύρισε το κεφάλι μου. Φωτιές έβγαζαν τα μάτια της και τα χείλη της είχαν γίνει μια λεπτή και παγωμένη γραμμή. «Πονάνε οι αλήθειες» της είπα χαμογελώντας χαιρέκακα.
«Ποιες αλήθειες;»
«Εκείνες που δεν μ’ άφησες τότε να σου πω. Οχτώ και δεκατρία. Σ’ ακούω».
«Για πες μου τις αλήθειες σου…»
«Μετά από τέσσερα χρόνια σχέσης πίστεψες ότι κοιμήθηκα με άλλη. Μπράβο σου. Σε τέτοια εκτίμηση με είχες και τόσο με ήξερες. Ούτε να μου το πεις ήρθες, ούτε να το συζητήσουμε ήσουν διατεθειμένη. Πληγώθηκες; Ναι, το καταλαβαίνω. Όσο πληγώθηκα κι εγώ εκείνο το βράδυ που, ηλίθια παλιοπουτάνα, ανέβηκες στην πάνω κουκέτα κι άρχισες να πηδιέσαι με τον αδερφό μου για να με πονέσεις. Στο είπα κι έκανες την πάπια. Δήθεν ότι το ονειρεύτηκα. Τα ίδια και ο άλλος ο λιγούρης που όποτε ερχόσουν στο σπίτι σ’ έγδυνε με τα μάτια. Λες και δεν είχε καταλάβει ούτε αυτός, ούτε οι δικοί μου πως δεν ήμασταν απλώς φιλαράκια. Απομακρύνθηκα, σπάστηκα, χαλάστηκα πως αλλιώς το λένε; Σου ‘πα να χωρίσουμε, δεν ήθελες. Νόμιζες ότι είμαι αλλού και συνέχισες να παίζεις το ίδιο θεατράκι. Πήγες και γκαστρώθηκες για να τον παντρευτείς. Έριξες το παιδί και τους είπες πως απέβαλλες. Η Λένα που μεγάλωσε και δεν κάνει σαν μαλακισμένο κοριτσάκι! Κι ύστερα, εκεί που είδες πως το παραμύθι δεν θα σου βγει σε καλό, πάτησες κι έναν γάμο και όλοι ήσασταν ευτυχισμένοι. Οχτώ και δέκα τέσσερα».
«Δεν έγιναν έτσι τα πράγματα!»
«Απάντησέ μου ειλικρινά, πόσα ψέματα μπορείς να πεις ακόμη; Το θετικό τεστ εγκυμοσύνης στο μπάνιο, ας πούμε, ήταν της μάνας μου ή δικό μου; Στο πατρικό μου έμενα, τούβλο! Κοιμόμουν στον καναπέ για να «δώσω χώρο στο ζευγάρι» όπως μου είχε ζητήσει η καλή μου η μαμά! Επειδή είχαμε αντίθετα ωράρια και δεν συναντιόμασταν ποτέ, δεν σημαίνει ότι δεν ζούσα μέσα στο σπίτι. Έλα… Πλάσε μια ιστορία ακόμη, είσαι πάρα πολύ καλή σ’ αυτό και θεωρώ πως με τα χρόνια βελτιώθηκες».
«Δεν μπορείς να καταλάβεις. Συγκρίνεις πράγματα που δεν γίνονται να συγκριθούν. Με συγκρίνεις με το παρορμητικό άτομο που ήμουν κάποτε, που τα έπαιρνα κρανίο και αντιδρούσα εκδικητικά…»
«Οχτώ και δεκαπέντε, Λένα, και δεν μου έχεις πει τίποτα ακόμη».
«Χωρίζω».
«Πρόβλημά σου».
«Καταλαβαίνεις τι σου λέω;»
«Δεν με αφορά τι μου λες. Αρκεί που πιστεύω όσα πιστεύω. Σε αντίθεση με σένα, σου λέω ποια ακριβώς στάση κρατάω…»
«Ξεπέρνα το επιτέλους!» μου φώναξε και σηκώθηκα απ’ το τραπέζι. «Κάτσε και ούρλιαξε μόνη σου σαν κακομαθημένο παιδάκι. Καρφί δεν μου καίγεται πια. Μου γάμησες τα όνειρα μία φορά. Δεύτερη δεν έχει».
Έφυγα απ’ το τραπέζι χωρίς να κοιτάξω πίσω. Κατέβηκα κάτω και πλήρωσα το φαγητό που παρέμενε ανέγγιχτο στο τραπέζι. Βγήκα στο δρόμο κι έριξα κλεφτά μια ματιά στο σχολείο. Είχε χτυπήσει το κουδούνι αλλά μερικοί αργόσχολοι πιτσιρικάδες τελείωναν τα τσιγάρα τους με το πάσο τους έξω απ’ το προαύλιο. Γύρισα χρόνια πίσω. Τα ίδια κάναμε κι εμείς. Έστριψα αριστερά στο πρώτο στενό που βρήκα, πέταξα τον καφέ στα σκουπίδια γιατί ένιωθα το στομάχι μου να γυρνάει, κι έβαλα πλώρη για το σπίτι. Κι όσο κι αν δεν ήθελα να το παραδεχτώ στον εαυτό μου, η Λένα είχε καταφέρει να μου χαλάσει την διάθεση.
«Σόλι! Κούκλα, πάμε βόλτα!» είπα μόλις μπήκα σπίτι κι η μικρή ήρθε βαριεστημένα απ’ το υπνοδωμάτιο. Δεν μπήκα καν στην διαδικασία ν’ αλλάξω. Έβγαλα την μικρή έξω, έκανε την βόλτα της, έκανα ένα τσιγάρο όσο εκείνη έτρεχε και χοροπηδούσε και ύστερα γυρίσαμε σπίτι. Έπεσα για ύπνο. Τον καθιερωμένο πια σπαστό ύπνο. Θα ξυπνούσα στις μία, θα έκανα ότι είχα να κάνω, θα έβγαινα έξω με την μικρή για να σκοτώσω την άδεια μου μέρα, θα γύριζα σπίτι, θα το έκοβα ξανά στον ύπνο και πίσω στην δουλειά.
Ο ηλίθιος θόρυβος μέσα στο βάρβαρο όνειρο που έβλεπα μ’ έκανε να πεταχτώ απ’ το κρεβάτι. Ο θόρυβος συνέχιζε και για λίγο νόμιζα πως άκουγα την Σόλι να γρυλίζει. «Τι στα κομμάτια;» τραύλισα καθώς πέταγα τα σκεπάσματα. Κάποιος είχε κολλήσει το χέρι του στο θυροτηλέφωνο.
«Αν κατέβω κάτω και σου κόψω το γαμημένο δάχτυλο θα φταίω ρε;» ούρλιαξα στο θυροτηλέφωνο και το έκλεισα απότομα. Κοίταξα απ’ τον διάδρομο την μικρή που ‘χε σταθεί πίσω απ’ την πόρτα κι έδειχνε τα δόντια της. Χτύπησε ξανά το θυροτηλέφωνο.
«Ποιος;» ούρλιαξα.
«Η Λένα είμαι» τραύλισε.
«Μία λέξη θα σου πω. Πούλο!»
«Πέντε λεπτά θέλω. Τόσα πολλά σου ζητάω;»
«Πέντε γαμημένα λεπτά. Ανέβα στον τρίτο».
Έπιασα την Σόλι απ’ το λουρί της και την κράτησα πίσω. Είχε αρχίσει να αγριεύει και ένιωσα πως δεν θα μπορούσα να την κοντρολάρω. Άνοιξα την πόρτα στην Λένα. Αγρίεψε κι άλλο η Σόλι όταν την είδε. «Τι θηρίο είναι αυτό;» ρώτησε τρομαγμένα η Λένα που δεν τόλμησε να περάσει το κατώφλι του σπιτιού.
«Έλα μέσα» της είπα κοφτά και μπήκε. Έπιασε μια γωνιά στον καναπέ και με κοίταξε φοβισμένα. Την έπιασε λογοδιάρροια. Η Σόλι άρχισε να ηρεμεί αλλά δεν σταμάτησε να δείχνει τα δόντια της. Μιλούσε ακατάπαυστα η Λένα χωρίς να βγάζουν σημασία τα λόγια της. Ούτε μπορούσα να την καταλάβω, ούτε ήθελα. Έμπλεκε αφηγήσεις, άτομα, εποχές, για να καταλήξει, μία ώρα αργότερα, εκεί που ήξερα πως θα καταλήξει απ’ την αρχή. Στην δεύτερη ευκαιρία.
«Στον αντρούλη σου οι κλάψες, όχι σε εμένα. Δεν περνάει πια η κλάψα».
«Μία ευκαιρία θέλω».
«Καμία».
«Γιατί ρε Στέλλα; Γιατί δεν μπορείς να με συγχωρέσεις; Δεν σ’ αναγνωρίζω πια…»
«Μαύρισε η ψυχή μου μ’ όσα έγιναν. Μπορεί να τα ξέχασα όλα, αλλά δεν συγχώρεσα τίποτα»
«Στέλλα…»
«Όχι. Μην το τραβάς γιατί θα καείς. Δεν μίλησα τόσα χρόνια. Μην με αναγκάσεις να μιλήσω σήμερα. Εξαφανίσου Λένα. Εξαφανίσου».
Μου πήρε ώρα να ηρεμήσω την Σόλι. Την είχε ταράξει η επίσκεψη εκείνη. Ξαπλώσαμε μαζί στον καναπέ και ούτε που κατάλαβα για πότε με πήρε ο ύπνος. Ούτε το ξυπνητήρι άκουσα. Με ξύπνησε η μικρή με την μουσούδα της την ώρα που έπρεπε να βγούμε έξω. Βρήκα αναπάντητες στο κινητό απ’ τη μάνα μου. Ούτε και που έδωσα σημασία. Με θυμόταν Χριστούγεννα και Πάσχα. «Πρώτα καφέ και βόλτα τη μικρή, μετά τηλέφωνο, μην εκνευριστείς ακόμη δεν άνοιξες το μάτι σου» είπα στον εαυτό μου.
Έκανα την ίδια διαδρομή όπως πάντοτε. Οι ίδιες σκέψεις γύριζαν στο μυαλό μου. Κάθε μέρα τα ίδια και τα ίδια. Είχαν περάσει τα χρόνια κι είχα αρχίσει να συνειδητοποιώ πως τα χάνω μέσα απ’ τα χέρια μου. Με έτρεξε η Σόλι όσο άντεξα κι ύστερα κάθισα να ξαποστάσω. Πήρα τηλέφωνο την μάνα μου που, παραδόξως, το σήκωσε αμέσως.
«Άντε κορίτσι μου και σε ψάχνω την μισή μέρα» άρχισε την αιώνια γκρίνια της.
«Μάνα, δεν έχω όρεξη. Είμαι απ’ τον ύπνο. Στο δια ταύτα. Πέθανε κανένας;»
Δεν κατάλαβα τι μου είπε. Μιλούσε τόσο γρήγορα που κατάφερα να πιάσω μόνο λέξεις. Νίκος. Λένα. Μαχαίρι. Αστυνομία. Νοσοκομείο. Αύριο. Δέκα. Καφές.
«Τι λες ρε μάνα, ηρέμησε!» της φώναξα.
«Τι να ηρεμήσω; Για να ηρεμήσω είμαι που…» είπε κι έβαλε πάλι την κασέτα.
Έκλεισα το τηλέφωνο χωρίς να δώσω σημασία στα λεγόμενά της. «Ο Νίκος και η Λένα, μια ζωή έπρεπε να τρώμε στην μάπα το τέλειο ζευγάρι. Ρε άντε μου στο διάολο» φώναξα στο κινητό που βρισκόταν πλέον δίπλα μου. Γύρισα τις λέξεις που κατάφερα να συγκρατήσω. «Κοίτα να δεις που η ηλίθια θα πήγε να χωρίσει και θα έγινε συμπλοκή. Κρίμα, χάλασε η εικόνα που είχαν όλοι για το τέλειο ζευγάρι» μουρμούρισα κι έπειτα σηκώθηκα κι έφυγα για τρέξιμο μαζί με την Σόλι.
Χαμπάρι δεν το πήρα το κινητό μέχρι που έφτασα σπίτι. «Μπα» μονολόγησα κοιτάζοντας την οθόνη. Τον πήρα τηλέφωνο για να ξεμπερδέψω και να πάω για ύπνο.
«Τι έγινε ρε Νικολάκη; Μάλωσες με το κορίτσι και σ’ έστειλε στο νοσοκομείο; Δεν κατάλαβα τι σκατά έλεγε η μαμά στο τηλέφωνο».
«Στέλλα… Συγνώμη. Ειλικρινά συγνώμη».
«Συγνώμη για ποιο απ’ όλα αδερφούλη;» τον ειρωνεύτηκα.
«Μαλώσαμε με την Λένα το πρωί. Πιαστήκαμε στα χέρια. Δεν ήθελα… Θόλωσα…»
«Κι από εμένα γιατί ζητάς συγνώμη ρε χαλβά; Πιστεύεις πως με νοιάζει; Οι συγνώμες άργησαν Νικολάκη! Μην φοβάσαι, δεν πρόκειται να πάθεις τίποτα. Θα σε συγχωρήσει το Λενάκι σου που σ’ αγαπάει, θα σου κάνει πλάτες και η μανούλα σου όπως πάντοτε και όλα θα πάνε καλά. Έτσι δεν γινόταν πάντοτε;»
«Δεν κατάλαβες… Την σκότωσα…» τραύλισε ο Νίκος στο τηλέφωνο. Γύρισα και κοίταξα έξω απ’ το παράθυρο. Είχε αρχίσει να σουρουπώνει. Φυσούσε. Το έβλεπα στις τέντες των σπιτιών. Το φανέρωνε το κοφτό βλέμμα των λιγοστών περαστικών στο απέναντι πεζοδρόμιο. Τα λουλούδια του απέναντι που με γλυκοκοίταζε είχαν μαραθεί. Τον είχα δει πριν λίγες μέρες με γυναίκα. Ίσως να τα πότιζε για να με βλέπει. Δυο μπαλκόνια παραδίπλα νιαούριζε μια γάτα. Από κάτω ακριβώς οι φοιτήτριες έπαιζαν τάβλι στο μπαλκόνι και κάπνιζαν απ’ το ίδιο τσιγάρο. Κάποιος τους σφύριξε και μία απ’ αυτές του ‘πε να πάει να γαμηθεί. Είχε χαλάσει το ρημάδι το παράθυρο και έμπαζε κρύο και φασαρία. Είχε κολλήσει το μυαλό μου. Τίποτα δεν είχε αλλάξει. Όλα είχαν παραμείνει ίδια. Είχε φύγει η Λένα απ’ αυτόν τον κόσμο και δεν άλλαξε τίποτα απολύτως. Ούτε εγώ είχα αλλάξει. Σκέφτηκα πως θα έπρεπε να νιώσω λύπη, θλίψη, απώλεια, πόνο, κάτι τέλος πάντων, αλλά τίποτα. Ούτε κρύο, ούτε ζέστη.
«Είδες αδερφούλη πως λειτουργούν τα πράγματα στην ζωή; Karma’s a bitch» είπα θριαμβευτικά πριν του κλείσω το τηλέφωνο κατάμουτρα.
«Σόλι, κούκλα, καιρός να βρούμε ταίρια. Έχω την εντύπωση ότι το ντόμπερμαν της ξανθιάς από απέναντι σε γλυκοκοιτάζει» είπα στην μικρή και της έκανα νόημα να έρθει στον καναπέ. Ξάπλωσε στην πλάτη μου και αποκοιμήθηκε μαζί μου.
Σηκώθηκα στις εννιά και τέταρτο όπως πάντα. Έσυρα το κουφάρι μου μέχρι την κουζίνα για να βάλω φαγητό στην μικρή. Πέρασα απ’ το μπάνιο. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. «Δεν είχες ανάγκη ύπνο Στελλίτσα. Γαλήνη χρειαζόσουν…»

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook