Ταξιδιωτικές εμπειρίες – Ιστιοπλοΐα

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Μια ψυχή που ΄ναι να βγει ας βγει! Και κάπως έτσι το παίρνω απόφαση. Άλλωστε τόσα χρόνια το λέμε και τόσα χρόνια οι δικαιολογίες σωρό. Τα παιδιά είναι μικρά, δεν ξέρουν καλό κολύμπι, θα ζαλίζονται, έχει αέρα… Κάποτε οι δικαιολογίες τελειώνουν. Φέτος στα επιχειρήματα προστέθηκε και η εξαιρετική προσφορά, η απομόνωση λόγω της κορονοϊοκατάστασης και οι φωνές των παιδιών που δυνάμωσαν. Τι δυνάμωσαν; Με δυο εφήβους, που δοκιμάζουν κάθε μέρα τα όρια της φωνής τους και τα δικά μας, έγιναν εκκωφαντικές.

«Εντάξει, εντάξει θα νοικιάσουμε ιστιοπλοϊκό!» λέω ξεψυχισμένα και το ΄χω ήδη μετανιώσει, μα το ξέρω ότι δεν μπορώ να κάνω πίσω. Τα παιδιά έχουν ενθουσιαστεί, ο πατήρ έχει ενθουσιαστεί και απλά παρακαλώ να μην έχω καταστρέψει τις διακοπές μου, γιατί η αλήθεια είναι ότι με τρομάζει όλο αυτό. Είναι τόσα πολλά τα αν. Μα ο γενικός ενθουσιασμός σιγά σιγά με συνεπαίρνει και ΄μένα.

Κατά το μεσημεράκι φθάνουμε στη μαρίνα του νησιού. Ένα σωρό ιστιοπλοϊκά αργοσαλεύουν στη σειρά. Τα ιστία τους σχηματίζουν ένα ιδιότυπο δάσος. Κάπου εκεί, ανάμεσα τους, βρίσκεται και αυτό που θα μας φιλοξενήσει για μια εβδομάδα.

«Το σκάφος μας!»ουρλιάζουν ενθουσιασμένα τα βλαστάρια μου μόλις το ανακαλύπτουν.

Όση ώρα κάνουμε τη διαδικασία παραλαβής, αυτά μπαινοβγαίνουν ακροβατώντας από τη στενή σεινάμενη κουνάμενη πασαρέλα χασκογελώντας και γέρνοντας επικίνδυνα πότε από εδώ και πότε από εκεί.

«Ανάσες, πολλές βαθιές ανάσες…» σκέφτομαι. «Το πολύ – πολύ να αποκτήσουν κάποια υπερδύναμη, ελπίζω χρήσιμη, έστω το να στρώνουν το κρεβάτι τους, άμα πέσουν μέσα στα μολυσμένα νερά του λιμανιού.» Ο σκίπερ μας κάνει μια μίνι ξενάγηση. Κάτι σαν τη Δέσπω Διαμαντίδου στο γάμο αλά ελληνικά μου θύμισε! «Όλα εδώ μέσα είναι πρακτικά φτιαγμένα και με φαντασία! Για να μπεις εδώ μέσα, πρέπει να μπεις με τον ώμο. Για να ανοίγει η πόρτα κόψαμε λίγο το κρεβάτι!» Κρυφά κουμπάκια, κρυφά ντουλάπια, κρεβάτια με παράξενα σχήματα και αισιόδοξα ονόματα καμπινών, όπως ο τάφος… Τα παιδιά διαλέγουν τις καμπίνες τους, ευτυχώς χωρίς τσακωμούς. Εν τω μεταξύ έχω ξανακαθαρίσει και απολυμάνει όλες τις επιφάνειες του σκάφους, στρώσει τα σεντόνια, πλύνει πιάτα και όλα αυτά που υποτίθεται ότι δεν κάνουμε όταν είμαστε διακοπές. Γιατί διακοπές αυτό σημαίνει. Διακόπτω ότι κάνω κάθε μέρα! Δεν ξεκινήσαμε καλά! Ο δε σκίπερ το αποτελειώνει «Αν σας αρέσει το κάμπινγκ σίγουρα θα περάσετε τέλεια!». Αποκαρδιώθηκα. Δε μου αρέσει το κάμπινγκ. Σιχαίνομαι το κάμπινγκ. «Λατρεύουμε το κάμπινγκ!» να φωνάζουν οι αποκληρωμένοι απόγονοι μου!

Μαντέψτε που θα μείνουμε εμείς, στον τάφο. Πολυτελέστατος ο χαμηλοτάβανος τάφος. Χτύπαγα το κεφάλι μου σχεδόν κάθε φορά που σηκωνόμουν. Οι τοίχοι λεπτοί, τη μύτη σου ξύνεις και ακούγεται, αλλά έχει δική του τουαλέτα! Τι να πει κανείς για την τουαλέτα ενός σκάφους. Όσο νερό, αποσμητικά και απορρυπαντικά έριξα τόσες μέρες η εσάνς κατ-ουρ-λιου δεν έλεγε να φύγει. Η μυρωδιά του σκάφους, λέει ο σκίπερ, είναι, θα τη συνηθίσω, #not. Άμα δε, καθίσεις στο θρόνο και ανοίξεις την πόρτα παίζεις και χαρτιά με αυτόν που είναι ξαπλωμένος. Μεταξύ μας, να παίξω μπιζ ήθελα μαζί του, σφαλιάρα, μπιιιζζζζζ… Το να κάνεις μπάνιο δε, μια απόλαυση. Στριμωγμένος ανάμεσα στο νιπτήρα, την πόρτα και τη χέστρα, με το ένα χέρι βάζεις σαμπουάν και με το άλλο πατάς το κουμπί της αντλίας να φύγουν τα νερά. Μην αναφέρω το γεγονός ότι δεν είχε καζανάκι αλλά, τρόμπα. Και φρούτσου φρούτσου ανεβοκατέβαζε την τρόμπα, ωραία περνάμε! Καλέ μην πάει ο νους στο πονηρό!

Είμαστε έτοιμοι για τη μεγάλη περιπέτεια! Από αύριο! Βλέπεις έγινε μια βλάβη, λέει και δεν μπορούμε να βγούμε από το λιμάνι. Το βράδυ ζώντας το thriller μας χωθήκαμε, στον τάφο μας και ήμασταν τόσο, χώμα, που μας πήρε αμέσως ο ύπνος.

Μια συνηθισμένη μέρα ιστιοπλοΐας είναι να πηγαίνουμε από παραλία σε παραλία ή από νησί σε νησί, μέχρι τις τέσσερις. Έπειτα δένουμε στο λιμάνι και καθόμαστε στο σκάφος μέχρι να δέσουν και οι άλλοι, για να αποφύγουμε οποιαδήποτε ζημιά ή να βοηθήσουμε. Το βραδάκι καμιά βόλτα στο λιμάνι και μετά αράζουμε στο σκάφος. Ούτε να δεις μουσεία, ούτε τ΄άλλα αξιοθέατα. Αντιθέτως γίνεσαι εσύ αξιοθέατο, ανθρωποι περνάνε από μπροστά από το σκάφος και σε κοιτάνε, εδώ που τα λέμε φέρνω πια σε μουσειακό έκθεμα. Αν είσαι και τόσο άτυχος, που έχεις αράξει μπροστά σε καμιά ταβέρνα ή κανά μπαρ, καλή δύναμη, το πολύ πολύ τσουγκρίζεις και ένα ποτήρι με τους πελάτες. Cheers!

Τι ιστιοπλοΐα όμως θα κάναμε χωρίς ν ανοίξουμε πανιά; Τσούκου τσούκου με τη μηχανούλα για να φτάσουμε στο επόμενο νησί θα θέλαμε τρεις μέρες. Κατά κάποιο λόγο ήμασταν τυχεροί άτυχοι. Σε μια περιοχή, που συνήθως δεν έχει αέρα, τη βδομάδα που πήγαμε εμείς είχε 4-6 μποφόρ. Εμείς όμως δε μασάμε, θαλασσόλυκοι και μια θαλασσοφώκια τη βγάλαμε καθαρή. Την πρώτη φορά που ανοίξαμε πανιά σάλταρα από το άγχος. Το σκάφος έγερνε! Κάτω από τις πατούσες μας περνούσε το νερό! Καθόμασταν από την έξω μεριά του καταστρώματος και κρατούσαμε τα ρέλια. Είχα ξανακάνει ιστιοπλοΐα σε βαρκάκι. Κάθε φορά που ήθελα να το στρίψω κρεμιόμουν, κυριολεκτικά, όλη έξω από το βαρκάκι, οριζόντια με τη θάλασσα. Πλάκα είχε. Τούμπαρα και μια φορά, δεν έτρεχε κάστανο. Τώρα με τα παιδιά, η ιδέα του να τουμπάρουμε με τρομοκράτησε και ας με διαβεβαίωνε ο σκίπερ ότι δε γέρνουμε πάνω από 40 μοίρες και 90 μοίρες να γείρουμε και ν΄ακουμπήσει το πανί στο νερό, επανέρχεται το σκάφος. Έτρεξα σαν την τρελή στις καμπίνες για να βρω τα σωσίβια, να κλείσω τα παράθυρα, να ασφαλίσω τα ντουλάπια και τα μαχαίρια, αφού είδα ένα μεγάλο μαχαίρι να εκτοξεύεται, καθώς έγειρε το σκάφος και να προσγειώνεται, ευτυχώς χωρίς να αφήσει σημάδι στον απέναντι τοίχο. Μερικά λεπτά μετά, γεμάτη μελανιές και καρούμπαλα αναδύθηκα με τα σωσίβια στο χέρι. Με τον σκίπερ να γελά και τους έφηβους να με κοιτάνε απαξιωτικά, κατάφερα με πολλές απειλές τους δυο μικρούς, που τους τύλιξα σαν ντολμαδάκια. Στη μισή ώρα όλοι ήταν χαλαροί και απολάμβαναν τα πάνω κάτω και γκντουπ που έκανε το 14 μέτρο σκάφος, κάθε φορά που έπεφτε σε κενό. Ο μικρός είχε στηρίξει τα πόδια του στο τραπεζάκι και κοιμόταν. Εγώ πάλι μετρούσα τα κύματα. Λέμε τρικυμία γιατί κάθε τρίτο κύμα είναι μεγαλύτερο και πιο επικίνδυνο από τα προηγούμενα. Όταν προστέθηκε και η ρέστια, η φουσκοθαλασσιά, δεν ήξερα τι να μετρήσω, τα μεγάλα ή τα μικρά κύματα; Εκεί πια σταμάτησαν τα γκντουπ και άρχισε να βουτά η πλώρη στο νερό. Δεν περιγράφω άλλο.

Το άλλο μαρτύριο ήταν το δέσιμο του σκάφους στο λιμάνι. Ο σκίπερ μας καλός χρυσός, αλλά πολύ αγχώδης, σε αυτό βέβαια συνέβαλε και το γεγονός ότι το συγκεκριμένο σκάφος είχε πρόβλημα και δεν υπάκουε στην όπισθεν, ο δε εργάτης, το μηχάνημα που κατεβάζει την άγκυρα, ήταν πολύ αργός. Κάθε φορά που ήταν να δέσουμε είχαμε σόου. Χρυσός κανόνας ήταν ότι έπρεπε να είμαστε τέσσερις η ώρα σε λιμάνι, ειδάλλως δε βρίσκεις θέση και πρέπει να δέσεις αρόδο, στα ανοικτά, έρμαιο των ρευμάτων. Τα περισσότερα λιμάνια είναι μικρά, χωρίς υποδομές, δύσκολα κάνεις μανούβρες και συνήθως σε βοηθούν οι ντόπιοι, με τον άγραφο όρο να περάσεις έπειτα από το μαγαζί τους. Όλο λοιπόν και κάτι γινόταν και ΄κείνος ξέσπαγε σε φωνές και μπινελίκια. Το καταλαβαίνω ότι το να ΄χεις ένα δύσχρηστο σκάφος με ανθρώπους με μηδέν ναυτική πείρα είναι δύσκολο, αλλά εμένα όλο αυτό που προκαλούσε τρομερό άγχος και νευρικότητα. Πέσαμε και συρθήκαμε πάνω σε άλλα σκάφη, κόντεψα να χτυπήσω πολύ άσχημα, όταν έβαλα το πόδι μου για να αποτρέψω σύγκρουση και τη μέρα που αναγκαστήκαμε να δέσουμε αρόδο ήταν το αποκορύφωμα.

Καθυστερήσαμε να φτάσουμε στο λιμάνι, το οποίο ήταν γεμάτο. Αρκετοί είχαν ήδη δέσει αρόδο. Έπρεπε να δέσουμε λοιπόν από τα βράχια της ακτής, ανάμεσα τους. Μα κανείς μας δεν ήξερε να κάνει καντηλίτσα (τον ειδικό κόμπο για το δέσιμο, που όσο και να τον ζορίσεις λύνεται αμέσως) και το σκάφος μόνο ο σκίπερ μπορούσε να το μανουβράρει στην όπισθεν, λέμε τώρα. Με τα πολλά στέλνουμε λοιπόν το γιο μου, να κολυμπήσει ως τα βράχια, που ξέρε άλλους κόμπους. Δένει το λεπτό σχοινί στο βράχο, τραβά το μεγάλο, μα είχε πολύ αέρα και το σκάφος παρόλο το μεγάλο κενό και την άγκυρα αρχίζει να φεύγει αριστερά πάνω σ`ένα αραγμένο. Ο Γερμανός ιστιοπλόος του διπλανού, αντί να τοποθετήσει τα μπαλόνια του και να βοηθήσει, μας τραβάει βίντεο και βρίζει. Ο σκίπερ έχει πάθει πανικό. Ξεδένει και αφήνουμε τον πιτσιρικά στα βράχια να μαζέψει τα σχοινιά. Έπειτα από μια ώρα και μερικές ακόμα αποτυχημένες φωνακλάδικες, γεμάτες νεύρα προσπάθειες και ενώ όλο το λιμάνι μας κοιτά και βάζουν στοιχήματα, μαζί με το γιο μου, που έπινε χαλαρός το αναψυκτικό του σ`ένα άλλο σκάφος, δένουμε αρόδο, μα πολύ κοντά στη μαρίνα. Τελικά πήγε ένα βαρκάκι και μάζεψε τον πιτσιρικά, ενώ εμείς είμαστε στα κάρβουνα να δούμε αν θα μας γυρίσουν τα ρεύματα προς τα αραγμένα στη μαρίνα σκάφη. Κάναμε βάρδιες στο κατάστρωμα όλη νύχτα αγχωμένοι, μην τύχει και αλλάξει ο αέρας ή ξεσύρει (συρθεί στο βυθό) η άγκυρα. Εκείνη τη νύκτα είδα μια από τις πιο όμορφες ανατολές πανσελήνου που έχω δει. Ένα πορτοκαλοκόκκινο δίσκο να αναδύεται μέσα από τη θάλασσα δίπλα σε μια στενή λωρίδα γης με τρεις φωτισμένους μύλους στη σειρά και να στρώνει ασημένιο χαλί ως το σκάφος μας, καθώς ανέβαινε ψηλά πάνω από τους μύλους και το κοιμισμένο γραφικό χωριό.

Το ξημέρωμα με βρίσκει τυλιγμένη σαν μούμια, γιατί το ΄χω δαγκώσει από το κρύο, ενώ στην ακτή τερερίζουν τα τζιτζίκια, ανοίγω το ίντερνετ να περάσει η ώρα και βλέπω ηχητικό μήνυμα από τον γκουρού Αλέξανδρο Κουτρούλη. Μου επισημαίνει τις διορθώσεις από ένα κείμενο που είχα στείλει στο TheBluez. Ακούω το μήνυμα ξανά και ξανά μισοκοιμισμένη και κάπου εκεί κάτι πατώ και κάνω βιντεοκλήση. Πανικόβλητη το κλείνω και παρακαλώ να μην είχε το κινητό ανοιχτό. Το ΄χε… Λίγο μετά λαμβάνω μήνυμα «Καλά αξημέρωτα με πήρες βρε αθεόφοβη!» για να πάρει την κουλή απάντηση «Συγνώμη, είμαι διακοπές!» Αχαχαχαχα και τι διακοπές! Και να ‘ταν η μόνη μέρα που ήμασταν ξύπνιοι από το ξημέρωμα. Κάθε μέρα σηκωνόμασταν νωρίς και φτάναμε στην πρώτη παραλία κατά της οκτώ το πρωί. Τι εννοείτε είναι διακοπές και ποιος ξυπνάει τόσο νωρίς; Το θέμα είναι ότι τέτοια ώρα είμαστε όλοι μαχμουρλήδες ακόμα από τον ύπνο, κρυώνουμε και τα νερά δεν έχουν πάρει ακόμα αυτά τα έντονα σαγηνευτικά και ακαταμάχητα πρασινογάλαζα χρώματα. Καμία όρεξη δεν έχουμε για βουτιές Από την άλλη λες πότε θα ξαναβρεθώ εδώ; Κάπως έτσι το έπαιρνα απόφαση και βούταγα. Παίζουν αχνά χειροκροτήματα στο background! Πάνε οι μέρες που αν δεν έβλεπα βυθό δεν έμπαινα. Πάνε οι μέρες που έβλεπα υπόνοια πρασινάδας στην άμμο και δεν πλησίαζα! Πάνε οι μέρες που άκουσα ένα μπάρμπα με κόκκινο μαγιό ως τα βυζά και με ρωτά «Τι κάνεις ουρέ κουπιλιά αυτού; Γιάντα πας γύρου γύρου και ζίνγκι ζάνγκα στη θάλασσ΄; Ααα;» για να πάρει την πληρωμένη απάντηση. «Ακολουθώ το μονοπάτι!» Ορίστε μας, τι πιο φυσιολογικό από το να πηγαίνω όπου υπάρχει κενό από τα φύκια; Παρόλα αυτά τα κατάφερα! Αν είδατε ένα κητοειδές να κολυμπά βολίδα ως την ακτή από ιστιοφόρο, εγώ ήμουν…

Οι μέρες κυλούν γρήγορα. Τα παιδιά αφήνουν με στεναχώρια το σκάφος και ήδη ρωτάνε πότε θα ξαναπάμε. Απαντώ ως συνήθως αόριστα και κάνω ένα μικρό αναλογισμό. Είδαμε μέρη που δεν μπορούσαμε αλλιώς, ευχαριστηθήκαμε θαλασσοσπήλαια και παραλίες σε ώρες που δε γινόταν χαμός, ζήσαμε μια περιπέτεια και ευτυχώς βγήκαμε αλώβητοι και κανείς δεν έπαθε ναυτία. Αχαχαχαχαχα, από την ώρα που πάτησα το πόδι μου στην ξηρά ξεκίνησε μια περίεργη αίσθηση. Δυο μέρες μετά νιώθω σαν να μην έχω κατέβει από το σκάφος, όλα γέρνουν πότε από εδώ πότε από εκεί. Δεν μπορώ να σταθώ όρθια από τη ναυτία. Σύνδρομο αποβίβασης, λέει ο γιατρός. Δεν το θέλω παιδί μου το σκάφος, δεν ξαναπατώ σε ιστιοπλοϊκό, μα ο οργανισμός μου άλλα λέει, η ακινησία βλάπτει σοβαρά την υγεία μου!

 

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook