Τα Χαμένα Παιδιά

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Σημείωση του επιμελητή: Η ιστορία είναι χωρισμένη σε περισσότερες από μία ενότητες / σελίδες, λόγω της μεγάλης της έκτασης. Σύνδεσμους για να μετακινηθειτε στις σελίδες, θα βρείτε στο τέλος του κειμένου, μετά την αξιολόγηση.

Η Βικτώρια περπατούσε μέσα στα έρημα δωμάτια του εγκαταλελειμμένου κτιρίου. Αν και ήταν καιρό ακατοίκητο, όλα ήταν τακτοποιημένα με ένα περίεργο, αλλόκοτο τρόπο. Οι τοίχοι, καλύπτονταν από άδεια ράφια που έφταναν μέχρι το ταβάνι, το οποίο διακοσμούσαν πολύχρωμα, γεωμετρικά σχήματα. Το πάτωμα ήταν στρωμένο με λουστραρισμένες, ξύλινες σανίδες. Ίχνος σκόνης δεν υπήρχε. Η ησυχία που επικρατούσε ήταν απόλυτη. Ένιωθε πως αν αυτή τη στιγμή έπεφτε μια καρφίτσα, εκείνη θα μπορούσε να ακούσει τον ήχο που έκανε καθώς ακουμπούσε στο πάτωμα. Κοίταξε γύρω της. Απέναντι, στο άνοιγμα της πόρτας, στεκόταν ένας γέρος με μπαστούνι και την κοιτούσε. Τον πλησίασε χωρίς να ξέρει το γιατί.

«Τι είναι εδώ;», τον ρώτησε.

«Εδώ είναι το μέρος όπου βρίσκονται τα χαμένα παιδιά», της απάντησε. «Αν προσπαθήσεις να αφουγκραστείς, θα ακούσεις τις φωνές και τα παιδικά τους γέλια. Αν κλείσεις τα μάτια, θα τα νιώσεις να τρέχουν δίπλα σου. Κι αν αδειάσεις το μυαλό σου, θα αισθανθείς τον πόνο τους και θα μάθεις γιατί οδηγήθηκαν εδώ. Θα σου εξηγήσουν τους λόγους που έχασαν το δρόμο τους, πηγαίνοντας προς την αθανασία».

«Κι εγώ;», τον ρώτησε τότε. «Εγώ γιατί βρίσκομαι εδώ;»

«Εσύ βρίσκεσαι εδώ, γιατί κάτι έχεις χάσει. Και πρέπει να το βρεις γρήγορα», της είπε κοφτά.

Την επόμενη στιγμή, ένιωσε ένα παγωμένο άγγιγμα στον ώμο και ξύπνησε καταϊδρωμένη στο κρεβάτι της. Ανασηκώθηκε απότομα και είδε ότι αυτό που την είχε ακουμπήσει, ήταν το χέρι του Τζέρεμυ. Ήταν όμως ζεστό και όχι κρύο όπως στο όνειρό της. Εκείνος την κοιτούσε ανήσυχος.

«Είσαι καλά;», την ρώτησε.

Εκείνη έκρυψε το πρόσωπο στα χέρια της.

«Δεν ξέρω», μουρμούρησε με υπόκωφη φωνή. «Από τότε που… από τότε που μετακομίσαμε», συνέχισε και σήκωσε το κεφάλι κοιτώντας τον στα μάτια, «αυτό το κτίριο δεν λέει να βγει από το μυαλό μου. Κάθε φορά που περνάω από εκείνο το δρόμο νιώθω περίεργα. Σαν να υπάρχει κάτι που με σπρώχνει κοντά του».

«Βικτώρια», έκανε εκείνος και την αγκάλιασε, «τα έχουμε ξαναπεί αυτά. Μέσα σε εκείνο το κτίριο, πέθανε η αδερφή σου. Και όχι μόνο αυτή. Εκείνη η φονική πυρκαγιά, σκότωσε όλα τα κορίτσια που βρίσκονταν μέσα στο ορφανοτροφείο θηλέων. Είναι απόλυτα λογικό να σε επηρεάζει κάθε φορά που το βλέπεις».

«Το ξέρω. Από τη στιγμή όμως που είδα ότι το ανακαίνισαν εγώ…»

«Κοίτα», άρχισε εκείνος σοβαρά και την έσπρωξε απαλά από κοντά του, «ήρθαμε εδώ με την ελπίδα να κάνουμε μια καινούρια αρχή σε μια πιο μικρή πόλη﮲ την πόλη που μεγαλώσαμε και οι δύο. Αν όμως δεν μπορείς τότε…»

«Όχι!», είπε αμέσως εκείνη και τον αγκάλιασε σφιχτά. «Όχι μπορώ!»

«Χαίρομαι», της απάντησε ο Τζέρεμυ και τη φίλησε.

Το επόμενο βράδυ, στεκόταν απέναντι από το νεοκλασικό κτίριο και το κοιτούσε μαγεμένη. Ο ξεραμένος πλέον φοίνικας που υψωνόταν δίπλα του, και οι πράσινοι με ροζ τοίχοι του, το έκαναν να μοιάζει με ένα αλλόκοτο κουκλόσπιτο﮲ ένα κουκλόσπιτο που δεν είχε καμία σχέση με τα παιχνίδια που είχαμε όταν ήμασταν μικροί. Ένιωθε «κάτι» περίεργο να την ελκύει κοντά του. Το δροσερό, καλοκαιρινό αεράκι που της χάιδευε το πρόσωπο, έμοιαζε με ψίθυρο﮲ έναν ανεπαίσθητο ψίθυρο που μόνο εκείνη μπορούσε να αντιληφθεί.

«Βικτώρια…», άκουσε να πλανιέται στην ατμόσφαιρα

Κοίταξε γύρω της, αλλά το δρομάκι ήταν έρημο.

«Βικτώρια…», ακούστηκε πάλι αχνά, κι αμέσως μετά φωνές﮲ πολλές παιδικές φωνές που γελούσαν﮲ γελούσαν και ηχούσαν μέσα στο μυαλό της. Έμοιαζε λες και βρισκόταν μέσα σε ένα τούνελ και ο αντίλαλός τους χτυπούσε στους τοίχους του κι επέστρεφε πολλαπλάσιος στα αυτιά της.

«Βικτώρια!», άκουσε τη δυνατή φωνή της Μάργκαρετ που είχε έρθει δίπλα της.

Εκείνη αναπήδησε.

«Δεν με ακούς τόση ώρα που σου μιλάω;», έκανε ενοχλημένη κρατώντας δυο χάρτινα κύπελλα με ζεστό καφέ.

«Συγγνώμη ήμουν αφηρημένη», απολογήθηκε και πήρε το ένα ποτήρι χωρίς ωστόσο να κουνηθεί από τη θέση της.

«Θα έρθεις;», τη ρώτησε η φίλη της που είχε ξεκινήσει να προχωράει.

«Ξέρεις κάτι Μάγκι», άρχισε τότε εκείνη κοιτώντας ακόμα το κτίριο, «δεν αισθάνομαι καλά… Λέω να γυρίσω σπίτι…»

Η φίλη της την πλησίασε, κι εκείνη τράβηξε απρόθυμα το βλέμμα της από το νεοκλασικό.

«Σίγουρα δεν έχει να κάνει με αυτό το κτίριο;», τη ρώτησε συνοφρυωμένη.

«Ναι», έκανε χαμογελώντας βεβιασμένα. «Με έπιασε ένας ξαφνικός πονοκέφαλος, αυτό είναι όλο».

«Εντάξει τότε».

Οι δυο φίλες χωρίστηκαν και ακολούθησαν η κάθε μια αντίθετη κατεύθυνση. Η Βικτώρια προχώρησε μέχρι το τέρμα του δρόμου με αργά βήματα κι έστριψε στη γωνία. Λίγα λεπτά αργότερα, ξεπρόβαλλε και κοίταξε προς το μέρος που είχε απομακρυνθεί η Μάργκαρετ. Δεν φαινόταν πουθενά. Πήρε μια βαθιά ανάσα και χωρίς να το πολυσκεφτεί, διέσχισε σχεδόν τρέχοντας το δρόμο. Στάθηκε έξω από τη βαριά καγκελόπορτα. Τα μυτερά, σιδερένια κάγκελα, έμοιαζαν με λόγχες, έτοιμες να διαπεράσουν όποιον έκανε το λάθος να τα αγγίξει. Πίσω τους το παλιό ορφανοτροφείο, υψωνόταν αγέρωχο μπροστά της. Το φως από τα φανάρια του δρόμου, δημιουργούσε απόκοσμες σκιές στους τοίχους του﮲ σκιές που έμοιαζαν με χέρια ακίνητα, που περίμεναν την κατάλληλη στιγμή για να αρπάξουν οποιονδήποτε βρισκόταν μπροστά τους. Σήκωσε το βλέμμα της και παρατήρησε τους πυργίσκους που υψώνονταν στον ουρανό. Έμοιαζαν με γίγαντες, κι εκείνη με ένα νάνο που ικέτευε τη μεγαλοψυχία τους. Κοίταξε τα πολυάριθμα παράθυρα﮲ εκείνα μέσα από τα οποία τα ορφανά κορίτσια κοιτούσαν τους περαστικούς στο δρόμο και ονειρεύονταν τη δική τους οικογένεια. Θυμήθηκε όλες τις φορές που περνούσαν από εκεί με τη μικρή αδερφή της, πιασμένες χέρι-χέρι και τα χαιρετούσαν. Έγιναν γρήγορα φίλοι μαζί τους και να τα επισκέπτονταν καθημερινά. Χαμογέλασε όταν θυμήθηκε πως ένα ζευγάρι, που είχε έρθει να διαλέξει κάποιο παιδί, είχε περάσει και την ίδια για ορφανή και είχε ζητήσει να την υιοθετήσει.

Και μετά… μετά γνώρισε τον Τζέρεμυ. Και ήταν συνέχεια μαζί του, ξεχνώντας τις παλιές της φίλες. Μόνο η αδερφή της, συνέχιζε να τις επισκέπτεται καθημερινά. Και μετά… μετά ήρθε η φωτιά… και τότε… τότε τελείωσαν όλα…

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook