Δεν είμαι καλά εδώ και καιρό… Όλα μου φταίνε και τίποτα δε φταίει! Νιώθω να βουλιάζω σε λάσπη ή μήπως είναι σκατά; Δε θέλω τίποτα να κάνω και θέλω να κάνω πολλά. Το αφήνω στην άκρη και αφήνομαι να χαθώ στη γλυκιά αίσθηση του τίποτα, αιωρούμαι στο κενό, χωρίς πραγματικό συναίσθημα, χωρίς πραγματικό θυμό, χωρίς τίποτα αληθινό.

Και σήμερα, από το πουθενά, ήρθε αυτό που δεν ήθελα να έρθει. Η εικόνα που με βασανίζει εδώ και καιρό, αυτό που στοιχειώνει τα όνειρά μου τις νύχτες και τη μέρα το ξεχνάω. Έχω μόνο μια ζωή!!! Μόνο μία!!! Το σήμερα δεν θα ξανάρθει ποτέ, το χθες έφυγε οριστικά. Οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια περνάνε και δε θα γυρίσουν πίσω. Ποτέ δεν θα τα ξαναζήσω. Και τί έχω κάνει για να περάσουν καλά; Τίποτα… Αφέθηκα στην κακομοιριά όλων γύρω μου, άφησα εμένα και τα παιδιά μου στο έλεος των καιρών.

Θυμάμαι όταν ήμασταν παιδιά πως είχαμε ρουτίνα. Όμως μια καλή ρουτίνα, πράγματα να θυμάσαι, μνήμες ν’ αγαπάς. Κάθε Σάββατο βράδυ, θα βγαίναμε έξω για φαγητό με φίλους, κάθε Κυριακή πρωί πηγαίναμε βόλτα, στην παραλία, στο ζωολογικό κήπο, στο Χορτιάτη, στο Σέιχ – Σου…. Μια φορά το μήνα πηγαίναμε σίγουρα εκδρομή. Όχι μακριά, στο Λιτόχωρο, στην Κατερίνη, στη Βέροια. ΚΑΘΕ καθαρά Δευτέρα πετούσαμε χαρταετό. ΚΑΘΕ Πάσχα ψήναμε αρνί, ΚΑΘΕ πρωτοχρονιά μαζευόμασταν όλοι μαζί και αλλάζαμε το χρόνο και ανταλλάσσαμε ευχές και δώρα.

Τώρα η θλίψη δε μας αφήνει. Δεν είναι μόνο που δεν υπάρχουν χρήματα, όχι δεν είναι, είναι που το βάρος αυτής της κατάντιας, το αβάσταχτο βάρος της αποτυχίας έχει θρονιαστεί στους ώμους μας και δε μας αφήνει να κάνουμε βήμα. Και κλεινόμαστε μέσα στο σπίτι, μπροστά σε μια τηλεόραση ή σε έναν υπολογιστή, και παραδινόμαστε σ’ αυτό που νομίζουμε πως είναι η κακιά μας η τύχη, η καταραμένη μοίρα. Μας ενοχλούν τα παιδιά μας που μαλώνουν, που κάνουν φασαρία, που είναι παιδιά!!! Μας τρελαίνει που ζητάνε, όλο ζητάνε, όχι για κανέναν άλλο λόγο απλώς επειδή πονάει να λες τόσες φορές, τόσο συχνά “δεν έχουμε, δεν έχουμε, δεν έχουμε, δεν έχουμε” χρήματα φυσικά.

Θυμάμαι εμάς ως παιδιά. ΚΑΘΕ μέρα, μαζευόμασταν τ’ αλάνια στη γειτονιά και παίζαμε, άλλες φορές παιχνίδια και άλλες φορές ξύλο, άλλες πάλι και τα δύο… Και κανείς δεν ανησυχούσε για το πού είμαστε, εκτός κι αν νύχτωνε και δε γυρνούσαμε σπίτι. Τώρα τα παιδιά μας φοβόμαστε να τα αφήσουμε μόνα εκεί έξω, φοβόμαστε πως δε θα γυρίσουν πίσω. Και όταν τα αφήνουμε, τους δίνουμε και κινητά «μήπως συμβεί κάτι».

Ουρλιάζω μέσα μου και θέλω ειλικρινά να ανέβω στο βουνό, σε μια ερημιά και να ουρλιάξω κι εγώ μαζί με τους λύκους που είναι υπό εξαφάνιση. Να κλάψω για τα χρόνια που πέρασαν χωρίς μνήμες, για τα παιδιά μου που μεγαλώνουν χωρίς χαρά, μπλεγμένα κι αυτά στο δίχτυ που έχει μπλέξει τους γονείς, άθελά τους, πιόνια σε μια παρτίδα που δε συναίνεσαν να παίξουν. Θυμώνω που κι εγώ μαζί με άλλους επιτρέπω να μεγαλώνουν έτσι τα παιδιά μου. Να γίνουν ενήλικες που το μόνο που θα θυμούνται από τα «αθώα» χρόνια είναι δυο γονείς βυθισμένοι στα προβλήματα, στη θλίψη, ένα μεγάλο «όχι» σε κάθε θέλω τους και μοναχικές μέρες και νύχτες κλεισμένα σε ένα σπίτι, χωρίς χαρά χωρίς γέλιο, χωρίς παιχνίδι.

Θέλω να φτιάξω κι εγώ μια ρουτίνα για τα παιδιά μου γλυκιά και οικεία. Στιγμές που να αξίζει να θυμούνται. Μνήμες από γονείς που θα αξίζει να αγαπάνε. Μα, νιώθω πως δε μπορώ. Θέλω να ζήσω για μένα τη ζωή μου όπως αξίζει σε όλους μας. Ως τη ζωή που θα ζήσουμε μόνο μια φορά και που πρέπει να την τιμήσουμε μέχρι το τελευταίο λεπτό, μα νιώθω πως δε μπορώ.

Κοιτάζω γύρω μου και βλέπω ανθρώπους ίδιους με μένα, πολλούς σε χειρότερη κατάσταση από εμένα. Πονάω για όσους είναι μόνοι, φτωχοί, ηλικιωμένοι, για όλους όσους έχουν χάσει την αξιοπρέπειά τους. Ντρέπομαι για τις μέρες που ζω, σε έναν τόπο που δεν αγαπάει, μόνο πληγώνει, εξευτελίζει, καταστρέφει. Και αναρωτιέμαι, αν θα έρθει άραγε ποτέ η μέρα που τα παιδιά θα παίζουν πάλι στις γειτονιές κι ας παίζουνε με πέτρες και χώμα, αρκεί να παίζουν και οι μεγάλοι θα πίνουνε καφέ στα μπαλκόνια παρέα ο ένας με τον άλλο και όχι βυθισμένοι ο καθένας μόνος του στη μοναξιά και την απελπισία του….

Φοβάμαι πως δε θα ‘ρθει…

Φοβάμαι πως δε μπορώ τίποτα να κάνω, πως η ζωή θα κυλήσει μέσα από τα χέρια μου και δε θα καταλάβω το πώς. Και όταν έρθει η ώρα μου να φύγω, το μόνο που θα ‘χω να θυμάμαι θα είναι πίκρα, θυμός, ντροπή…

 

ΕΛΠΙΔΑ ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ