«Ντίνα, τα μάζεψες τα σεντόνια;»
Η θεία Μερόπη συνέχιζε τον τροπάρι της στον ίδιο εκνευριστικό τόνο και μετά την κηδεία. Στιγμή δεν την είχε αφήσει σε ηρεμία την Κωνσταντίνα. Να φροντίσει το λευκό ύφασμα να δένει σωστά στο φέρετρο της μάνας της, να εξυπηρετηθούν όλοι οι καλεσμένοι, να πιουν από το κονιάκ το καλό που είχε φέρει από τον άντρα της, να έρθουν σπίτι, να φάνε, να πιούνε, να συλλυπηθούν, να μαζέψει τα γαμωσέντονα για να τα δώσουν στο ορφανοτροφείο της πόλης.
Και πάνω σε όλα αυτά, την φώναζε με αυτό το μισητό Ντίνα που την φώναζε από το σχολείο.
«Ναι, θεία μου, έτοιμα είναι. Τελείωσα».
Κι εγώ θεία μου, στην κηδεία σου, πάρτι τρικούβερτο θα κάνω.

Δίπλωσε και το τελευταίο μεταξωτό σεντόνι, χάιδεψε τις πάνω άκρες κι έσκασε ένα χαμόγελο. Μαζί με τη μάνα της έτρεχαν να μαζέψουν τα ρούχα όταν έπιαναν εκείνες οι ξαφνικές, καλοκαιρινές μπόρες, που μαστίζουν το βουνό.
Η Μερόπη μπήκε στο δωμάτιο και την πλησίασε.
«Αχ, Ντίνα μου. Τα καλύτερα υφαντά είχε η μητέρα σου. Χρυσοχέρα. Την αγαπούσαμε πολύ όλοι».
«Ναι, θεία μου, έχεις δίκιο. Ένιωθε την αγάπη σας από τόση απόσταση».
Η Κωνσταντίνα δαγκώθηκε. Ήταν κάποιες στιγμές που δεν μπορούσε να συγκρατηθεί.
«Την αγαπούσα τη μητέρα σου, Ντίνα. Αυτή επέλεξε να μαραζώσει εδώ, στο χωριό, κι εσύ μαζί της. Αν δεν ήταν εκείνο το κάθαρμα ο πατ-»
«Θεία, φτάνει. Δεν στο επιτρέπω».
Η Κωνσταντίνα πέταξε το σεντόνι στην άκρη, αναστέναξε δυνατά και πήγε να κλείσει την βαλίτσα.
«Ούτε στην κηδεία δεν ήρθε. Τι θες να πω, δηλαδή;»
«Μπορεί να μην του έδωσαν άδεια. Δεν είναι και στην επιλογή του, ξέρεις».
«Ακόμα και τώρα, πίσω από τα σίδερα, τον δικαιολογείς. Τι να σου πω, κοπέλα μου. Κρίμα».
Δεν φεύγετε εσείς κι οι κωλόγριες στα σπίτια σας, λέω εγώ;
«Έτοιμα τα πράγματα, θεία. Θα τα αφήσω στο αμάξι σας κι εγώ θα κατέβω στην πλατεία για λίγο».
«Θα μας αφήσεις εδώ μόνους; Ωραία περιποίηση από την οικοδέσποινα».
«Τόση αγάπη έχετε δώσει, δεν παρεξηγώ, μπορείτε να σερβιριστείτε μόνες σας. Σαν το σπίτι σας».
Η Κωνσταντίνα έφυγε από το σπίτι χωρίς να δώσει σημασία σε κανέναν. Αν το φαρμάκι είχε όνομα θα φώναζε από χιλιόμετρα το δικό της. Και κάπου εκεί ψηλά, ήλπιζε, να την έβλεπε η μητέρα της και να την καμάρωνε.

Ο Στέλιος ήθελε να φάει τις σάρκες του. Κλεισμένος στο κελί του, κοπανούσε την γροθιά του στον τοίχο με την ελπίδα να τον γκρεμίσει κάτω και να αποδράσει από τη φυλακή. Θα τον έπιαναν, θα του κοπανούσαν άλλα δέκα χρόνια τουλάχιστον, αλλά δεν τον ένοιαζε. Το γέρικο σώμα του ήταν εκεί, αλλά η ψυχή του ήταν καμία διακοσαριά χιλιόμετρα μακριά.
Ούτε για να αποχαιρετίσει την γυναίκα του δεν του έδωσαν άδεια. Γαμημένοι αλήτες, σκέφθηκε. Λες κι αποτελώ τον νούμερο ένα κίνδυνο για την κοινωνία. Το είχε πληρώσει το λάθος του, ο Στέλιος, εδώ και δεκαπέντε χρόνια. Και θα το πλήρωνε μέχρι να κλείσει τα μάτια του.
«Λυπούμαστε, κύριε Ζαρκάνη, δεν μπορείτε να φύγετε από την πόλη. Η άδεια σας σας επιτρέπει να βρίσκεστε μόνο εντός των ορίων μας και να αναφέρετε κάθε τρεις ώρες στο αστυνομικό τμήμα την παρουσία σας».
«Σας παρακαλώ, σε κηδεία θέλω να πάω. Φέρτε και συνοδεία μαζί, αν φοβάστε. Να αποχαιρετίσω το Μαράκι μου και να φιλήσω την κόρη μου».
«Δυστυχώς, δεν γίνεται. Δεν έχουμε τους απαραίτητους πόρους για ένα τέτοιο ταξίδι. Καταλαβαίνετε».
Πουτάνας γιος είσαι, αυτό καταλαβαίνω, σιχτίρισε ο Στέλιος από μέσα του. Δάγκωνε τα χείλη του, κοπανούσε το κεφάλι του, δεν άντεχε στην ιδέα ότι θα έχανε αυτή τη μέρα.
Ο ήλιος κατέβηκε, το φεγγάρι ανέβηκε χλωμό κι από τη χαραμάδα των τοίχων, ο Στέλιος ήξερε πλέον ότι η ευκαιρία είχε χαθεί.
Το μόνο που μπορούσε πλέον να ζητήσει από την γυναίκα του ήταν συγχώρεση για όσα έκανε στην ζωή του. Κι ήξερε πως δεν την άξιζε.

Η Κωνσταντίνα έκλεισε την πόρτα πίσω της κι απόλαυσε την ησυχία του σπιτιού. Θείες, θείοι, ξαδέρφια, αδιάφοροι φίλοι, είχαν όλοι ξεκουμπιστεί. Δεν άντεχε κανέναν τους. Όλοι τους κομπάρσοι στην ζωή της μάνας της και της ίδιας. Όλοι τους δικαστές όταν ο πατέρας της, πάνω στο μεθύσι του, σκότωσε με ένα μπουκάλι έναν παλικαρά που του πούλησε μαγκιές. Όλοι τους απόμακροι όταν το δικαστήριο επέβαλε την εσχάτη των ποινών σε έναν άνθρωπο στα σαρανταπέντε του επειδή τον θεωρούσε επικίνδυνο εγκληματία. Έκατσε στην αγαπημένη πολυθρόνα της μαμάς της κι άνοιξε το άλμπουμ με τις φωτογραφίες.
Μαζί με τις σελίδες που γύριζαν στον χρόνο, ταξίδευε και το μυαλό της. Εικόνες θολωμένες στην αρχή, γεμάτες χρώματα στην συνέχεια. Τον αγαπούσε τον πατέρα της. Ένας άνθρωπος ορίζει το μονοπάτι του, όχι από τα λάθη που κάνει αλλά από το πόσα θέλει να διορθώσει. Κι ο Στέλιος ήθελε να τα διορθώσει.
Κι η Κωνσταντίνα ήταν άνθρωπος που είχε κάνει κι αυτή λάθη κι ήξερε να εκτιμάει την προσπάθεια.

Ο Στέλιος βγήκε στο προαύλιο με το κεφάλι στραμμένο προς το χώμα. Δεν ήθελε να αντικρίσει τον ήλιο. Δεν τον ένοιαζε οποιαδήποτε ένδειξη ζωής. Σκεφτόταν τον θάνατο. Το τέλος. Ποιος θα τον θυμόταν, στην τελική; Ποιος θα του έκλεινε τα μάτια; Καλύτερα μόνος του, από επιλογή του, παρά έρμαιο στα αδυσώπητα γηρατιά.
«Ζαρκάνης! Επισκεπτήριο. Γρήγορα!»
Ο Στέλιος στην αρχή νόμιζε ότι ονειρευόταν. Δεν τον είχαν επισκεφθεί ποτέ. Στην αρχή περπατούσε, μετά βάδιζε γρήγορα, στο τέλος έτρεχε σαν τρελαμένος έφηβος. Έφτασε σε ένα μικρό δωμάτιο, συνοδεία φύλακα, κι άνοιξε την πόρτα.
Μία μελαχρινή γυναίκα, ντυμένη με ένα ανοιχτό γαλάζιο φόρεμα, τον περίμενε μπροστά από ένα στρωμένο με φαγητά τραπέζι.
Ο Στέλιος ένιωσε τον λαιμό του ξερό, χωρίς σάλιο, χωρίς γλώσσα, ανήμπορο να μιλήσει.
«Έλα πατέρα, κάθισε, θα κρυώσει το φαγητό».
Εκείνος κάθισε χωρίς να απαντήσει. Μυρωδιές σπιτικές τον πλημμύρισαν, μυρωδιές ξεχασμένες, μυρωδιές ζωής.
«Προσπάθησα… να… αλλά δεν με… συγνώμη».
Η Κωνσταντίνα του έπιασε το χέρι.
«Ξέρω… όλα καλά».
Ο Στέλιος έσφιξε το δικό της.
«Ήταν όμορφη;»
Η Κωνσταντίνα χαμογέλασε.
«Όπως πάντα».