Τελευταία ευκαιρία

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

15 Δεκεμβρίου 1970.

Η Αναστασία δεν θα ξεχάσει ποτέ αυτή την ημερομηνία. Δυο μέρες πριν την είχε καλέσει στο τηλέφωνο ο γυναικολόγος της και της είχε πει να περάσει απ’ το γραφείο του. Είχε κάτι να της προτείνει, της είπε. Η κοπέλα είχε μείνει ανέκφραστη. Σκέφτηκε να μην πάει. Έπρεπε να το πάρει απόφαση. Ήταν μια στέρφα, όπως την έλεγε η πεθερά της. Μια άκληρη γυναίκα, ανίκανη να χαρίσει την ευτυχία στο γιο της τον Άγγελο. Ο Άγγελος, πάντα υπομονετικός να πασχίζει να κατευνάσει τους τόνους ανάμεσα στη μητέρα του και την Αναστασία. Την αγαπούσε την γυναίκα του  ο Άγγελος. Και στ΄ αλήθεια δεν τον πείραζε αν δεν τους έδινε ο θεός ένα παιδάκι. Στεναχωριόταν όμως που έβλεπε τη γυναίκα του να μαραζώνει. Και τα πικρόχολα λόγια της μάνας του… αχ αυτή η μάνα του…

Αμέτρητες εξετάσεις είχε κάνει η Αναστασία. Επώδυνες, αδιάκριτες, ψυχοφθόρες. Το ίδιο και ο Άγγελος. Ντρεπόταν να κάνει αυτά που του ζητούσε ο γιατρός ώστε να δει αν το σπέρμα του είναι γόνιμο, αλλά τα έκανε… για το χατίρι της αγάπης του. Όχι ότι δεν θα του άρεσε να τρέχει ένα παιδάκι ανάμεσά τους αλλά νισάφι πια. Δεν μπορούνε να τα βάλουνε και με το θεό… αυτό είχε πει στην Αναστασία δυο μέρες πριν της τηλεφωνήσει ο γιατρός. Γι΄αυτό τώρα μούδιασε στο άκουσμα των λόγων του γιατρού. Τι θα της πρότεινε αυτή τη φορά σκεφτόταν. Αποφάσισε να μην πει τίποτε του άνδρα της και να πάει μόνη της στη Λάρισα.

Χαιρέτησε το γιατρό φεύγοντας απ’ το ιατρείο του ενώ αυτός την αγκάλιασε πατρικά, τη φίλησε και της άνοιξε την πόρτα θυμίζοντας της το επόμενο ραντεβού της για τις λεπτομέρειες. Βγαίνοντας στο κρύο αέρα του Δεκεμβρίου κοίταξε ψηλά στον ουρανό και για πρώτη φορά αισθάνθηκε ότι υπάρχει κάποιος θεός εκεί ψηλά που άκουσε τις προσευχές της. Για δευτερόλεπτα αισθάνθηκε τύψεις για αυτό που είχε συναινέσει να κάνει με τη βοήθεια του γιατρού. Γρήγορα όμως τις έδιωξε. Ναι, αυτό που πρότεινε ήταν η καλύτερη λύση. Ούτε αυτή θα ήταν στιγματισμένη ούτε το παιδί της. Κανείς δεν θα το φώναζε νόθο ή υιοθετημένο. Όλοι θα πίστευαν ότι βγήκε απ’ τα δικά της σπλάχνα. Ήταν σίγουρη ότι ο Άγγελος θα συμφωνούσε με την ιδέα. Πολλές φορές είχαν σκεφτεί να υιοθετήσουν ένα παιδάκι. Αλλά ο Άγγελος φοβόταν την κατακραυγή του κόσμου και ιδίως της μητέρας του. Η Αναστασία τον συμμεριζόταν. Ο κόσμος τότε δεν τα έβλεπε αυτά με καλό μάτι. Όμως έτσι, με τον τρόπο που πρότεινε ο γιατρός, ο καλός τους γιατρός, κανείς δεν θα καταλάβαινε τίποτε.

Πέταξε από τη χαρά του ο Άγγελος κάνοντας την Αναστασία ευτυχισμένη και γκρεμίζοντας από την ψυχή της και τα τελευταία ψήγματα δισταγμού. Και άρχισε μια περίοδος εγκυμοσύνης για την κοπέλα, η οποία προσεκτικά έβαζε το κατάλληλο μέγεθος μαξιλαριού στην κοιλιά της ώστε να έχει το σωστό φούσκωμα για το μήνα που ήταν. Ο γιατρός, αρωγός στο παιχνίδι φαντασίας και πραγματικότητας του απελπισμένου ζευγαριού. Και ενώ το ζευγάρι  δέχονταν τις ευχές και τα κανακέματα της πεθεράς στη Μακρυνίτσα, ένα μικρό χωριό κοντά στη Λάρισα όπου και διέμεναν, κάπου αλλού στη μακρινή Θεσσαλονίκη μια νεαρή ανύπανδρη κοπέλα μόλις 18 ετών μεγάλωνε στα σπλάχνα της ένα μωρό, το οποίο όμως δεν θα έπιανε ποτέ στα χέρια της. Έτσι είχε συμφωνήσει με τον γιατρό που την έπεισε να το κρατήσει όταν πήγε στο ιατρείο του στη Λάρισα απελπισμένη να ρίξει τον καρπό του παράνομου ερωτά της. Ο γιατρός προσφέρθηκε να πληρώσει όλα τα έξοδα συντήρησης της μέχρι και τον τοκετό καθώς και να της εξασφαλίσει κατοικία μακριά από τους δικούς της με το πρόσχημα των σπουδών μέχρι να γεννήσει ώστε κανείς να μην καταλάβει τίποτε. Φυσικά θα έπαιρνε κι ένα σεβαστό χρηματικό ποσό που θα την βοηθούσε να συνεχίσει τη ζωή της.

Πέρασε ο καιρός και κοντά στην πιθανή ημερομηνία τοκετού η Αναστασία έμαθε ότι η αγαπημένη της θεία, η οποία έμενε ολομόναχη στη Θεσσαλονίκη, αρρώστησε βαριά κι έπρεπε να πάει να την δει και να της συμπαρασταθεί.  Όλοι θαύμασαν την πονόψυχη Αναστασία και τον σύζυγό της για αυτή τους την απόφαση παρόλο που ήταν πια στις μέρες της να γεννήσει. Και πόση χαρά έκαναν μαθαίνοντας ότι γέννησε εκτάκτως στη συμπρωτεύουσα, λίγες μέρες νωρίτερα από ότι περίμεναν, πιθανόν εξαιτίας της ταλαιπωρίας του ταξιδιού, όπως είπε και ο γιατρός…Μόνο η πεθερά της την κοίταζε καχύποπτα… αλλά δεν μίλαγε… και τι να πει άλλωστε; Ότι γνώριζε πως ο γιος της δεν κάνει παιδιά αφού η ίδια τον είχε ποτίσει μικρόν το διαολεμένο εκείνο βοτάνι για να τον σώσει  από βέβαιο θάνατο που όμως δεν θα του επέτρεπε να τεκνοποιήσει;

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook