Τα προικιά

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Μία από τις αγαπημένες θείες των παιδικών μου χρόνων ήταν η θεία Αθανασία, μια μακρινή ξαδέλφη της γιαγιάς μου. Η θεία Αθανασία δεν είχε αποκτήσει παιδιά –είχε παντρευτεί μεγάλη, έτσι είχα ακούσει να λένε μερικές κουτσομπόλες φίλες της γιαγιάς μου- και ζούσε σε μία παλιά μονοκατοικία στο Μοσχάτο, μαζί με τον άντρα της, τον θείο Διονύση. Για εμάς τα παιδιά, το σπίτι της θείας Αθανασίας ήταν ο παράδεισός μας. Πολλές Κυριακές πηγαίναμε εκεί μαζί με τη γιαγιά και τους γονείς μας για να φάμε το μεσημέρι. Η θεία Αθανασία μαγείρευε ένα καταπληκτικό ψητό της κατσαρόλας, το οποίο συνόδευε ανελλιπώς με τηγανητές πατάτες και κεφτεδάκια, ενώ στο τέλος υπήρχε πάντοτε ένα καλοφτιαγμένο γλυκό από τα χεράκια της: χαλβάς, ραβανί, τούρτα μόκα ή σοκολάτα. Η θεία Αθανασία και ο θείος Διονύσης ήταν πολύ ανοιχτόκαρδοι και χαρούμενοι άνθρωποι, γι’ αυτό και όποτε πηγαίναμε στο σπίτι τους περνούσαμε όλοι, μικροί και μεγάλοι, πάρα πολύ καλά. Εμένα και την αδελφή μου μας άφηνε να κάνουμε σπιτάκι για τις κούκλες μας το μεγάλο σκαλιστό έπιπλο του σαλονιού, με τις ξύλινες μινιατούρες, τα μπιμπελό και τις πορσελάνες. Φανταζόμαστε ότι οι κούκλες μας ήταν πριγκίπισσες και ζούσαν σε ένα μεγάλο παλάτι. Άλλωστε οι πριγκίπισσες είναι ήσυχες και προσεκτικές, έτσι δεν είναι; Φαίνεται όμως ότι κάποιες φορές ακόμα και οι πιο ευγενικές και καλομαθημένες πριγκίπισσες μπορούν να τραβήξουν κατά λάθος ένα δαντελένιο πετσετάκι και να γίνει χίλια κομμάτια ένα μπιμπελό.

-Το διαλύσατε, άρχισαν να φωνάζουν η γιαγιά και η μαμά. Ήταν και από την προίκα της θείας! Της το είχε φέρει δώρο η συγχωρεμένη η θεία η Ευτέρπη από την Αμερική! Αθανασία, μην τις ξαναφήσεις να παίξουν στο σαλόνι!
-Καλέ, γερά να είναι τα παιδιά! Γούρι, γούρι! Όσο για τη Ευτέρπη, Θεός σχωρέστην…, απάντησε η θεία, σκασμένη στα γέλια.

Μικροί και μεγάλοι κοιτάζαμε απορημένοι τη θεία Αθανασία. Μα επιτέλους τι ήταν εκείνο που είχε θυμηθεί και την έκανε να γελάει, αντί να λυπάται για το σπασμένο μπιμπελό; Μόλις η θεία Αθανασία ηρέμησε λιγάκι, άρχισε να μας διηγείται:

«Είχα δεν είχα πατήσει τα τριάντα, όταν μια μέρα εμφανίστηκε στην πόρτα μας χαμογελαστή χαμογελαστή η Ευτέρπη, με το βυσσινί της ταγεράκι, το λουστρινένιο της τσαντάκι και το μαύρο καπελίνο της. Μόλις είχε έρθει στην Ελλάδα για τις διακοπές της και έφερνε προξενιά για εμένα. Ένα παλικάρι στην ηλικία μου περίπου, τραπεζικός υπάλληλος, ο οποίος ζούσε μαζί με τη μητέρα του σε μία μακρινή επαρχιακή πόλη. Εννοείται ότι δεν είχα κανένα περιθώριο να αρνηθώ το συνοικέσιο. Ο γαμπρός ήρθε μαζί με τη μάνα του και τον θείο του, με το κουστουμάκι του το ριγωτό, το καπελάκι του και το επιβαλλόμενο για την εποχή μουστακάκι. Η πεθερά με κοίταζε αφ’ υψηλού, ενώ γαμπρός και θείος συζητούσαν με τον πατέρα μου για την προίκα. Το σπίτι που θα έπαιρνα από τους γονείς μου θα νοικιαζόταν και ο γαμπρός θα εισέπραττε το ενοίκιο, μιας και θα ζούσαμε μόνιμα στην επαρχία. Οι αρραβώνες ορίστηκαν για την επόμενη Κυριακή, ενώ ο γάμος θα γινόταν μετά από δύο μήνες. Εγώ ήμουν να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Μέχρι τώρα είχα καταφέρει να ξεφύγω από αρκετά προξενιά που δεν μου άρεσαν. Βλέπεις, ο Βασίλης, ένα παλικάρι από τη γειτονιά που με αγαπούσε, είχε σκοτωθεί σε ατύχημα πριν προλάβει να έρθει να με ζητήσει … κι εγώ δεν είχα μήτε μάτια, μήτε μυαλό για άλλον. Έπειτα τα χρόνια πέρασαν και μάλλον είχε έρθει η ώρα που δεν μπορούσα πια να πω το όχι…
»Ένα μήνα μετά, είμαι στην επαρχία μαζί με τη μάνα μου. Ετοιμάζουμε το σπίτι που θα μείνουμε με τον μέλλοντα σύζυγό μου. Όλη μέρα πλένουμε, σφουγγαρίζουμε και ξεσκονίζουμε. Η πεθερά μας επιστατεί, μην τυχόν και δεν είναι όλα στην εντέλεια. Έτσι ένα μεσημέρι, λίγο πριν καθίσουμε στο τραπέζι, έρχεται βιαστική βιαστική σέρνοντας ένα μικρό ξύλινο μπαουλάκι:

“Έλα να βάλεις ένα χέρι, και σβέλτα! Αυτά που έχει μέσα να τα τακτοποιήσεις στην σιφονιέρα. Α, και μην ξεχάσεις να βάλεις σαπούνι και λεβάντα. Τόσα χρόνια τα έχω κεντημένα και είναι σαν καινούργια.”

Γεμάτη περιέργεια, ανοίγω το μπαούλο και τι να δω: πάνω πάνω πετσέτες άσπρες, με κεντημένο το όνομα του γαμπρού στην άκρη, και κάτω κάτω, με συγχωρείτε που θα το πω, βρακιά, όχι αντρικά, όχι γυναικεία, όχι παιδικά. Βρακιά για την προίκα του γαμπρού, με το όνομά του κεντημένο επάνω. Κοίταζα το ανοιχτό μπαούλο σαστισμένη, όταν ξαφνικά με πιάσανε τα γέλια. Άρχισα να γελάω δυνατά, χωρίς σταματημό….

»Η μάνα μου μπήκε ξαφνικά μέσα στο δωμάτιο. Νόμιζα ότι θα με μάλωνε επειδή γελούσα. Όμως εκείνη μου ζήτησε να φύγω αμέσως από το σπίτι και να την περιμένω στο απέναντι μπακάλικο. Το βλέμμα της δεν σήκωνε αντιρρήσεις. Από εκεί που καθόμουν την άκουγα να φωνάζει: «Τι ρεζιλίκια είν’ αυτά;» και «Για ποιους μας περάσατε;». Μετά από λίγη ώρα ήρθε, με πήρε, πήγαμε στο ξενοδοχείο που μέναμε, μαζέψαμε τα πράγματά μας και γυρίσαμε στην Αθήνα. Το προξενιό είχε διαλυθεί, όχι για τα βρακιά του γαμπρού, όπως νόμιζα, αλλά επειδή η μάνα μου έμαθε ότι ο γαμπρός είχε φιλενάδα, σπιτωμένη, που περίμενε και το παιδί του. Μετά από λίγο καιρό, άνοιξε ο Διονύσης μου μαγαζί στη γειτονιά. Έτσι γνωριστήκαμε και αποφασίσαμε να παντρευτούμε. Οι γονείς μου δέχτηκαν αμέσως. Μια η ηλικία μου, μια το φιάσκο με το προξενιό της Ευτέρπης, μια το καλό όνομα που είχε ο Διονύσης στη γειτονιά, δεν ήθελαν κάτι παραπάνω για την κόρη τους. Όσο για την Ευτέρπη; Ε, δεν καταλαβαίνετε; Στράβωσε που δεν προχώρησε το προξενιό της, παρόλο που ορκιζόταν ότι δεν είχε ιδέα για την κρυφή ζωή του υποψήφιου γαμπρού. Μάλιστα από τότε έπαψε να μας επισκέπτεται. Μόνο για το γάμο έστειλε δώρο, αυτό το μπιμπελό που μόλις έσπασε…. Άντε κουκλίτσες μου, συνεχίστε το παιχνίδι σας. Εγώ θα πάω τώρα στην κουζίνα να τηγανίσω πατατούλες και κεφτεδάκια. Διονύση μου, μήπως μπορείς εσύ να κόψεις το ψητό και να βγάλεις και κρασί από τη νταμιτζάνα;»

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook