Τζερόμ

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Καθόταν στην άκρη της λίμνης. Το νερό κυμάτιζε ελαφρά κι έλαμπε κάτω από το φως του καλοκαιρινού ήλιου. Το απαλό αεράκι χάιδευε το ρυτιδιασμένο του πρόσωπο. Περνούσε μέσα από τις φυλλωσιές των δέντρων, κάνοντάς τες να ψιθυρίζουν σε μια γλώσσα που μόνο εκείνος γνώριζε. Έκλεισε τα μάτια και ρούφηξε λαίμαργα τις μυρωδιές που είχαν γεμίσει το μέρος. Οι ιτιές σιγοτραγουδούσαν πίσω από την κουρτίνα που σχημάτιζαν τα φύλλα τους. Το μυαλό του γέμισε με εικόνες﮲ εικόνες μια εποχής που βρισκόταν και πάλι σε αυτό το μέρος, αλλά όχι στην ίδια θέση﮲ εικόνες μια στιγμής που δεν πίστευε ποτέ ότι θα χρειαζόταν να αντιμετωπίσει. Το καρδιοχτύπι, η αγωνία, ο πόνος, η έκπληξη, ο φόβος… όλα αυτά ήταν συναισθήματα που είχε νιώσει και δεν θα ξεχνούσε ποτέ. Και τώρα, βρισκόταν εδώ, έχοντας πάρει τη θέση που είχε κάποιος άλλος πριν από αυτόν. Αναστέναξε. Το αεράκι φύσηξε πάλι και οι ιτιές άρχισαν να του μιλούν. Πήρε τη μαγκούρα που είχε ακουμπισμένη δίπλα του και ανάδευσε το νερό. Σηκώθηκε κι έλυσε τη βάρκα που ήταν δεμένη λίγα μέτρα μακριά του. Ήξερε πως σε λίγη ώρα θα τη χρειαζόταν.

***

Ο Τζερόμ, ήταν ξαπλωμένος στο γρασίδι και κοιτούσε τον καταγάλανο ουρανό. Του άρεσε πολύ να το κάνει αυτό. Του άρεσε να νιώθει το αεράκι να τον φυσάει και να ακούει τη φωνή της να του διηγείται παραμύθια﮲ μια φωνή, που μπορούσε μόνο να ακούσει, αλλά δεν μπορούσε να δει τη γυναίκα στην οποία ανήκε. Πολλές φορές τα παραμύθια έδιναν τη θέση τους σε τραγούδια. Και τότε εκείνος βυθιζόταν σε έναν γλυκό ύπνο, γεμάτο μαγικά όνειρα και πολλές αγκαλιές. Χαμογέλασε.

***

Ο Γκάρετ βημάτιζε πέρα – δώθε στο διάδρομο του νοσοκομείου. Ο ιδρώτας έτρεχε ποτάμι στο μέτωπό του. Κανονικά θα έπρεπε να είναι ήρεμος, αλλά εκείνος, είχε αγχωθεί πολύ. Ένιωθε πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Γιατί αργούσαν τόσο; Γιατί…; Οι σκέψεις του διακόπηκαν απότομα όταν είδε τον γιατρό να τον πλησιάζει. Η καρδιά του άρχισε να σφυροκοπάει μέσα στο στήθος του. Έσφιξε τις γροθιές του και περίμενε ακίνητος στη θέση του.

«Κύριε Τζάρβιν», άρχισε ο γιατρός «υπήρξε μια επιπλοκή. Ξέρετε…»

Συνέχισε να μιλάει, αλλά εκείνος δεν τον άκουγε. Είχε καθίσει σε μια καρέκλα και είχε καλύψει το πρόσωπο με χέρια που έτρεμαν. Το ήξερε. Δεν μπορούσε να εξηγήσει πώς, αλλά ήξερε πως κάτι θα πήγαινε στραβά. Τα αυτιά του άρχισαν να βουϊζουν και το δωμάτιο να γυρίζει. Σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε τον γιατρό που συνέχιζε να του μιλάει. Το βλέμμα του, αν και προσπαθούσε να εστιάσει σε αυτόν, ήταν απλανές. Τον έβλεπε να ανοιγοκλείνει τα χείλη, αλλά δεν μπορούσε, ή μάλλον δεν ήθελε να ακούσει αυτό που του έλεγε. Δεν ήθελε να το δεχτεί. Δεν μπορούσε να το δεχτεί. Δεν… Ένιωσε ένα χέρι στον ώμο του.

«Κύριε Τζάρβιν με ακούτε;»

Ο γιατρός είχε σκύψει προς το μέρος του και τον κρατούσε παρηγορητικά.

«Δυστυχώς ο χρόνος δεν είναι με το μέρος μας και πρέπει να δράσουμε άμεσα».

«Καταλαβαίνετε τι μου λέτε;», ξέσπασε εκείνος αγνοώντας τα πρόσωπα όσων που στράφηκαν προς το μέρος του.

Σηκώθηκε όρθιος. Ο γιατρός πισωπάτησε.

«Πώς… πώς περιμένετε να αντιδράσω;! Πώς… Πώς μπορείτε να μου λέτε κάτι τέτοιο;!»

«Ξέρω ότι είναι δύσκολο αλλά…»

«Δεν ξέρεις τίποτα! Πώς είναι δυνατόν να συμβεί κάτι τέτοιο;! Είναι… είναι το πιο απλό πράγμα… είναι ρουτίνα για εσάς… πώς…»

«Δυστυχώς υπάρχουν πάντα τα απρόοπτα. Η σύζυγός σας…»

«Η σύζυγός μου θα γίνει καλά!»

«Η σύζυγός σας έχει υπογράψει πως…»

«Έχει υπογράψει; Πώς είναι δυνατόν να έχει υπογράψει; Όλα ήταν μια χαρά… δεν είχαμε καμία υπόνοια ότι…»

Σταμάτησε να μιλάει και τον κοίταξε στα μάτια με ένα βλέμμα τρελό. Πλησίασε το πρόσωπό του στο δικό του.

«Δεν πήγαιναν καλά τα πράγματα έτσι;», τον ρώτησε με σφιγμένα δόντια. «Δεν πήγαιναν καλά, της το είπες, και μου το κρύψατε… και τώρα… τώρα…»

«Τα πράγματα πήγαιναν πολύ καλά κύριε Τζάρβιν», αντέτεινε ήρεμα ο γιατρός. «Η σύζυγός σας όμως, μόλις ήρθε σήμερα στο νοσοκομείο, ζήτησε να μου μιλήσει. Και το χαρτί αυτό, ήταν το πρώτο πράγμα που μου ζήτησε. Έχει υπογράψει. Δεν μπορούμε λοιπόν να αγνοήσουμε την επιθυμία της».

Ο Γκάρετ σωριάστηκε και πάλι στην καρέκλα κι έπιασε το κεφάλι με τα χέρια του. Περνούσε με απίστευτη μανία τα δάχτυλα μέσα από τα μαλλιά του. Το πρόσωπό του, είχε γίνει μια μάσκα, υγρή από δάκρυα. Ο γιατρός γονάτισε μπροστά του. Έπιασε τα τρεμάμενα χέρια του και τα κράτησε κοιτώντας τον στα μάτια.

«Κύριε Τζάρβιν, θα θέλατε να τη δείτε;», τον ρώτησε.

Εκείνος ένευσε.

***

Ο Τζερόμ ξύπνησε απότομα. Σύννεφα είχαν κρύψει τον ήλιο και ο ουρανός είχε σκοτεινιάσει. Κρύωνε. Ένιωθε το ρίγος να διαπερνά το κορμί του. Σηκώθηκε και κοίταξε γύρω του. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε μια δυνατή βροντή και η μπόρα ξέσπασε. Τρόμαξε. Ποτέ ως τώρα δεν είχε αλλάξει ο καιρός. Όσο καιρό βρισκόταν εκεί είχε πάντα ήλιο.

***

Ο Γκάρετ φόρεσε την ειδική στολή, τη μάσκα, τα γάντια και τα ποδονάρια και μπήκε στο δωμάτιο της εντατικής.

«Γιατρέ τι…», πήγε να διαμαρτυρηθεί μια νοσοκόμα, αλλά εκείνος την έκοψε σηκώνοντας το χέρι.

Ο Γκάρετ πλησίασε το κρεβάτι της. Την κοίταξε καθώς ανέπνεε μέσα από τη μάσκα οξυγόνου που της είχαν φορέσει. Κοίταξε τα καλώδια που ήταν συνδεδεμένα με το σώμα της και κατέγραφαν τους σφυγμούς της. Κοίταξε τα μάτια της﮲ τα μάτια της που αν και κλειστά, ήταν σίγουρος πως ήταν καρφωμένα πάνω του. Και τέλος, κοίταξε τα χείλη της﮲ τα χείλη της που αν και ήταν σφραγισμένα, μπορούσε να τα ακούσει να του μιλούν και να του λένε τι ήταν αυτό που έπρεπε να κάνει. Πλησίασε το χέρι του στο δικό της. Δεν το άγγιξε, κι όμως ένιωσε το άγγιγμά της. Έσφιξε τις γροθιές του. Στράφηκε προς τον γιατρό που τον κοιτούσε με προσμονή. Ένευσε.

***

Ο Τζερόμ κοιτούσε γύρω του τρομαγμένος αλλά δεν έβρισκε κανένα καταφύγιο. Βρισκόταν σε μια απέραντη έκταση από γρασίδι που βαλλόταν από μια βίαιη καταιγίδα και δεν υπήρχε μέρος να κρυφτεί. Δάκρυα κύλησαν από τα μάτια του κι ανακατεύτηκαν με τις σταγόνες της βροχής. Κάθισε στο έδαφος, αγκάλιασε τα γόνατα κι έκρυψε το πρόσωπό του πάνω τους. Άρχισε να λικνίζει το σώμα του μπρος-πίσω.

«Τζερόμ…», του φάνηκε πως άκουσε μια φωνή μέσα στην καταιγίδα.

Σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε γύρω του. Κανείς.

«Τζερόμ…», ακούστηκε πιο δυνατά αυτή τη φορά.

Αναθάρρησε. Την ήξερε αυτή τη φωνή. Ήταν η δική της φωνή.

«Τζερόμ!», ακόμα πιο δυνατά.

Όσο δυνάμωνε η φωνή, τόσο κόπαζε η καταιγίδα, μέχρι που σταμάτησε τελείως.

«Τζερόμ!»

Σηκώθηκε όρθιος.

«Είσαι εσύ! Σε ξέρω! Πού είσαι;!», φώναξε όλο προσμονή.

«Ακολούθησε τη φωνή μου και θα με βρεις!»

Άρχισε να τρέχει προς το μέρος της φωνής που δεν σταματούσε να καλεί το όνομά του. Όσο πλησίαζε τόσο πιο δυνατά την άκουγε. Και τότε, είδε την απέραντη έκταση με το γρασίδι να τελειώνει. Σταμάτησε και κοίταξε γύρω του. Ο ήλιος φώτιζε όλη την πλάση και καθρεφτιζόταν στα κρυστάλλινα νερά μιας λίμνης. Γύρω της, υπήρχαν ιτιές. Οι φυλλωσιές τους κουνιόνταν με το απαλό αεράκι, κι ακούγονταν σαν να ψιθυρίζουν. Κι εκεί, λίγα μέτρα μακριά του, στεκόταν μια γυναίκα. Δεν την είχε δει ποτέ του κι όμως ήξερε πως ήταν αυτή. Άρχισε να τρέχει προς το μέρος της. Εκείνη άνοιξε τα χέρια κι ο Τζερόμ χώθηκε στην αγκαλιά της﮲ μια αγκαλιά, τη ζεστασιά της οποίας δεν επρόκειτο να ξεχάσει ποτέ. Αποτραβήχτηκε λίγο και την κοίταξε. Ήταν όσο όμορφη την είχε φανταστεί. Εκείνη του χάιδεψε το μάγουλο και χτένισε τα μαλλιά του με τα χέρια της.

«Τζερόμ», ψιθύρισε και τον κοίταξε στα μάτια. «Τι όμορφος που είσαι… Είμαι σίγουρη πως θα γίνεις πολύ έξυπνος και καλός…»

Τον αγκάλιασε και πάλι σφιχτά.

«Θα μου λείψεις…. Θέλω να θυμάσαι όμως ότι σε αγαπώ πολύ. Και δεν θα πάψω ποτέ να σε αγαπάω και να σε προσέχω…», πρόσθεσε και η φωνή της πνίγηκε σε ένα λυγμό.

Τον άφησε από την αγκαλιά της και τον κοίταξε λες και ήταν η τελευταία φορά που τον έβλεπε. Δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια της.

«Μην κλαις», είπε εκείνος και της τα σκούπισε.

Η γυναίκα χαμογέλασε και του χάιδεψε το μάγουλο. Τότε ο Τζερόμ, είδε ότι στην άκρη της λίμνης, είχε εμφανιστεί ένας γέρος με μια μαγκούρα. Στεκόταν δίπλα σε μια βάρκα και κρατούσε τα σχοινιά της.

«Ήρθε η ώρα…», του είπε. «Θα είμαι πάντα μαζί σου… Θα είμαι πάντα δίπλα σου όποτε κι αν με χρειαστείς…»

Τον άγγιξε στο μέρος της καρδιάς, του έδωσε ένα τελευταίο φιλί στο μάγουλο και προχώρησε προς τον γέρο. Εκείνος τη βοήθησε να μπει στη βάρκα.

«Περίμενε!»,, φώναξε ο Τζερόμ κι έτρεξε προς το μέρος τους. «Περίμενε! Θέλω να έρθω κι εγώ!»

«Όχι Τζερόμ», του είπε καλοσυνάτα ο γέρος. «εσύ πρέπει να γυρίσεις πίσω. Δεν ήρθε ακόμα η ώρα.

«Μα…»

«Μην ανησυχείς. Είναι σε καλά χέρια. Θα βρεθείτε και πάλι, όταν έρθει η στιγμή».

Μπήκε κι εκείνος στη βάρκα κι άρχισαν να απομακρύνονται. Η αντανάκλασή τους στα νερά της λίμνης άρχισε να τρεμοπαίζει, καθώς τα κουπιά ανάδευαν το ήρεμο νερό.

Και τότε, συνέβη κάτι πολύ περίεργο. Ο ήλιος άρχισε να λάμπει περισσότερο από πριν. Το φως του άρχισε να τον τυφλώνει. Ένιωσε ένα δυνατό τράβηγμα, λες και κάποιος τον τραβούσε με βία. Άρχισε να ουρλιάζει. Άρχισε να τσιρίζει. Άρχισε να κλαίει, και το κλάμα του, έμοιαζε με το κλάμα ενός νεογέννητου μωρού.

***

Ο Γκάρετ, καθόταν στην αίθουσα αναμονής και περίμενε. Οι παλάμες του είχαν γεμίσει πληγές από τη δύναμη με την οποία έσφιγγε τις γροθιές κι έμπηγε τα νύχια στο δέρμα του. Λίγη ώρα αργότερα, που σε εκείνον φάνηκε αιώνας, είδε τον γιατρό να τον πλησιάζει.

«Λοιπόν;», ρώτησε και σηκώθηκε απότομα.

«Προσπαθήσαμε…», του είπε ήρεμα.

Εκείνος χαμήλωσε το βλέμμα κι έσφιξε τα δόντια.

«Θέλετε να τον δείτε;», ρώτησε ο γιατρός στη συνέχεια.

Ο Γκάρετ ένευσε. Προχώρησαν προς ένα διάδρομο και στάθηκαν πίσω από  το τζάμι μιας αίθουσας. Εκεί, μέσα σε μια θερμοκοιτίδα, βρισκόταν ένα νεογέννητο μωρό που κουνούσε συνεχώς τα χέρια και τα πόδια. Ο Γκάρετ δάκρυσε.

«Ξέρετε…», άρχισε, «τη θυμάμαι να χαϊδεύει την κοιλιά της, να του διαβάζει ιστορίες, να του τραγουδάει… Πόσο λυπάμαι που δεν θα μπορέσει να την ακούσει κι ο ίδιος…»

Η φωνή του έσπασε.

«Κύριε Τζάρβιν, είχατε μια πολύ γενναία σύζυγο. Όταν με είδε σήμερα, πριν ξεκινήσουμε τον τοκετό, το πρώτο πράγμα που μου είπε, ήταν να της δώσω να υπογράψει μια υπεύθυνη δήλωση, πως αν συνέβαινε κάτι, αν τιθόταν θέμα επιλογής ανάμεσα σε εκείνη και το μωρό, επιθυμούσε να σώσουμε το μωρό. Ίσως… ίσως διαισθανόταν κάτι, που μόνο μια μάνα θα μπορούσε να διαισθανθεί… Μόλις γεννήθηκε ο γιος σας, κάναμε ότι ήταν ανθρωπίνως δυνατόν για να τη σώσουμε. Δυστυχώς δεν τα καταφέραμε…»

Ο Γκάρετ ένευσε, μην μπορώντας να συγκρατήσει τα δάκρυά του. Κοίταξε το μωρό που κουνιόταν συνεχώς κι ένα λυπημένο χαμόγελο χαράκτηκε στο πρόσωπό του.

«Πώς θα τον ονομάσετε;»

«Τζερόμ», απάντησε αμέσως. «Είχαμε αποφασίσει να τον ονομάσουμε Τζερόμ».

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook