Κοντεύει μεσημέρι. Δεν ξέρω την ακριβή ώρα μιας και το πάπλωμα είναι τυλιγμένο από τις άκρες των ποδιών μου μέχρι το τέλος του τριχωτού του κεφαλιού μου. Βρίσκομαι κουλουριασμένη και άυπνη στην ίδια στάση εδώ και ώρες σε μια γωνιά του διπλού ξύλινου κρεβατιού. Δεν έχω τολμήσει ούτε πλευρό να γυρίσω, νιώθω το σώμα μου να πονάει αλλά το προτιμώ από το να κάνω έστω τον παραμικρό ήχο που θα πυροδοτήσει ξανά τον εφιάλτη. Η αναπνοή μου ίσα που ακούγεται, άτονη χωρίς ολοκληρωμένες ανάσες αλλά η καρδιά μέσα στο στήθος μου κοντεύει να γίνει κομμάτια, οι χτύποι της είναι τόσο δυνατοί που την αισθάνομαι να καίει μέσα στα σωθικά μου, νομίζω πως δεν θα αντέξει άλλο και θα πεταχτεί από το σώμα μου κάποια στιγμή. Άντεξα άλλο ένα βράδυ με εκείνον να κοιμάται πλάι μου αλλά ακόμη και τώρα που ξύπνησε και πήγε στο μικρό εργαστήρι που έχει φτιάξει στο δίπλα δωμάτιο τίποτα δεν μοιάζει να καλυτερεύει. Ο κίνδυνος είναι εδώ και μας χωρίζει μονάχα ένας τοίχος. Ένας τοίχος που δεν μπορεί να με προστατέψει από τα κατακόκκινα ματωμένα μάτια του.

Ένα μήνα πριν ήμουν το πιο χαρούμενο πλάσμα στον κόσμο, πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωθα ολοκληρωμένη και ευτυχισμένη. Μετά από ένα χρόνο σχέσης με τον Δημήτρη τον άνθρωπο που ερωτεύτηκα με όλη μου την ψυχή, που με έκανε να πιστέψω στην αμοιβαιότητα της αγάπης και μου χάριζε τις πιο υπέροχες στιγμές που είχα ζήσει σε ολάκερη την ύπαρξη μου μετακομίζαμε στο νέο μας σπίτι. Όλα ήταν τέλεια. Εκείνος, η όμορφη μικρή νεοκλασική μονοκατοικία λίγο έξω από την Αθήνα που ενθουσίασε και τους δύο μας από το πρώτο λεπτό που πατήσαμε το πόδι μας μέσα. Ο Δημήτρης καλλιτέχνης, για την ακρίβεια ζωγράφος, ενώ εγώ τελείωνα την πρακτική μου στην νοσηλευτική και δούλευα περιστασιακά κάνοντας την αποκλειστική σε κλινικές. Δεν ήταν εύκολο να τα βγάλουμε πέρα οικονομικά αλλά με αμοιβαίες υποχωρήσεις και σωστή διαχείριση καταφέραμε επιτέλους να μείνουμε μαζί. Πόσο όμορφα ήταν όλα τότε Θεέ Μου, σκεφτόμουν κουλουριασμένη στο κρεβάτι ακούγοντας τον δίπλα να γρατζουνάει τα πινέλα του πάνω στον καμβά τρέμοντας ολόκληρη.

Νομίζω ότι το κακό ξεκίνησε περίπου μια εβδομάδα μετά την μετακόμιση. Θυμάμαι την νύχτα που τα πρώτα σημάδια άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους. Καθόμασταν στην τραπεζαρία και εγώ είχα ετοιμάσει ένα δείπνο για δύο, είχα φροντίσει να φτιάξω ρομαντική ατμόσφαιρα σαν αυτά που βλέπουμε στις ταινίες. Κεριά σε σχήμα καρδιάς πάνω στο τραπέζι, μερικά ροδοπέταλα και είχα βάλει όλη μου την μαεστρία ώστε να ετοιμάσω το αγαπημένο του ψητό στον φούρνο. Δεν είχαμε επέτειο ούτε γιορτάζαμε κάτι απλά ήθελα να τον ευχαριστώ με κάθε τρόπο και να του δείχνω πόσο τον ευγνωμονώ που υπάρχει στη ζωή μου και με αγαπάει τόσο πολύ. Όλα κυλούσαν όπως τα είχα φανταστεί, τρώγαμε και γελούσαμε κάνοντας τα δικά μας αστεία και όνειρα για το κοινό μας μέλλον. Μέχρι που με την άκρη του ματιού μου παρατήρησα τα κεριά που στόλιζαν το τραπέζι. Το βλέμμα μου σταμάτησε κάποια δευτερόλεπτα και ξέμεινε χαμένο εκεί να τα κοιτάζει.
-Είσαι καλά αγάπη μου;
-Ναι μια χαρά.

Απάντησα δήθεν αδιάφορα αλλά δεν ήμουν.

Οι φλόγες των κεριών δεν ήταν φυσιολογικές. Τις έβλεπα να κινούνται αριστερά και δεξιά σαν να τις χτυπούσε αέρας μόνον που κάθε παράθυρο στο σπίτι ήταν κλειστό. Σχήματα αλλόκοτα άρχισαν να σχηματίζονται και τα φιτίλια των κεριών είχαν ξεκινήσει να έχουν μια περίεργη ένωση μεταξύ τους σαν όλα μαζί να έφτιαχναν ένα ακαθόριστο πλέγμα που δεν είχε συγκεκριμένο σχήμα μεν αλλά έμοιαζε πολύ με ανθρώπινο κρανίο. Άρχισα να ζαλίζομαι ενώ δεν είχα πιει ούτε μια γουλιά από το κρασί που υπήρχε στο τραπέζι.
-Μαρία είσαι εντάξει; Έχεις χλωμιάσει ολόκληρη;
Με ξαναρώτησε εκείνος.

Τότε τον κοίταξα αλλά το πρόσωπο που είδα δεν ήταν το δικό του. Ο άνθρωπος που καθόταν απέναντι μου είχε όλα τα χαρακτηριστικά του Δημήτρη μου, μόνο που τα μάτια του ήταν ματωμένα. Οι λοβοι του είχαν ένα έντονο κόκκινο χρώμα και οι κόρες του ήταν πιο έξω από το φυσιολογικό. Θα έλεγε κανείς πως αν εκείνη την ώρα δάκρυζε θα έβγαζε αίμα και όχι κανονικά δάκρυα. Πετάχτηκα από το τραπέζι και έτρεξα στο δωμάτιο χωρίς να σκεφτώ κάτι παραπάνω. Εκείνος έμεινε να με κοιτάει με απορία με τα αιματοβαμμένα μάτια του να καρφώνουν κάθε σπιθαμή μου.

Στην αρχή νόμιζα ότι τρελάθηκα ότι άρχισα να χάνω το μυαλό μου και ότι έχω παραισθήσεις. Δεν του είπα τίποτα εκείνο το βράδυ προφασίστηκα απλά πως με έπιασε ζαλάδα και έληξα το θέμα έτσι. Εξάλλου ακόμη δεν ήξερα. Εκείνος με προέτρεψε να ξεκουραστώ και πήγε στο καμαράκι που μετατρέψαμε σε εργαστήρι ζωγραφικής να δουλέψει.

Δυστυχώς όμως η κατάσταση χειροτέρευε δραματικά. Λίγες μέρες αργότερα γυρνώντας από το νοσοκομείο μπαίνοντας στο σπίτι ο χώρος έδειχνε διαφορετικός. Όχι δεν υπήρχε κάποια αλλαγή στα έπιπλα η την διακόσμηση αλλά η μυρωδιά και η αίσθηση ήταν απόκοσμη. Λιβάνι αυτό μύριζε έντονα σε κάθε γωνιά του σπιτιού. Θυμόμουν τα λόγια της γιαγιάς μου που πάντα έπαιρνα στην πλάκα “Αν μυρίσεις λιβάνι κόρη μου, χωρίς κάποιος να λιβανίζει ο θάνατος και το κακό είναι κοντά σου”. Εκείνος ήταν κλεισμένος στο εργαστήρι του και προσπαθούσε μέρες τώρα να τελειώσει ένα πορτρέτο μιας νέας γυναίκας με ξανθά μαλλιά που κρατούσε στα χέρια της ένα βιβλίο. Μπήκα μέσα σχεδόν αλαφιασμένη αλλά καλύτερα να μην είχα μπει. Η μυρωδιά όσο τον πλησίαζα ήταν όλο και πιο έντονη τρυπούσε τα ρουθούνια μου και μου έφερνε μια περίεργη ζάλη που άλλοτε δεν είχα νιώσει παρόμοια.
-Καλώς το μωρό μου. Μαγείρεψα εγώ σήμερα που δούλευες όλη μέρα.

Αποκρίθηκε ενώ ζωγράφιζε με μανία. Γύρισε και με κοίταξε έκανε να σηκωθεί να με αγκαλιάσει και τότε είδα το πρόσωπο του από κοντά. Εκεί που κάποτε βρίσκονταν τα μάτια που λάτρευα πλέον στην θέση τους ήταν δύο κόκκινες τρύπες. Μόνο έτσι μπορώ να το περιγράψω. Το καστανό τους χρώμα είχε χαθεί ενώ κατακόκκινα αγγεία έτοιμα να σπάσουν είχαν αγκαλιάσει όλη την επιφάνεια τους. Η φωνή του ήταν αλλιώτικη. Αντηχούσε στα αυτιά μου σαν να ερχόταν από μίλια μακριά. Κοκάλωσα τα άκρα μου είχαν γίνει ένα με το πάτωμα και οι μυείς μου δεν μπορούσαν να κουνηθούν είχα παγώσει ολόκληρη. Ακούμπησε τα χέρια του απαλά στο πρόσωπο μου χαμογελώντας μου. Μόνο που το χαμόγελο του ήταν διαφορετικό και αυτό, απειλητικό και χαιρέκακο. Και το λιβάνι να καίει τα σωθικά μου να μυρίζει θάνατο σε κάθε του άγγιγμα «Σου αρέσει ο πίνακας αγάπη μου; Σχεδόν τον τελείωσα.” Κοίταξα δειλά την ζωγραφιά με την ξανθιά κοπέλα. Δεν είναι δυνατόν σκέφτηκα ενώ το μυαλό μου άδειαζε και η καρδιά μου έσπαγε. “Τα μάτια της” Του είπα. “Τα μάτια της στάζουν κόκκινα δάκρυα, τα μάτια της είναι ματωμένα.”

Έφυγα από το δωμάτιο σχεδόν τρέχοντας. Μάλλον ο εγκέφαλος μου επιτέλους έδωσε το σήμα στο σώμα μου να κουνηθεί. Κλείστηκα στην κρεβατοκάμαρα. Ξάπλωσα στο κρεβάτι και οι λυγμοί μου δεν μπορούσαν να σταματήσουν. “Ποιος είναι αυτός; Τι απέγινε ο άνθρωπος μου; Πώς θα ξεφύγω;” Επαναλάμβανα ρυθμικά στο κεφάλι μου αλλά όλα είχαν παγώσει. Λιβάνι παντού. Το σώμα μου ολόκληρο έζεχνε λιβάνι. Το κακό έμπαινε μέσα μου. Το ένιωθα το έβλεπα καθαρά πλέον.

Λίγα λεπτά πέρασαν μα φάνηκαν αιώνες όταν άκουσα την πόρτα να ανοίγει κ εκείνον να μπαίνει μέσα. Καταράστηκα την ώρα και την στιγμή που δεν είχαμε τοποθετήσει κλειδιά στις πόρτες. Η άγνωστη για εμένα πλέον φωνή του άρχισε να ακούγεται. Τα μισά δεν τα καταλάβαινα καν τα αυτιά μου βούιζαν και κάθε φορά που ξεχνιόμουν και τον κοιτούσα έβλεπα τις μικρές κόκκινες φλέβες στα μάτια του ολοένα να μεγαλώνουν μέχρι που γίνονταν αίμα κανονικό. Αίμα που σκέπαζε το βλέμμα του, φρέσκο και κόκκινο έτοιμο να πεταχτεί προς το μέρος μου. Τα λόγια του μπερδεμένα. Λόγια που δεν ήθελα να ακούσω. “Θα μου πεις επιτέλους τι διάολο έχεις πάθει και φέρεσαι έτσι; Έχεις χάσει τα λογικά σου; Μήπως κουράζεσαι στην δουλειά; Κοίτα να συνέλθεις γιατί η κατάσταση έχει ξεφύγει. Αυτό σου λέω μόνο.” Είπε καθώς έκλεισε την πόρτα πίσω του κοιτάζοντας με τα τρομακτικά του μάτια που τώρα είχαν μια λάμψη επίσης. Ένα ανατριχιαστικό κόκκινο φως τα κάλυπτε.

Οι μέρες δεν περνούσαν και εκείνος ήταν συνέχεια στο σπίτι. Στην δουλειά σταμάτησα να πηγαίνω μιας και εκείνος μου ζήτησε να κάνω μια παύση ώσπου να τελειώσει τον πίνακα γιατί δεν μπορούσε να με πηγαίνει πλέον και μέσα μεταφοράς από το μέρος που εμένα δεν υπήρχαν έτσι προσπαθούσα να βρω το σχέδιο διαφυγής μου. Ήξερα πως αν έφευγα θα με ακολουθούσε, έπρεπε να βρω την τέλεια στιγμή για να το κάνω. Από την κάμαρα μου έβγαινα σπάνια. Μόνο για να φάω κάτι ώστε να έχω δυνάμεις γιατί ο εγκέφαλος μου αδυνατούσε να κατανοήσει όλο αυτό που συνέβαινε. Πήρα κρυφά ένα μαχαίρι και το έβαλα κάτω από την πλευρά μου στο στρώμα. Πλέον το σπίτι ήταν ένα άλλο μέρος που μόνο σπίτι δεν το έλεγες. Πέρα από την μυρωδιά που πλέον έγινε ένα με τα σωθικά μου, τα έπιπλα πολλές φορές τα έβλεπα διαστρεβλωμένα, το ίδιο και τα φώτα τρεμόπαιζαν και έπαιρναν μορφές που δεν είχα ξαναδεί. Έπρεπε όμως να ξεφύγω. Θυμόμουν τα λόγια της γιαγιάς μου “Λιβάνι” “Κακό” “θάνατος”. Και εκείνος να παρατηρεί κάθε μου κίνηση με το αγριεμένο πλέον πρόσωπο του, με τις ματωμένες τρύπες που κάποτε εκεί βρίσκονταν τα μάτια του. Όλα του τα χαρακτηριστικά πλέον διαστρεβλωμένα. Μια μορφή που δεν ήξερα, ένα πλάσμα που δεν μπορούσα να αντικρίσω πια. Κάθε του λέξη με τρόμαζε έπρεπε να βγω από την αδράνεια να κάνω κάτι να σωθώ. Αυτός ο άντρας δεν ήταν ο σύντροφός μου και το ήξερα καλά. Τα βράδια δεν κοιμόμουν γυρνούσα από την άλλη και με το χέρι πάντα σε ετοιμότητα για το μαχαίρι. Την μόνη προστασία που είχα.

Έτσι με βρήκε και σήμερα η μέρα. Άυπνη και σκεπασμένη κάτω από το πάπλωμα. Να παλεύω ακόμη και για μια ανάσα. Γεμάτη φόβο. Σηκώθηκα όσο πιο αθόρυβα μπορούσα. Πλησίασα τον καθρέφτη και τότε είδα το είδωλο μου. Στην αρχή νόμιζα πως έφταιγε η αϋπνία αλλά καθώς πλησίασα είδα καλύτερα. Άρχισα να ουρλιάζω με όση δύναμη είχα στα σωθικά μου. “ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ!! ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ ΣΤΑΖΟΥΝ ΑΙΜΑ!” Τον άκουσα να έρχεται έτρεξα στο κρεβάτι και έπιασα το μαχαίρι κάλυψα όλο μου το κορμί ξανά. Η πόρτα άνοιξε και εγώ κάτω από τα σκεπάσματα τον ικέτευα να μην με πειράξει. Μέσα σε ένα λεπτό του τα είπα όλα για τα ματωμένα μάτια, το λιβάνι, το σπίτι που είχε πάρει σχεδόν ζωντανή μορφή. Όλα! Με φωνή που με το ζόρι έβγαινε είχε βραχνιάσει. Όσα είχα δει, όσα είχα, έβγαιναν σαν οχετός από μέσα μου μαζί με ικεσίες. “Σε παρακαλώ πες μου τι μου έκανες!!! Έγινα και εγώ σαν και εσένα!!!Γιατί!!!”
Σήκωσε απαλά το πάπλωμα. Το χέρι μου έτρεμε κρατώντας το μαχαίρι αν και πλέον ήταν αργά πλέον είχα μετατραπεί και εγώ. “Άσε με να σου εξηγήσω και πρώτα από όλα άσε κάτω το μαχαίρι.” Είπε ήρεμα.

-Μαράκι μου, τόσο καιρό νόμιζα ότι έχανες το μυαλό σου. Για αυτό κιόλας σου είπα πως δεν θέλω να πηγαίνεις στη δουλειά για λίγο διάστημα. Ούτε ματωμένα μάτια υπάρχουν, ούτε πορτρέτα παραμορφωμένα. Απλά συμβαίνουν δύο πράγματα. Πρώτον αυτό το τσίγκινο κουτάκι που βάζεις τόσο καιρό στο φαγητό δεν έχει μέσα ρίγανη και δεύτερον αυτό που μυρίζεις δεν είναι λιβάνι. Βρε μωρό μου ήθελα απλά να τελειώσω τον πίνακα ένα, δύο τσιγάρα έκανα μπας και τον στείλω επιτέλους στην ρημαδοεκθεση. Ξέρω κοκκινίζει λίγο τα μάτια άσε που φέρνει και παραισθήσεις αλλά δεν φαντάστηκα και τέτοια ζημιά. Μα το έριξες και μέσα στο φαΐ και εσ…..
-ΤΡΕΧΑ ΠΟΥΣΤΗ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙΣ ΣΕ ΣΚΟΤΩΣΑ!!!!

Φήμες λένε ότι κάτω εκ του ενός από τα “ματωμένα μάτια” του Δημήτρη υπάρχει μια μπρορντοροδομωβ μελάνια που θα κάνει πολύ καιρό να φύγει…