Τα κεριά

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

«Μάνο, μπορούμε να πάμε στον διάδρομο με τα κεριά;» νιαούρισε η Κλειώ κι ο Μάνος, που στεκόταν δίπλα της τής έριξε ένα εξιχνιαστικό βλέμμα. «Σε παρακαλώ… Θέλω να πάρω ένα μεγάλο κερί… Να μυρίζει λεβάντα… Για το μπάνιο…» συνέχισε, μ’ εκείνο το παιχνιδιάρικο ύφος.

«Ρε αγάπη μου, τι να τα κάνουμε τα κεριά; Δεν σου έχω πει ότι δεν είμαι λάτρης; Δεν τα θέλω! Μου προκαλούν δύσπνοια! Εν ολίγοις, δεν μ’ αρέσουν!» της απάντησε εκείνος, με κοφτό και σχεδόν τελεσίδικο τόνο.

«Έχουμε φάει τόση ώρα εδώ μέσα και μόνο για την κουζίνα έχουμε ψωνίσει. Έλα… Έχουμε τόσα δωμάτια να γεμίσουμε…»

Η, πάντοτε παιχνιδιάρα, Κλειώ, ήξερε πώς στο τέλος θα περνούσε το δικό της. Ο Μάνος δεν μπορούσε να της χαλάσει χατίρι κι εκείνη ποτέ δεν το εκμεταλλευόταν. Ήταν, όμως, το παιχνίδι τους. Εκείνη ζητάει μια χάρη, εκείνος μουτρώνει για λίγο και, πάντοτε, στο τέλος, κερδίζει η Κλειώ.

Συνέχισε, για μερικές στιγμές, να την κοιτάζει μουτρωμένα, μα, σιγά – σιγά, το ύφος του άλλαξε. Κάθε που την αντίκριζε, αισθανόταν ο πιο τυχερός άνθρωπος στον κόσμο. Μπορούσε να χαζεύει, με τις ώρες, τα ολόμαυρά της μαλλιά που ήταν πιασμένα σε μια πρόχειρη αλογοουρά και να φαντάζεται το υπέροχο κορμί της μέσα στα αθλητικά ρούχα που το έντυναν. Χαμογέλασε όταν το βλέμμα του έπεσε στην τεράστια και παραφορτωμένη τσάντα, μ’ ό,τι μπορεί να βάλει ο νούς του ανθρώπου, που κρεμόταν μόνιμα από τον ώμο της.

Ο χρόνος δεν την είχε αλλάξει καθόλου. Παρέμενε το λεπτεπίλεπτο, μελαχρινό κορίτσι, που είχε ερωτευτεί κεραυνοβόλα, όταν, τρία χρόνια νωρίτερα, είχε περάσει, για πρώτη φορά, την πόρτα του αρχιτεκτονικού γραφείου που δούλευε ο Μάνος. Θα ήταν η καινούρια του συνεργάτιδα. Ήδη, από την πρώτη στιγμή που ανταμώθηκαν τα βλέφαρά τους, ένιωσαν τα στομάχια τους να γεμίζουν μ’ εκείνες τις πεταλούδες που χτυπάνε τους ερωτευμένους. Θυμόταν ακόμη το συναίσθημα εκείνο, και τα γόνατά του, που πίστευε πώς δε θα τον κρατούσαν όρθιο, εάν το σώμα του δεν ήταν βουλιαγμένο στην μαύρη, δερμάτινη πολυθρόνα. Κι η Κλειώ, η νέα συνεργάτιδα στο γραφείο, έπρεπε να κρατήσει χαρακτήρα. Εξ’ άλλου δεν ήθελε να δείξει τίποτα από την πρώτη της μέρα και την πρώτη τους ματιά. «Ίδια κι απαράλλαχτη» συλλογίστηκε ο Μάνος, προτού της χαμογελάσει πλατιά.

«Άντε, Κλειώ, πάμε! Κέρδισες!» της είπε, δίχως να σβήσει το χαμόγελο από το πρόσωπό του κι εκείνη, όπως πάντοτε, του χάρισε ένα από τα πιο γλυκά φιλιά της.

Όσο η Κλειώ πηγαινοερχόταν στον μακρύ και στενό διάδρομο με τα κεριά, ο Μάνος έφερνε στην φαντασία του τα σχέδια του νέου τους διαμερίσματος. Το είχαν σχεδιάσει από την αρχή μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια, μόνοι τους. Αμέτρητα ήταν τα βράδια που ξενύχτησαν, μπροστά σε μια οθόνη υπολογιστή, κάνοντας μετρήσεις και διαφωνώντας για το που έπρεπε να μπει το κάθε τι. Εκείνος ήθελε χτιστή μπανιέρα, γιατί του άρεσε η αισθητική της κι εκείνη ήθελε ντουζιέρα και χωνευτό καζανάκι στον τοίχο, για να εξοικονομήσουν χώρο. Η κουζίνα είχε γωνιακό νεροχύτη και οι πάγκοι της ήταν πιο ψηλοί από ότι συνηθίζεται. «Θα σ’ άφηνα να διαλύσεις τη μεσούλα σου, κοριτσάκι μου; Αφού έχεις μποι!» θυμήθηκε να την πειράζει, όταν συζητούσαν για τα ντουλάπια και τους πάγκους τους. Όλες οι ηλεκτρικές συσκευές ήταν εντοιχισμένες. «Πιστεύεις ότι θα έχω χρόνο να τραβάω κουζίνες και ψυγεία, με τη δουλειά;» τον είχε ρωτήσει, όταν εκείνος γκρίνιαζε για το μεγάλο κόστος τους και τη δυσκολία στη συντήρηση.

Το σπίτι το είχαν σχεδιάσει μαζί, κι όμως, ο καθένας τους, έβαλε ένα κομμάτι της προσωπικότητάς του εκεί μέσα. Εκείνος έβαλε τα χρώματα και τα σχέδια – γιατί αν τ’ άφηνε στην Κλειώ, το σπίτι θα ήταν παρδαλό – κι εκείνη έβαλε όλη της την μαεστρία και την τέχνη της, για να καταφέρει να αξιοποιήσει στο μέγιστο τα εξήντα δύο τετραγωνικά που θα τους στέγαζαν. Τα είχαν καταφέρει. Το διαμέρισμα, πεντακάθαρο και σχεδόν άδειο, τους περίμενε καρτερικά για να το στήσουν και να το γεμίσουν. Τα έπιπλα, όπως και τις ηλεκτρικές συσκευές, τα περίμεναν μέσα στην εβδομάδα. Τα μικροπράγματα όμως, τα πράγματα που πραγματικά απαρτίζουν ένα σπίτι και το κάνουν όχι απλά κατοικήσιμο, μα καταφύγιο, τα πιάτα, τα πιρούνια, οι κουρτίνες και τα μπιχλιμπίδια που υπάρχουν για να γεμίσουν τα ράφια, έπρεπε να αγοραστούν. Γι’ αυτό βρισκόντουσαν εκεί. Σ’ εκείνον τον διάδρομο με τα μυριάδες, πολύχρωμα και αρωματικά κεριά, που προκαλούσαν δυσφορία στον Μάνο. Για να μετατρέψουν τα ντουβάρια και τα πλακάκια, σε αυτό το μέρος που θα στέγαζε τον έρωτα και τα όνειρά τους.

Ο Μάνος την παρατηρούσε καθώς περιπλανιόταν, μυρίζοντας μικρά βαζάκια, πιάνοντας το παγωμένο γυαλί που πλαισίωνε τα αρωματικά περιεχόμενα κι αγγίζοντας τα φυτίλια που προεξείχαν από τις χρωματιστές μάζες των κεριών. Κατέληξε να πάρει στα χέρια της ένα σχετικά ογκώδες και ψηλό, βαθύ μωβ κερί, κι ο Μάνος, από το ύφος της, κατάλαβε πως η αναζήτησή της είχε λήξει.

«Το βρήκα! Αχ, τι ωραία που μυρίζει!» ακούστηκε η γεμάτη ενθουσιασμό φωνή της κι εκείνος, μισοκλείνοντας τα μάτια, πικρογέλασε για μία και μόνη στιγμή.

«Αχ, ρε Κλειώ…» μιμήθηκε τον τόνο της. «Αν σου αρέσει τόσο πολύ, πάρ’ το, αλλά υποσχέσου μου πως θα το ανάβεις μόνο όταν λείπω από το σπίτι» κατέληξε κι εκείνη, συμφώνησε γνέφοντας, πριν κουρνιάσει στην αγκαλιά του. Της χάιδεψε για λίγο τα μαλλιά κι ύστερα της πήρε το κερί από τα χέρια και το έβαλε προσεκτικά στο παραφορτωμένο καρότσι. Είχαν πολύ δρόμο μπροστά τους για να φτάσουν στο ταμείο.

***

Η Κλειώ σηκώθηκε το επόμενο πρωί, έφτιαξε καφέ και χωρίς να πάρει λίγο χρόνο για να ξυπνήσει, πήγε στο δωμάτιο που θα γινόταν το γραφείο τους. Εκεί είχαν παρατήσει όλες τις κούτες της μετακόμισης. Δύο ζωές, στριμωγμένες σε μεγάλα, χάρτινα κουτιά, την περίμεναν για να τις τακτοποιήσει σ’ ένα σπιτικό που ήταν ακόμη στα σκαριά. Κάθισε στο πάτωμα και άνοιξε την κοντινότερη, σ’ εκείνη, κούτα.

Αντίκρισε μερικά από τα μυριάδες βιβλία και τις πρώτες φωτογραφίες της σχέσης τους. Βούτηξε την κούπα της και ήπιε λίγο καφέ, καθώς χάζευε την εικόνα του Μάνου σε μια από τις παλιότερες φωτογραφίες τους.

Κι ο Μάνος είχε μείνει ίδιος κι απαράλλαχτος από την μέρα που τον είχε πρωταντικρίσει. Πάντα με το πουκάμισο, το τζιν, τα γυαλιά και τ’ ατημέλητα μαλλιά του. Θυμήθηκε πως εκείνη την μέρα που τον είδε, ένιωσε, βαθιά μέσα της, πως είχε βρει τον άνθρωπό της κι ακόμη κι εκείνο το πρωινό, τρία χρόνια αργότερα, εκείνο το συναίσθημα δεν είχε εξασθενίσει καθόλου.

Ξεδιάλεξε μερικές από τις κορνιζαρισμένες φωτογραφίες, εκείνες που πίστευε ότι κι αυτός θα ήθελε να τοποθετήσουν στο σπίτι τους, πριν ανοίξει την δεύτερη κούτα, όπου πάνω της, με μαύρο μαρκαδόρο, ήταν γραμμένο με τον βιαστικό, σχεδόν τσαπατούλικο, γραφικό του χαρακτήρα, το όνομά του. Εκεί μέσα ανακάλυψε τις σημειώσεις του και όσο τις έβγαζε χαμογελούσε, πιάνοντας τον εαυτό της να χαζεύει σκόρπιες λέξεις στα γραπτά του. Μέχρι που, το χέρι της έπιασε κάτι σκληρό που ήταν σίγουρη πως δεν ήταν ούτε χαρτί, μα ούτε και βιβλίο. Κοίταξε μέσα στην κούτα και απόρησε με το περιεχόμενό της.

Δέκα κεριά, μεσαίου μεγέθους, με καμένα φυτίλια, βρισκόντουσαν στον πάτο του χαρτόκουτου. Παραξενεύτηκε και κατάλαβε πως την είχαν παρατήσει ανάποδα, όταν είδε γραμμένο «πάνω μέρος» κι ένα βελάκι να δείχνει προς το πάτωμα. Έβγαλε τα κεριά από μέσα και τα παρατήρησε για μερικές στιγμές. Τα οχτώ ήταν αρωματικά και χρωματιστά, ενώ τα δύο, εκείνα που ήταν περισσότερο καμένα, λευκά και άοσμα. Τα κοίταζε με εξιχνιαστικό βλέμμα, καθώς θυμόταν πως της είχε δηλώσει ότι δεν του άρεσαν τα κεριά. «Μου φέρνουν δύσπνοια» τον άκουσε, με την φαντασία της, να λέει, όταν, το προηγούμενο βράδυ, τον είχε παρακαλέσει ν’ ανάψει το φρεσκοαγορασμένο κερί κι εκείνος της το είχε αρνηθεί επίμονα.

Πάλεψε για ώρα με τον εαυτό της και τον λογισμό της. Ήθελε να τον πάρει τηλέφωνο και να τον ρωτήσει γιατί υπήρχαν εκείνα τα καμένα κεριά στα πράγματά του, όταν ο ίδιος, το προηγούμενο βράδυ, δεν την είχε αφήσει να ανάψει ένα κερί για να αλλάξει ατμόσφαιρα και άρωμα ο χώρος. Συγκρατήθηκε. Υποσχέθηκε στον εαυτό της πως θα τον περίμενε να επιστρέψει στο σπίτι, πριν κάνει οποιαδήποτε συζήτηση κι ύστερα συνέχισε να βγάζει πράγματα από τις κούτες, να τα ξεδιαλέγει και να τα τακτοποιεί. Ο νούς της, όμως, δεν μπορούσε να ξεκολλήσει από τα κεριά που, πλέον, βρισκόντουσαν πάνω στο οβάλ, μακρόστενο τραπεζάκι του σαλονιού.

Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει για τα καλά, όταν άκουσε κλειδιά στην πόρτα. Παράτησε στην μέση το ξεσκόνισμα και πήγε να τον υποδεχτεί. Της χαμογέλασε. Λίγο πριν τα χείλη του ακουμπήσουν στα δικά της, το βλέμμα του έπεσε πάνω στο τραπεζάκι και στα δέκα κεριά που τον περίμεναν εκεί.

«Πού τα βρήκες αυτά, Κλειώ;» την ρώτησε έκπληκτος.

«Στην κούτα με τις σημειώσεις σου!» του απάντησε, εμφανώς νευριασμένη. Κάτι πήγε να πει ο Μάνος, μα η Κλειώ δεν τον άφησε. «Γιατί έχεις τόσα κεριά, ενώ δεν σου αρέσουν; Δεν μπορώ να καταλάβω…» πρόλαβε να πει, πριν τη διακόψει μ’ ένα νεύμα του χεριού του. Τον είδε να κατευθύνεται προς το τραπεζάκι. Γονάτισε. Με χέρια που έτρεμαν, άρχισε ν’ αγγίζει ένα – ένα τα κεριά. Κάθε που πλησίαζε ένα στο πρόσωπό του, έκλεινε τα μάτια κι ένα αχνό χαμόγελο σχηματιζόταν στα χείλη του.

Η Κλειώ τον παρατηρούσε με προσοχή. Δεν ήθελε να διακόψει τη μικρή του ιεροτελεστία. Τα μάτια της ακολουθούσαν τα χέρια του. Όλη τους την πορεία από τη στιγμή που τα δάχτυλά του άγγιζαν το παγωμένο γυαλί που πλαισίωνε το μισοκαμένο κερί, τη διαδρομή του προς το πρόσωπο, την εισπνοή και ύστερα την αργή επιστροφή του προς το τραπέζι.

«Μπορείς, σε παρακαλώ, να μου εξηγήσεις, τι είναι αυτά τα κεριά;» ρώτησε η Κλειώ με φωνή που έτρεμε, περισσότερο από φόβο παρά από νεύρα.

«Είναι όλη μου η ζωή…» απάντησε ο Μάνος, με ραγισμένη φωνή και μάτια γεμάτα δάκρυα, πριν της ζητήσει να του φέρει ένα ποτήρι κρασί, γιατί πίστευε πως τα πόδια του δεν τον κρατούσαν και πως θα κατέρρεε αν επιχειρούσε να κάνει την διαδρομή προς την κουζίνα. Του έγνεψε καταφατικά. Ένα χαμόγελο χαρμολύπης σχηματίστηκε στο πρόσωπό του, καθώς την παρατηρούσε να απομακρύνεται, σχεδόν γλιστρώντας πάνω στο βαθύ μπλε πλακάκι του σαλονιού και να χάνεται πίσω από την πόρτα της κουζίνας.

***

Κάποτε είχα γνωρίσει την Άννα. Πάνε καμιά δεκαριά χρόνια από τότε κι όμως, η εικόνα της, στις αναμνήσεις μου, δεν έχει ξεθωριάσει ακόμη. Πανέμορφη ήτανε. Με απίστευτα βαθιά και γαλάζια μάτια. Μοσχοβολούσε ολόκληρη πορτοκάλι. Σαν κι ετούτο εδώ. Κάτσε. Θα τα βάλω σε σειρά για να καταλάβεις. Πρώτο κερί. Εσπεριδοειδή. Φορούσε ένα τέτοιο άρωμα, παρεμφερές, όταν σκόνταψε πάνω μου, δέκα χρόνια πριν. Κολλάει ο λαιμός μου. Γι’ αυτό σου ζήτησα το κρασί.

Δεν ξέρω πώς, δεν ξέρω πού βρήκα την δύναμη, να ζητήσω , από εκείνη την άγνωστη που με είχε τρακάρει, πεζή, σε κάποιον ανώνυμο δρόμο, να βγούμε ραντεβού. Και το αστείο είναι πως δέχτηκε. Και βγήκαμε. Η Άννα δεν έπινε. Βγάλαμε όλο το βράδυ συζητώντας, γελώντας, πειράζοντας ο ένας τον άλλο και πίνοντας γρανίτα φράουλα. Γελάω με τα χάλια μου. Γι’ αυτό και τούτο, μυρίζει φράουλα. Από το πρώτο μας φιλί, που είχε αυτή την γεύση. Ένα φιλί που δώθηκε σ’ ένα παγωμένο παγκάκι, ένα κρύο, μαγιάτικο, χάραμα. Το κράτησα για να θυμάμαι πώς έψαχνα, όλο το βράδυ, το θάρρος για να της δώσω εκείνο το φιλί.

Ύστερα… Γιασεμί. Ευωδίαζαν γιασεμιά τα παρτέρια στην παλιά μου γειτονιά, στο παλιό μου σπίτι, τα καλοκαίρια που είχα το παράθυρο του υπνοδωματίου ανοιχτό, μα μόνο εκείνο, το συγκεκριμένο, βράδυ, θα μπορούσα να τα έχω απολαύσει τόσο πολύ. Αυτό το κερί μυρίζει γιασεμί και συμβολίζει την πρώτη φορά που κάναμε έρωτα με την Άννα. Είχαν περάσει δύο μήνες από το πρώτο μας ραντεβού, είχε καλοκαιριάσει για τα καλά, ήμασταν έξω, γυρίσαμε σπίτι μου και δεν αντισταθήκαμε στο πάθος που εκδηλώθηκε μόλις κλείσαμε πίσω μας την πόρτα.

Το ξέρω ότι σε πειράζει η κανέλα, γι’ αυτό μην το φέρεις πολύ κοντά σου, το τέταρτο κερί. Έτσι μύριζε το πρώτο μας σπίτι, όταν αποφασίσαμε να αφήσουμε τα πατρικά μας και να μετακομίσουμε μαζί. Κάθε που χάραζε, το σπίτι πλημύριζε απ’ αυτή τη μυρωδιά. Ο φούρναρης της γειτονιάς ήταν μερακλής κι είχαμε την τύχη, να έχουμε τον φούρνο κάτω από το μικρό μας διαμέρισμα. Αξημέρωτα ξυπνούσε κάθε πρωί η Άννα κι έτρεχε για ν’ αγοράσει τα πιο ζεστά και τα πιο μυρωδάτα μπισκότα. Μας έφτιαχνε καφέ κι ύστερα με ξυπνούσε για να πούμε μια κουβέντα, να φάμε παρέα, να περάσουμε λίγο χρόνο μαζί, πριν ν’ αρχίσει για τα καλά η μέρα μας.

Η πρόταση γάμου δεν άργησε να έρθει. Ακόμη θυμάμαι το άγχος, τον κόμπο στο στομάχι, τον παγωμένο ιδρώτα που έτρεχε στο πρόσωπό μου και τις υγρές παλάμες, που κουβαλούσαν εκείνη την τεράστια ανθοδέσμη με τα τριαντάφυλλα. Μοσχοβολούσε τριαντάφυλλο η ζωή μας, εκείνο το βράδυ που γονάτισα για να της ζητήσω το χέρι. Κάποτε ήμουν ρομαντικός στη ζωή μου και πίστευα πως έπρεπε να ζήσουμε το παραμύθι μας. Γι’ αυτό, το πέμπτο μου κερί, ευωδιάζει τριαντάφυλλο. Για εκείνο το βράδυ κι όσα το ακολούθησαν.

Το επόμενο είναι για εκείνα, ακριβώς, τα βράδια. Βανίλια, όπως μύριζαν τα σεντόνια μας. Η Άννα είχε μια τάση να πνίγει τα ρούχα στο μαλακτικό για να μοσχομυρίζουν και γι’ αυτό, την αγαπούσα λίγο περισσότερο. Το κράτησα για να θυμάμαι το βράδυ που κάναμε έρωτα κι έμεινε έγκυος. Απίστευτο βράδυ, που έχει ξεθωριάσει πια στη μνήμη μου. Όμως, το βράδυ, που κόντεψα να ξενυχτήσω στο γραφείο, κι άργησα να γυρίσω σ’ ένα σπίτι που μύριζε σοκολάτα απ’ το σουφλέ που μας είχε φτιάξει για να μου ανακοινώσει την εγκυμοσύνη, δεν κατάφερα ποτέ να το βγάλω από το μυαλό μου. Το έβδομο κερί μυρίζει σοκολάτα, για να μου θυμίζει το βράδυ που ήρθα αντιμέτωπος με όλες τις νέες προοπτικές που εμφανίστηκαν στη ζωή μου.

Αναγκαστικά ο γάμος επισπεύστηκε. Μην φανταστείς τίποτα ιδιαίτερο. Στο δημαρχείο, με τους δικούς μας και δυο – τρεις φίλους. Βάλαμε τις υπογραφές μας, βγάλαμε μερικές φωτογραφίες κι ύστερα πήγαμε σ’ ένα παγωτατζίδικο, που έχει πια κλείσει, εκεί δίπλα. Φάγαμε παγωτό φιστίκι απ’ το ίδιο χωνάκι. Αντί για τούρτα. Ξέρεις. Αρνιόμασταν να σταματήσουμε να ζούμε το παραμύθι μας. Κι ύστερα…

***

«Ύστερα;» τον παρότρυνε η Κλειώ να συνεχίσει μα ο Μάνος αναστέναξε κι απόμεινε σιωπηλός να κοιτάζει τα οχτώ κεριά που είχε βάλει στην σειρά, πάνω στο τραπέζι. «Ύστερα…» μονολόγησε, πριν πιάσει στα χέρια του το ένατο κερί. «Ύστερα, είναι το τέλος…» κατέληξε, πριν της διηγηθεί, πως εκείνο, το συγκεκριμένο, κερί το είχε ανάψει όταν η Άννα ήταν στο νοσοκομείο κι εκείνος προσευχόταν να σωθεί. Οι γιατροί του είχαν πει πώς δε θα κέρδιζε εκείνη την καταραμένη αρρώστια που είχε εμφανιστεί τόσο ξαφνικά κι έτρωγε ό,τι έβρισκε μπροστά της. Πίστευε ότι δε θα μπορούσε να ζήσει χωρίς την Άννα. Ότι δε θα άντεχε τη ζωή του. Του είχαν πει ότι έπρεπε να της πάρουν το παιδί, ότι για εκείνο υπήρχε μια πολύ μικρή ελπίδα, μα όλες οι πιθανότητες ήταν εναντίον τους.

«Όλοι οι γιατροί ήταν απαισιόδοξοι κι εγώ είχα χάσει κάθε ελπίδα. Άναβα κεριά και προσευχόμουν για ένα θάυμα. Το τελευταίο κερί, το άναψα το βράδυ που τους έχασα. Δεν τα κατάφεραν. Ούτε εκείνη, ούτε το μωρό. Εκείνη την ημέρα συνειδητοποίησα πως όλα τελείωσαν κι εκείνη την ημέρα σταμάτησα να πιστεύω στα παραμύθια…»

Η Κλειώ τον έσφιξε στην αγκαλιά της και τον άφησε να ξεσπάσει. Δεν είχε σταματήσει να δακρύζει ο Μάνος, καθ’ όλη τη διάρκεια της αφήγησης μιας ζωής που είχε τελειώσει, μα δεν ήθελε να αποχωριστεί. Εκείνη του χάιδευε τα μαλλιά και του ψιθύριζε λόγια αγάπης, χωρίς να προσπαθεί να σταματήσει τα δάκρυα που κυλούσαν από τα μάτια της, στα μαγουλά της. Πέρασε ώρα μέχρι να ακουστεί η ραγισμένη της φωνή, η οποία αναδύθηκε με κόπο από την σιωπή που την έπνιγε.

Γιατί δε μου τα είπες όλα αυτά, νωρίτερα;» τον ρώτησε, έχοντας χάσει το παιχνιδιάρικο σπινθήρισμα από τη φωνή της. Κάτι που έκανε τον Μάνο να καταλάβει ότι εκείνη τους η συζήτηση, ίσως και να ήταν η σοβαρότερη απ’ όσες είχαν κάνει κι ίσως κι απ’ όσες, μελλοντικά, θα έκαναν.

Ξεφύσησε εκείνος, δίχως να την κοιτάξει, ενώ προσπαθούσε να ελέγξει τον σφυγμό του και την κοφτή του ανάσα. «Δεν ξέρω… Φοβόμουν! Φοβόμουν να τα μοιραστώ μαζί σου όλα αυτά. Φοβόμουν να τα σκεφτώ, πόσο μάλλον να μιλήσω σ’ εσένα. Γι’ αυτό και τα κεριά ήταν θαμμένα, ακριβώς όπως ήταν και στο μυαλό μου. Είναι βαρύ το φορτίο, βαρύ, πολύ βαρύ για να το εναποθέσω στους δικούς σου ώμους. Δεν ήθελα να πιστέψεις, ούτε στιγμή, πως είσαι το δεκανίκι μου. Εσένα, σε θέλω στη ζωή μου δίπλα μου, κι όχι να πιαστώ από πάνω σου για να ζήσω. Φοβόμουν ότι αν σου μιλούσα, αυτό ακριβώς θα νόμιζες για ‘μενα. Έτσι τα έκρυψα όλα και προσπάθησα να φτιάξω μια όμορφη και νέα ζωή μαζί σου…»

Η Κλειώ τον έσφιξε λίγο παραπάνω. «Δεν υπάρχει δεκανίκι σ’ αυτές τις περιπτώσεις. Η Άννα και το αγέννητο παιδί σου, θα ζουν για πάντα μέσα σου. Απλώς, τώρα έκανες χώρο και για μένα και στη ζωή σου, μα και στην καρδιά σου. Όταν γνωριστήκαμε μου είχες πει ότι έχεις περάσει δύσκολα και το σεβάστηκα. Γι’ αυτό και δεν σε ρώτησα ποτέ τίποτα. Ούτε όταν πήραμε την απόφαση, να παντρευτούμε, μέσα στον έρωτά μας, αλλά ούτε και όταν μου ζήτησες να σχεδιάσουμε το σπίτι μας. Ήξερα πως αυτή θα ήταν η ιστορία μας και η κατάληξή μας, από την μέρα που σε πρωταντίκρισα κι από τότε έχουν περάσει σχεδόν τρία χρόνια. Το σκεφτόμουν και το πρωί. Ποτέ δεν μ’ ένοιαζε το «πριν» σου, ούτε και το φοβομουν. Τώρα, όμως, μπορώ να το σεβαστώ και να σου δώσω απλόχερα τον χρόνο και τον χώρο που χρειάζεσαι. Τώρα, πραγματικά, θα μπορώ να είμαι για πάντα δίπλα σου!».

Ο Μάνος πέρασε τα χέρια του γύρω της και την τράβηξε κοντά του. Έγειρε το κεφάλι του προς τ’ αριστερά, καθώς παρατηρούσε τα βουρκωμένα της μάτια. Χαμογέλασε ανεπαίσθητα όταν είδε εκείνο το παιχνιδιάρικο σπινθήρισμα, στο βλέμμα της. Την φίλησε με πάθος.

Ώρα αργότερα, όταν το φιλί είχε πια τελειώσει, πήρε στα χέρια του το κερί, εκείνο που μύριζε λεβάντα, εκείνο που είχαν αγοράσει το προηγούμενο απόγευμα και το άφησε πάνω στο τραπέζι. Ψάρεψε τον αναπτήρα του μέσα από την τσέπη του και το άναψε. Είχε καταφέρνει ν’ ανάψει κερί μετά από αμέτρητα χρόνια κι εκείνη τη στιγμή, μια άγρια χαρά πλημμύρισε την ψυχή του.

Σφιχταγκάλιασε την Κλειώ κι ύστερα, παρέα με κρασί, κάθισαν όλο το βράδυ να κοιτάνε την φλόγα του κεριού που έκαιγε ήρεμα, φωτίζοντας απόκοσμα το μισοστημένο σαλόνι τους. Τα σώματα και τα μάτια τους έλεγαν πια όσα, εκείνες τις στιγμές, τα στόματα, οι λέξεις και οι ήχοι, αδυνατούσαν να εκφράσουν.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook