Τα καρφιά

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
()

«Τι να σου πω, Μάγδα μου. Υπομονή!»

«Αμ τόσα χρόνια κάνω και τίποτα άλλο; Μόνο υπομονή!»

«Αγία! Όλοι έχουν να το λένε, είσαι μια αγία!»

«Μα να τύχει και αυτό; Μόλις πέρασε τις πανελλήνιες και θα πηγαίναμε να ψάξουμε για σπίτι στη Θεσσαλονίκη! Καταφαρμακώθηκα, Κούλα μου. Έχει καταστεναχωρηθεί το παιδί.  Το κακόμοιρο, σκίζεται η καρδιά μου».

«Δόξα σοι ο θεός να λες, που δε χτύπησε χειρότερα. Tα κόκαλα φτιάχνουν. Βέβαια έχασε τις εγγραφές στη σχολή, τι να…»

Η Αρετή δεν μπορούσε να ακούσει περισσότερα, καθώς οι  γυναίκες είχαν βγει στον κήπο και απομακρύνονταν. 

«Αγία» ψιθύρισε. Έτριψε το μέτωπο της με μανία και επέστρεψε στο βιβλίο, που διάβαζε.  Η αλουμινένια πόρτα άνοιξε απότομα και ένας  ψηλός, γεροδεμένος άντρας μπήκε στο σπίτι. Χωρίς να της ρίξει ούτε ένα βλέμμα, πήγε στο ψυγείο, πήρε ένα αναψυκτικό και ανέβηκε την ξύλινη σκάλα αφήνοντας πίσω τα λασπωμένα του ίχνη. Λίγο μετά μπήκε μια μικρόσωμη,  μαυροντυμένη γυναίκα με ένα αυστηρό κότσο. Αγνόησε τα αποτυπώματα και έγειρε από πάνω της.

«Πώς είσαι Αρετή μου, θέλεις  λίγο νερό;» Η κοπέλα της έγνεψε αρνητικά. 

«Πεινάς;» και χωρίς να περιμένει απάντηση, άρχισε να στρώνει τραπέζι.  Η Αρετή σηκώθηκε και κουτσαίνοντας,  πήγε στο μπάνιο, πήρε ένα κουβά και τη σφουγγαρίστρα και κατευθύνθηκε προς τη σκάλα.

«Άσ’ τα Αρετή μου! Θα τα κάνω εγώ!»

«Δεν είμαι ανάπηρη μαμά, μπορώ να σφουγγαρίσω!» της απάντησε νευριασμένα. Ανέβασε με δυσκολία τον κουβά στο πάνω πάτωμα και πήρε να σφουγγαρίσει μηχανικά, τον σκοτεινό διάδρομο.  Είχε φτάσει στο κεφαλόσκαλο, όταν ένιωσε τη σφουγγαρίστρα να σκαλώνει κάπου. Το ίδιο συνέβη και από την αντίθετη μεριά. Βογκώντας, έσκυψε απορημένη, για να  ξεσκαλώσει τα νήματα, που είχαν τυλιχθεί γύρω από δυο μικρά καρφιά, στο χρώμα του ορείχαλκου. Βρίσκονταν μπηγμένα, αθέατα στις δυο άκρες της σκάλας. Στο ένα, τραβώντας το νήμα, διέκρινε ένα μικρό κόμπο από πετονιά.  Πέταξε τα ρέλια στον κουβά και συνέχισε το σφουγγάρισμα.

Έπειτα κάθισε στο τραπέζι μαζί με τη μητέρα της. Το πιάτο της ήταν ξέχειλο με μακαρόνια και κάμποσο κιμά.

«Όλο να το φας! Να φας και ψωμί, και σαλάτα» της είπε με προειδοποιητικό τόνο εκείνη. Ξεφύσησε νευριασμένη και έπεσε με τα μούτρα στο φαγητό. Μετά το ατύχημα της, η όρεξη της  είχε πολλαπλασιαστεί, όπως και τα κιλά της. Πολλαπλά κατάγματα, ήταν το αποτέλεσμα της πτώσης της. Ούτε κατάλαβε πως έγινε. Πήγε να κατέβει τη σκάλα κουβαλώντας τη βαλίτσα της, όταν ένιωσε να μπουρδουκλώνεται και να κουτρουβαλά.  Ένας  γείτονας τη μετέφερε στο πλησιέστερο κέντρο υγείας. Ο πατέρας της,  για ακόμα μια φορά στην κοσμάρα του, είχε αρνηθεί να τους προσφέρει οποιαδήποτε βοήθεια. Κάθισε στον καναπέ και παρακολούθησε τηλεόραση, σα να μη συμβαίνει τίποτα κι εκείνες  φοβούμενες τα ανεξέλεγκτα νεύρα του, τα οποία του είχαν δώσει το παρατσούκλι του τρελού στο χωριό, δεν τον πίεσαν παραπάνω.

«Ευτυχώς, δεν έσπασε το σβέρκο της» είπε ο γιατρός στη μητέρα της.

 «Μα σταμάτα πια! Δε βλέπεις που έχεις καταντήσει τόφαλος;» της είπε ξαφνικά η μητέρα της, τραβώντας απότομα το μισογεμάτο πιάτο από μπρος της. Εκείνη την ώρα άκουσαν τα βαριά βήματα του, που έκαναν τη σκάλα να τρίζει.

«Πήρες τα φάρμακα σου;» τον ρώτησε επιθετικά η μητέρα της. 

«Τα πήρα» απάντησε βαριεστημένα εκείνος, καθώς  έπαιρνε ένα κομμάτι φέτα από το πιάτο της Αρετής.

 «Σιγά μην τα πήρες!» τον αποπήρε εκείνη  φτύνοντας τις λέξεις. 

«Τι θες τώρα; Ξύνεσαι για καυγά;»

«Εγώ ξύνομαι για καυγά;» ανέβασε αρκετά τη φωνή της.

Η Αρετή σηκώθηκε βιαστική και αφού έβαλε το πιάτο της στο νεροχύτη, κατευθύνθηκε κατά τη σκάλα. Ο καυγάς πίσω της είχε ξεσπάσει για τα καλά.

«Αγία, ακούς; Αγία με φωνάζουν, που πήγα και έμπλεξα με σένα τον μουρλό! Ανάθεμα την ώρα!»

Να φύγει! Το μόνο που ήθελε, ήταν να φύγει! Θα έκανε τα πάντα για να φύγει από ‘κει μέσα. Είχε βαρεθεί τόσα χρόνια τα ίδια και τα ίδια. Υπήρχαν, βέβαια, τα ξαφνικά, αναίτια ξεσπάσματα του πατέρα της, μα υπήρχαν και κάτι μέρες, που ήταν λες και η μητέρα της  τον τσιγκλούσε επίτηδες, σαν να επιζητούσε τον καυγά και το ξύλο, που ακολουθούσε σχεδόν πάντα. Σαν  οι μελανιές να γίνονταν παράσημα στο μυαλό της. Δε μπορούσε να την καταλάβει.  

Ώρες – ώρες αναρωτιόνταν πού θα μπορούσε να φτάσει ένας άνθρωπος που επιζητά τόσο πολύ τον θαυμασμό και την αποδοχή των άλλων;  Ως που θα μπορούσε να φτάσει για ένα φωτοστέφανο; Πάντα γλυκομίλητη και καλοσυνάτη, στους έξω. Πάντα πρόθυμη να βοηθήσει. Πάντα δίπλα σε όποιον πονούσε ή παρηγορήτρια στους δικούς του.  Και αν τύχαινε αυτοί  να αρρωστήσουν, τους φρόντιζε τόσο,  που της φαίνονταν σαν να  χαίρονταν  που αρρώστησαν.   Μα δε γίνεται  να ‘σαι πάντα άρρωστος. Το βλέμμα της έπεσε στο κεφαλόσκαλο και στα δυο καρφιά.  Από εκεί έπεσε.  Ένιωσε ότι σκόνταψε σε κάτι,  που δεν είδε. Σε μια πετονιά;  Η σκέψη την έκανε να παγώσει. Ο πατέρας  της  βόγκηξε, γύρισε και είδε τη μάνα της, που σα να χε κλείσει το διακόπτη, τον έβαζε να καθίσει  προσεκτικά και  του χάιδευε την πλάτη  μερωμένη,  μ΄ ένα περίεργο χαμόγελο. Σταμάτησε ν` ανασαίνει και ένιωσε χιλιάδες καρφιά να διαπερνούν το κορμί της. Ο πατέρας της  διπλώθηκε από τους πόνους στην κοιλιά, όπως ο Τάκης, ο μεγάλος της αδερφός. Δηλητηρίαση από το φυτοφάρμακο  που ψέκασε, αποφάνθηκε ο γιατρός. Χαροπάλεψε αρκετές μέρες στην εντατική, μα δε τα κατάφερε. Πέθανε, τη μέρα που θα παντρευόταν. Κοίταξε τη μάνα της, τώρα χάιδευε τα μαλλιά του πατέρα της, όπως τότε στην εντατική του Τάκη. Τον είχε προειδοποιήσει ότι  προτιμά να τον δει νεκρό, παρά με την Ντίνα, σκέφτηκε φρικαρισμένη.  

«Με είχε προειδοποιήσει να μην τολμήσω να την εγκαταλείψω, σαν πέρασα στη σχολή». Κρύος ιδρώτας την σαβάνωσε.

«Τι κοιτάς; Φέρε ένα ποτήρι νερό για τον πατέρα σου! Άχρηστη!» την κατακεραύνωσε. Σκούπισε τις χοντρές σταγόνες ιδρώτα από το μέτωπο της και της έγνεψε μηχανικά καταφατικά. Καθώς σήκωνε το ποτήρι, η ματιά της σκάλωσε σ΄ ενα μικρό μπουκαλάκι μισοκρυμμένο πίσω από το multi. Το πήρε, το άνοιξε και το μύρισε. Η αψιά μυρωδιά την έκανε να σουφρώσει τη μύτη της. Τη γνώριζε αυτή τη μυρωδιά, ήταν φυτοφάρμακο. Το σκοτεινό βλέμμα της ανταμώθηκε με της μητέρας της. Αναμετρήθηκε μαζί της και για πρώτη φορά της φάνηκε, ότι εκείνη τρόμαξε,  προτού αποστρέψει το βλέμμα της. Της έδωσε το νερό και ακούμπησε επιδεικτικά το μπουκαλάκι πάνω στο τραπέζι. Έπειτα ανέβηκε με δυσκολία τα σκαλοπάτια και χάιδεψε με το βλέμμα της τα δυο μικρά, κρύα και επικίνδυνα, αθέατα καρφιά, σαν τα καρφιά που έμπηγαν τόσα χρόνια στης  ψυχής της  το φέρετρο.  Θα τα πέταγε όλα! Χάρις αυτά τα καρφιά θα ελευθερώνονταν. Ο δυνάστης γίνεται σκλάβος, σαν μάθεις τα μυστικά του και τις αδυναμίες του. Και η μάνα της θα κάνε τα πάντα για να μη χάσει το φωτοστέφανο της. Αν πάλι δεν έπιανε αυτό, υπήρχαν πάντα αυτά τα δυο καρφιά που μπορούσε να χρησιμοποιήσει…

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Δεν υπάρχον ψήφοι! Ψηφίστε πρώτοι!

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook