Γιατρός σπούδασε ο Ανέστης και μάλιστα στην Αθήνα. Πρώτος μπήκε εκείνη την χρονιά, πρώτος τελείωσε με περγαμηνές και δόξες και έχαιρε και μεγάλης εκτίμησης από τους καθηγητές του, όχι μόνο στα χρόνια των σπουδών του, αλλά και σε όλη του την καριέρα. Τον γάμο του με την Ελένη του, τον έκανε στο χωριό του, όλους τους κάλεσε, ακόμη οι παλιοί θυμούνται εκείνο το γλέντι, που κράτησε τρεις μέρες και παρ’ όλο που το κρασί έρεε άφθονο, δεν έγινε ούτε μια τόση δα παρεξήγηση. Ήταν πράος ο Ανέστης, πράος και δίκαιος και καλός γιατρός. Κι αγαπούσε πολύ το χωριό του και δεν τους ξεχνούσε ποτέ και βοηθούσε φτωχά παιδιά να σπουδάσουν, γιατί πάντα έλεγε πως η γνώση είναι το δυνατότερο όπλο, το πιο κοφτερό μαχαίρι. Έφτιαξε από την αρχή σχεδόν την Εκκλησία του χωριού γιατί πάντα έλεγε πως ο Θεός είναι το λιμάνι, πώς αντέχεις τις φουρτουνιασμένες θάλασσες, αν δεν υπάρχει και το λιμάνι;

Πράος, δίκαιος, σπουδαίος επιστήμονας, σωστός κύριος, καμάρωνε για την όμορφη οικογένεια που έφτιαξε με την Ελένη του, την «γιάτρισσα» όπως την αποκαλούσαν. Τέσσερα παιδιά έκανε με την Ελένη, τρεις γιους και μια κόρη, την μονάκριβή του, την Δέσποινα «των λογισμών του» όπως έλεγε κάθε φορά που μιλούσε γι αυτήν κι άστραφταν τα μάτια του.

Κανείς δεν παραξενεύτηκε όταν ο γιατρός, βγαίνοντας στην σύνταξη, ήρθε να μείνει μόνιμα στο χωριό. Τα παιδιά είχαν μεγαλώσει, είχαν κι αυτά σπουδάσει, είχαν πάρει τους δρόμους τους κι ήρθε η ώρα πια να απολαύσει τους καρπούς των κόπων του: την γαλήνη του τόπου του. Κι ήρθε ο γιατρός και φωτίστηκε το σπίτι και έγινε η παρέα τους, ο συμβουλάτοράς τους κι έγινε ένα με όλους, στα χωράφια, στην ζωή και στο μυαλό τους.

Και κάθε Κυριακή, πρωί πρωί στην Εκκλησία με την Ελένη του, όχι μόνο να κάθεται στην πρώτη καρέκλα δίπλα στον Δήμαρχο και τις επίσημες αρχές του τόπου, αλλά να συμμετέχει ενεργά σε όλα: από τις καμένες λάμπες μέχρι το πετρέλαιο για την θέρμανση, τον στολισμό των εικόνων, το φιλόπτωχο. Η Μεγάλη Εβδομάδα τον έβρισκε πάντα να ανοίγει τον ναό και να τον κλείνει το βράδυ: Τα πιο φρέσκα βάγια για την Κυριακή, τα πιο μυρωδάτα λουλούδια για την Εικόνα του Νυμφίου, οι πιο γυαλιστερές και κολλαριστές μωβ κορδέλες για τα καντήλια.

Τα βράδια, όταν γυρνούσε σπίτι μαζί με την Ελένη του, ξάπλωναν αμίλητοι στο κρεβάτι τους κι ήξεραν. Ήξεραν πως την Μεγάλη Πέμπτη, την ώρα που έβγαινε ο Εσταυρωμένος κι όλοι έσκυβαν με δέος μπροστά του, εκείνοι άφηναν την ψυχή τους να ρίξει τα πιο καυτά δάκρυά της. Κι όταν γίνονταν η αναπαράσταση της Σταύρωσης, ο γιατρός σκαρφάλωνε στην σκάλα για να καρφώσει τα καρφιά στα χέρια Του. Τακ τακ τακ αντηχούσαν μέσα στην Εκκλησία, τακ τακ τακ τρυπούσαν την ψυχή τους. Δυο καρφιά είχαν κι αυτοί. Την Δέσποινα «των λογισμών» τους που ένα βράδυ σηκώθηκε κι έφυγε από το σπίτι, ανεξήγητα, απαιτώντας να μην την ψάξουν, να μην την αναζητήσουν, γιατί τους είχε διαγράψει από την ζωή τους. Μακριά τους η μονάκριβη κι η ζωές όλων τους στρέβλωσαν. Δυο καρφιά, ένα για την απουσία κι ένα για την αχαριστία. Δυο καρφιά, ένα για την ζωή που έζησαν κι ένα για όσα δεν ζουν πια μαζί. Δυο καρφιά, ένα για την άδεια καρέκλα κι ένα για τα μουσκεμένα από τα δάκρυα μάτια τους. Δυο καρφιά, ένα για τα ψέματα κι ένα για τις κενές μέρες.

Μα ο γιατρός ήξερε πως ο Χριστιανός έχει πόνο, μα δεν έχει απελπισία. Δεν ήθελε να είναι Ιούδας, του Ιούδα το έγκλημα δεν ήταν η προδοσία, μα η αυτοκτονία, η απελπισία που τον οδήγησε στην αυτοκτονία. Ήξερε πως τα καρφιά τρύπησαν τα χέρια Του, μα αυτές οι τρύπες έγιναν η απάντηση στον Θωμά. Κι όταν έπιανε το σφυρί και τα καρφιά, ήξερε, πως όλα γίνονται για κάποιο λόγο.

Κι έφερνε η Ελένη του το πιο λευκό και κολλαριστό σεντόνι τους, το κεντημένο με χρυσές κλωστές για να τυλίξουν το Σώμα την Μεγάλη Παρασκευή. Κι όταν κατέβαινε το Σώμα από τον Σταυρό, ο γιατρός ήξερε πως δεν είναι το τέλος. Ήξερε πως κι η Δέσποινα «των λογισμών» του ήταν πλάσμα πλασμένο με αρχές, ήταν πλάσμα πλασμένο με αγάπη, πως όσο κι αν έπεφτε, δεν θα ξέπεφτε, το ήξερε αυτό. Ήξερε πως όσο ήταν «κάτω» δούλευε σκληρά με τον εαυτό της, ήξερε πως ο Χριστός στον τάφο, μόνο νεκρός δεν ήταν.

Κι ήξερε ο γιατρός, το βράδυ της Ανάστασης, ήξερε βαθιά μέσα του όταν άκουγε «πού σου Θάνατε το κέντρον; Πού σου Άδη το νίκος; Ανέστη Χριστός και συ καταβέβλησαι! Ανέστη Χριστός, πεπτώκασι δαίμονες!» πως κάπου εκεί έξω, η Δέσποινα «των λογισμών» του ήξερε κι εκείνη. Ήξερε ο γιατρός πως μια μέρα, το κακό θα νικηθεί σαν το τσόφλι του αυγού στο τσούγκρισμα. Κι έλεγε «Χριστός Ανέστη» και τσούγκριζε το κατακόκκινο αυγό του κι ήξερε πως το κρακ που κάνει, είναι η νίκη των δακρύων και των αγώνων της Ελένης του κι εκείνου πάνω στην ψυχή της Δέσποινάς τους. Κι ήξερε ο γιατρός, πως μια μέρα, η πόρτα θ άνοιγε!