Τα αγγεία της καρδιάς

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
()

Η ιστορία είναι γνωστή, από αρχαιοτάτων χρόνων, κορίτσι γνωρίζει αγόρι, κορίτσι και αγόρι ερωτεύονται και αγαπιούνται και όλο αυτό τελειώνει, ή με το ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα, ή απλά τελειώνει, χωρίς ο ένας από τους δύο συνήθως να καταλάβει γιατί.  Το τέλος εδώ είναι λίγο διαφορετικό.

Γνωρίστηκαν το αγόρι και το κορίτσι, ερωτεύτηκαν, αγαπηθήκανε βαθιά, τα βάλανε με θεούς και δαίμονες, με την ίδια τη ζωή, απ’ότι φαίνεται. Έκανε τα χαρτιά του το αγόρι για το στρατό, να έχει κακό προαίσθημα το κορίτσι, να της λένε όλοι, φοβάσαι ότι θα σε χωρίσει επειδή θα είναι μακριά; Δεν φοβόταν αυτό αλλά μια σκιά που έβλεπε με την άκρη του ματιού της να τους ακολουθεί.  Του είπε να πάει μόνος του, με τη δικαιολογία να ζήσει λίγο μόνος του πριν παντρευτούν (ναι, είχανε συζητηθεί όλα αυτά,  μέχρι και το όνομα του σκύλου και των παιδιών) και φίμωσε την καρδιά της να μην φωνάζει.

 Νόμιζε ότι η σκιά που έβλεπε ήταν ο χωρισμός τους, αλλά το αγόρι που μπορούσε να ακούει την φιμωμένη της καρδιά από μακριά, γύρισε, γονάτισε, και πήρε το χέρι της .

Τα παρατήσανε όλα,  πήρανε ένα πάπλωμα, μια κατσαρόλα,  ένα πλυντήριο, τα ρούχα τους και έφυγαν σε αφιλόξενο νησί στη παραμεθόριο. Έξι μήνες με ότι λεφτουδάκια είχανε στην άκρη τα κουτσοβολέψανε. Περίοδος πείνας και για τους δύο, περίοδος κατάθλιψης για το κορίτσι που ενώ ήταν προκομμένο παιδί, δεν έβρισκε δουλειά και είχε κι αυτή τη σκιά που την ακολουθούσε παντού, περίοδος πίεσης για το αγόρι που ήταν σε μια δουλειά με μέλλον αλλά δεν του άρεσε.

Κανείς από τους δυο τους δεν το πίστευε ότι ζούσε κάτι τόσο γλυκανάλατο ώστε μετά από 6 χρόνια μαζί, να μην μπορούν να μείνουν στιγμή ο ένας μακριά από τον άλλο και να  θέλουν να κρατιούνται χεράκι χεράκι συνέχεια. Βρήκε το κορίτσι δουλειά, οικονομικά ήταν μια χαρά, δουλεύανε πολύ και οι δυο,  το κορίτσι από την κούραση έβλεπε τη σκιά στον ύπνο του μόνο.

 Της ζήτησε αμέτρητες φορές να κανονίσουν το γάμο τους, αλλά το κορίτσι φοβόταν γιατί έβλεπε τη σκιά να θεριεύει μόλις άκουγε τέτοια. Πήγε έβγαλε μόνο του το αγόρι τις άδειες του γάμου. Εντάξει έλεγε το κορίτσι για να τον αποφύγει. Έχουμε χρόνο, θα τον κάνουμε το γάμο. Η σκιά είχε πάρει κι ένα ρολόι στα χέρια πια που μετρούσε αντίστροφα και ήταν μονίμως μπροστά της. Άλλαζε πορεία το κορίτσι, να μην ασχολείται με το γάμο για να μην τη βλέπει.

Ένα βράδυ Τετάρτης της λέει το αγόρι γελώντας πρέπει να με αποκαταστήσεις επιτέλους, θα λήξουν και οι άδειες του γάμου. Εντάξει αγάπη μου θα δούμε είπε το κορίτσι. Την Δευτέρα θα πάμε στο δημαρχείο να παντρευτούμε είπε το αγόρι. Εντάξει είπε το κορίτσι, ας παντρευτούμε και έμεινε να χαζεύει την αγάπη του στα μάτια του. Της είπε να ξαπλώσει για να ξεκουραστεί από τη δουλειά. Το κορίτσι έπεσε σε ύπνο βαθύ και έβλεπε τη σκιά να είναι δίπλα του και να κρατάει το ρολόι που μετρούσε αντίστροφα, ήταν σαν εκείνα τα κρεμαστά ρολόγια που φορούσαν οι παππούδες και τόσο άρεσαν και στους δυο τους.

Την ξύπνησε μετά από 4 ώρες. Αγάπη μου,  δεν ήθελα να σε τρομάξω,  αλλά πονάω πολύ και μάλλον έχω πάθει έμφραγμα. Πάρε να έρθει ένα ασθενοφόρο. Το κορίτσι έπαιρνε τηλέφωνα, φώναζε και έβριζε θεούς και δαίμονες για να έρθουν γρήγορα, η σκιά είχε πάρει το αγόρι αγκαζέ και κόβανε βόλτες πάνω κάτω μέσα στο σαλόνι. Επιβιβάστηκαν και οι τρεις στο ασθενοφόρο, το αγόρι στο φορείο, το κορίτσι και η σκιά δίπλα του.  Το αγόρι να την κοιτάζει και να της λέει μην φοβάσαι δεν θα πάθω τίποτα,  το κορίτσι αλαφιασμένο, η σκιά να γιγαντώνεται…

Είδε τα χέρια της στο λαιμό του γιατρού όταν της είπε: τι θες να σου πω; δεν θα τη βγάλει τη νύχτα. Κανείς δεν έμαθε ότι ήταν η σκιά που έπιασε από το λαιμό, παλεύοντας για τη ζωή και των δυο τους. Έκανε τα αδύνατα, δυνατά, παρακαλούσε, απειλούσε, έβριζε, φύγανε από το νησί. Το αγόρι με φορείο και γιατρούς στο αεροπλάνο, το κορίτσι στο πιλοτήριο και η σκιά έξω από το παράθυρο να απειλεί να ρίξει το αεροπλάνο. Φτάσανε σε μεγάλο νοσοκομείο, ανάσανε λίγο το κορίτσι. Έφτασε η Δευτέρα.  Κατέβηκε το αγόρι στο ισόγειο, με γιατρούς, νοσηλευτές να γιατρέψουν την καρδιά του. Το κορίτσι έξω από την πόρτα,  πάλευε να ακούσει το γιατρό ότι τα κατάφερε. Άκουσε μόνο το αγόρι να φωνάζει, πονάω, φεύγω…

Δεν θυμάται πολλά μετά, τον εαυτό της σε ένα κρεβάτι και κάποιους να της φέρνουν χάπια, είπε σε κάποιον, σήμερα θα παντρευόμασταν, είπανε στο κορίτσι να μην μιλάει και του δώσανε κι άλλα χάπια. Μετά μια διαδρομή για το πατρικό. Μπροστά η νεκροφόρα, το κορίτσι σε ένα αμάξι που ακολουθούσε,  αλήθεια ποιος οδηγούσε; γιατί δεν την άφησαν  να πάει μαζί του; το αγόρι σε ένα φέρετρο, το κορίτσι δίπλα του, η σκιά παντού. Το βράδυ ήρθε δίπλα της στο κρεβάτι και την κοιτούσε. Κάθε βράδυ, είτε κατάφερνε να κοιμηθεί, είτε όχι.

Κάποια στιγμή από την αϋπνία, τον παραλογισμό του πόνου, την αντίδραση των ηρεμιστικών με το αλκοόλ, προσπάθησε να πιάσει κουβέντα με τη σκιά.

Τι άλλο θες από μένα;

Δεν φτάνει ότι έκανες;

Τον πήρες, κέρδισες…

Δεν έχω τίποτα άλλο να δώσω…

Δεν της απάντησε ποτέ…

Ή μήπως απλά δεν ήθελε να θυμάται την απάντηση;

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Δεν υπάρχον ψήφοι! Ψηφίστε πρώτοι!

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook