Αυτό το αστείο με την κασέτα και το στυλό πρέπει να σταματήσει κάποτε, νταξ; Ναι, ωραία, ξέρουμε τι χρησίμευε το στυλό σε μια κασέτα, επίσης ξέρουμε τι είναι κασέτα! Αλλά αποκλείεται να έχουμε μνήμες από τα δύο μας δηλαδή; Αμέσως να μας κολλήσετε την ετικέτα του μεσήλικα plus! ‘Όπου το plus όπως θέλει ο καθένας το ερμηνεύει…

Το ότι έχω παιδί στα 30 δεν σημαίνει απολύτως τίποτε, σύμφωνοι; Πολυμικροπαντρεύτηκα, άσε που κάποιος παλιά είχε υπαινιχθεί ότι μπορεί να’χω και τσιγγάνικες ρίζες που τεκνοποιούν στα 12. Άρα;

Όχι ρε φίλε, δεν είμαι ακόμη ηλικιωμένη (γριά το λένε στο χωριό μου) και να σου πω κάτι; Δεν έχω σκοπό να γίνω ποτέ! Τώρα αν τυχαίνει να θυμάμαι, αμυδρά πάντα, κάποια πραγματάκια από άλλες εποχές είναι που έχω μνημονικό που επιδέχεται επιστημονικής έρευνας, μέχρι και τον ομφάλιο λώρο της μάνας μου θυμάμαι να μου σφίγγει τον αριστερό γοφό! Οστις εμειδίασε διαγράφεται αυφθορεί και παραχρήμα! Να, βλέπεις τώρα; Κάτι τέτοια πετάω ένθεν κακείθεν και ΠΟΤΕ ΚΑΝΕΙΣ δεν σκέφτηκε «τι τέρας μορφώσεως!», όλοι ΜΑ ΟΛΟΙ «την καημένη έχει μείνει στην εποχή που πήγαινε στο οκτατάξιο! Δώστε ρε γομάρια μια θέση στην κυρία!». Και ενώ μέσα στο κεφάλι μου έχει ξεκινήσει να απασφαλίζει πυρηνικός αντιδραστήρας από τα νεύρα, όοοοοοοοοοοχι ρε!!! Δεν θα σας την κάνω τη χάρη! Ψύχραιμα βγάζω από την τσάντα το smartphone, για να δείτε σκατόπαιδα, ό,τι κάνετε εσείς μπορώ και ΞΕΡΩ να το κάνω κι εγώ! Συγχρόνως βγάζω και τα γυαλιά πρεσβυωπίας αλλά ας μην το θίξουμε τώρα αυτό, εντάξει; Ίσως σε καμιά 15αριά χρόνια από τώρα να επανέλθουμε.

Ώρες ώρες νιώθω σαν τον λεγεωνάριο μετά από επίθεση του Οβελίξ, ξαπλωμένος ανάσκελα να παραληρεί «καταταχτείτε μας έλεγαν…», τύπου «κάνε παιδιά να δεις καλό». Ναι, όχι, άντε ναι. Αλλά φταίω κι εγώ. Τι σόι μύγα με τσίμπησε μια αποφράδα μέρα και αποφάσισα ότι θα έκανε καλό στην ψυχοκοινωνική τους ανάπτυξη να παραλληλίσω τα παιδικά τους χρόνια με τα δικά μου, ακόμα το ψάχνω. Κι άρχισε το επικότερο τρολλάρισμα όλων των εποχών!

“What do you mean δεν είχε ρεύμα στο χωριό του παππού ΕΚΕΙΝΗ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ;»
“I mean δεν είχε ρεύμα! Ούτε πρίζες στον τοίχο! Ούτε καλώδια μπουρδουκλωμένα σ’ όλο το σπίτι. Η γιαγιά μου μαγείρευε στην πυροστιά (βλέμμα κενό), νερό για μπάνιο ζεσταίναμε στο καζάνι με ξύλα. Δεν υπήρχε ψυγείο, δεν υπήρχε πλυντήριο, γενικά δεν υπήρχε ό,τι μπαίνει σε πρίζα»
«Οk mother, να τα δεχτώ όλα αυτά τα μεταφυσικά, δυο ερωτησούλες μόνο και το κλείνουμε: πρώτον ΠΩΣ ΜΠΑΙΝΑΤΕ ΣΤΟ ΙΝΤΕΡΝΕΤ και δεύτερον ΠΩΣ ΠΙΝΑΤΕ ΤΟ ΦΡΑΠΕ ΧΩΡΙΣ ΠΑΓΑΚΙΑ;;;;»

Βλαστημάω από μέσα μου, ακροβατώντας στην κόψη του ξυραφιού μεταξύ κοσμιότητας και βίαιου ξεσπάσματος επί δικαίων και αδίκων, που δεν πήγα ποτέ να παρακολουθήσω εκείνα τα μαθήματα Γιόγκα και Διαλογισμού που κέρδισα σε μια λαχειοφόρο……..
«Εχω κι άλλη απορία»
«Λέγε»
«Τηλέφωνο; Είχατε;»
«Ε, ναι ρε χαζό, φυσικά είχαμε. Μη νομίζεις, μόνο τα σπίτια δεν είχαν ρεύμα, τα κοινοτικά καταστήματα είχαν»
«Δεν σε παρακολουθώ mother»
«Το τηλεφωνείο είχε ρεύμα, είχε και τηλέφωνο, αμέ!»
«Ετσι το λέγατε τότε το τηλέφωνο; Τηλεφωνείο;»

Ημίωρο σεμινάριο με τίτλο «Οι τηλεπικοινωνίες στην Ελληνική ύπαιθρο των 60΄s». Εισηγήτρια η υποφαινόμενη ως έχουσα την ανάλογη εμπειρία.
«Μια φορά κι έναν καιρό σε κάθε χωριό υπήρχε ένα μικρό σπιτάκι. Μέσα κατοικούσαν ένα μαύρο τηλέφωνο και ένας άνθρωπος. Όποιος ήθελε να μιλήσει με κάποιον δικό του στο τηλέφωνο, πήγαινε στον καλό κύριο, του έδινε τον αριθμό, ο κύριος το έβαζε σε σειρά προτεραιότητας και με ύφος τουλάχιστον 50 καρδιναλίων του έδινε ένα χαρτάκι με την ώρα που θα τον συνέδεε για να μιλήσει, συνήθως 10 και 12 ώρες αργότερα».

Πέστε το αυτό σε ένα βλαστάρι σας σε φάση εφηβείας και θα δείτε την αντίδραση του δικού μου γιατί με λόγια δεν περιγράφεται, θέλει εικόνα.
Το χειρότερο ήταν πως όταν συνήλθε πρώτα από το σοκ και στη συνέχεια από τα γέλια μου έριξε την κατακεφαλιά με ύφος τέρμα συγκαταβατικό: «Δηλαδή μαμά (πάει το mother, είχε σοβαρό θέμα τώρα), εσύ εκείνη την εποχή ζούσες; Είσαι δηλαδή προπολεμική;».

Τι τα θέλω η ρουφιάνα κι τ’ ανακατεύω; Πάρε νάχεις τώρα που ήθελες να παραστήσεις τον Πάπυρος Λαρούς!
Αλλά δεν σταματάει εκεί η κατρακύλα και ο εξευτελισμός, όοοοοοοοοχι! Βάζω να ακούσω μια μουσικούλα να χαρεί λίγο η ψυχούλα μου Κυριακή πρωί με το καφεδάκι μου. Βγάζει το κεφάλι το κοριτσάκι μου το όμορφο (φτου σου κοπελάρα μου τώρα που σε ξαναβλέπω!) από την πόρτα και έχει μάτι τρομοκρατημένο.
«Τι έπαθες παιδάκι μου;»
«ποιος πέθανε μάνα;»
«κανείς παιδί μου, τι σ’ έπιασε;»
«ΤΟΤΕ ΡΕ ΜΑΝΑ ΓΙΑΤΙ ΑΚΟΥΣ ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΕΘΑΜΕΝΑΤΖΙΔΙΚΟ ΠΡΑΓΜΑ;»,
Εισπνοή… Εκπνοή…

«Αυτό το πεθαμενατζίδικο πράγμα είναι η Φλέρυ Νταντωνάκη στο Μεγάλο Ερωτικό του Μάνου Χατζηδάκι, αν έχεις ακουστά…»
Αριστερό φρύδι σηκωμένο στο Θεό, βλέμμα λοξό και μειδίαμα σαρκαστικό…
«Όχι, δεν έχω ακουστά, γεννήθηκα μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, σόρρυ…»

Η άλλη διάσταση της χαριστικής βολής!

Έτσι είσαστε τσογλανάκια; Ξαναφωνάξτε μαμά και θα κάνω πως δεν άκουσα (βαρηκοΐα λόγω του προχωρημένου της ηλικίας), ξαναφήστε ρούχα πεταμένα παντού και θα κάνω πως δεν τα είδα (καταρράκτης), ξαναφήστε το γατί ατάιστο και θα έχω οξεία οσφυαλγία, θα πάρω κι ένα μπαστούνι τάχα να στηρίζομαι κι όποιον πάρει ο Χάρος.

Εν κατακλείδι και για να μην το κουράζουμε, όποιος υπαινιχθεί κάτι για την ηλικία όσων θυμούνται πράγματα από τη δεκαετία του ’60, θα υποστεί τις συνέπειες και αναλαμβάνω την ευθύνη στο ακέραιο. Είμαι εδώ για σας συνομήλικοι! Ο αγώνας τώρα δικαιώνεται!
Εξάλλου δεν φταίμε εμείς που μεγαλώνουμε, φταίει η ζωή που είναι μικρή!