Τηλεμάρκετινγκ

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Μπαίνοντας μέσα στο πατρικό του, η εικόνα που αντίκρισε, ξεπερνούσε κάθε “προσδοκία”. Προσπαθώντας να κρύψει το σοκ του, πλησίασε τον πατέρα του, που τυλιγμένος με κάτι που έμοιαζε με κόκκινη ζουρλομανδύα καθόταν σαν το ζόμπι μπροστά στην τηλεόραση.

“Μπαμπά;” είπε όσο πιο μαλακά μπορούσε για να μην τον τρομάξει, μάταια όμως. Ο κόκκινος όγκος στο άκουσμα της ανθρώπινης φωνής πετάχτηκε σαν ελατήριο από τον καναπέ.

“Πανάθεμα σε, βρε Αντώνη! Από καρδιά θες να πάω; Τι κάνεις εδώ παιδάκι μου τέτοια ώρα;” διαμαρτυρήθηκε ο κύριος Ισίδωρος που μόλις συνήλθε έκατσε ξανά στον καναπέ κοιτώντας ερωτηματικά τον γιο του.

“Ήρθα να δω αν είσαι καλά. Πειράζει;” εξήγησε εκείνος και έκατσε στην πολυθρόνα απέναντι του.

“Αν εξαιρέσεις ότι είναι δύο τα ξημερώματα, τι να πειράζει… Εσύ καλά είσαι όμως; Για να έρχεσαι τέτοια ώρα, μάλλον κάτι σου συμβαίνει. Η Κατερίνα καλά; Τα παιδιά καλά;” ρώτησε ανήσυχα και χαμήλωσε την ένταση της τηλεόρασης.

“Μην ανησυχείς. Μια χαρά είμαστε εμείς. Για σένα ανησυχώ ρε μπαμπά.”

“Για μένα; Ήμαρτον Παναγία μου νυχτιάτικα! Μια χαρά είμαι, δεν με βλέπεις;”

“Σε βλέπω… Τι τρέχει μπαμπά; Με πήρε η Σβετλάνα τηλέφωνο. Και εκείνη ανησυχεί για σένα. Όλη μέρα κοιμάσαι λέει. Τα τάπερ με το φαγητό που σου φέρνει τα βρίσκει άθικτα και ο ταχυδρόμος σε επισκέπτεται πλέον σχεδόν καθημερινά. Θες να μου πεις τι συμβαίνει;” ρώτησε γλυκά και έσκυψε λίγο τον κορμό του προς τον πατέρα του μιμούμενος εκείνον, που όταν σαν παιδί ήθελε να τον νουθετήσει για κάτι, έκανε ακριβώς το ίδιο. Αντιστροφή ρόλων, σκέφτηκε και χαμογέλασε πικρά στη σκέψη.

“Τη ρουφιάνα! Αυτή με κάρφωσε; Εγώ φταίω που της πήρα δώρο το πρίτι κολάν! Το φοράει όμως η Κα Γκε Μπε! Το φοράει η σπιούνα!” άρχισε να φωνάζει ο κύριος Ισίδωρος που πλέον στεκόταν όρθιος ανεμίζοντας τον κόκκινο ζουρλομανδύα σαν άλλος Νέρωνας.

“Μπαμπά, η Σβετλάνα σε αγαπάει και σε νοιάζεται. Μην τα βάζεις μαζί της. Σε παρακαλώ, βγάλε αυτό το πράγμα που φοράς και κάτσε να μιλήσουμε λιγάκι σοβαρά.”

“Αυτό το πράγμα, είναι η έξυπνη κουβέρτα! Και αν θες να ξέρεις, τέτοιες σκοπεύω να πάρω σε όλους σας για να Χριστούγεννα. Είναι καταπληκτική. Μα πιάσε την να δεις τι μαλακή που είναι!” είπε και άπλωσε το χέρι του προς το γιο του που αποσβολωμένος τον κοιτούσε με ανησυχία.

“Που έχεις μπλέξει ρε πατέρα; Πρώην δικαστής να μιλάς με τέτοιο πάθος για μια κουβέρτα φλις με μανίκια που μοιάζει με ζουρλομανδύα; Ειλικρινά προσπαθώ να σε καταλάβω, αλλά δεν μπορώ. Ο κοινός μας λογαριασμός, ο κοινός λογαριασμός που εσύ επέμενες να με βάλεις δεύτερο όνομα, τον τελευταίο μήνα δείχνει πως έχεις ξοδέψει ένα παράλογο ποσό. Και όχι δεν σου κάνω κουμάντο στα λεφτά σου! Δικά σου είναι και μπορείς να τα κάψεις αν το θες. Αλλά όχι ρε πατέρα να κάνεις τις οικονομίες σου κολάν και κουβέρτες που σου πασάρουν στην τηλεόραση!”

“Νομίζεις πως ξεμωράθηκα; Ώρα είναι να με απειλήσεις πως θα με κλείσεις και σε κανένα οίκο ευγηρίας επειδή τα έχω χαμένα…”

“Όχι ρε μπαμπά! Δεν θέλω να τσακωθούμε το φελέκι μου! Να μου εξηγήσεις θέλω!” είπε και εξαντλημένος έβγαλε ένα τσιγάρο και το έβαλε στο στόμα του. Και όσο ο Αντώνης κάπνιζε, εκείνος προσπάθησε να του εξηγήσει.

“Ήταν η καλύτερη μαγείρισσα. Αυτά που φτιάχνει η Σβετλάνα νόστιμα είναι, αλλά σαν εκείνης δεν είναι. Πρώτο αγόρασα τον έξυπνο σεφ. Μια ζωή με παρακαλούσε να της μαγειρέψω και εγώ μια φορά. Που να μάθω όμως να μαγειρεύω κανονικά στα 81… Πήρα έτσι τον έξυπνο σεφ που μαγειρεύει χωρίς κόπο στον μισό χρόνο. Και πράγματι, κατάφερα να φτιάξω την τελειότερη ομελέτα. Τώρα όμως που είχα γίνει έξυπνος σεφ, χρειαζόμουν μαχαίρια. Γι’ αυτό πήρα και τα μαχαίρια σαμουράι. Έβαλα όμως λίγα κιλά με τις ομελέτες και κάπως έτσι αγόρασα και το όργανο γυμναστικής για ηλικιωμένους. Στο παλιό σου δωμάτιο είναι αν θες να το δεις. Μην στα πολυλογώ, ακολούθησε η έξυπνη κουβέρτα, το θερμαινόμενο υπόστρωμα, ο αποχυμωτής, μέχρι και το σφουγγάρι για το πόδι αγόρασα και παραλίγο να γλιστρήσω στο μπάνιο… Ο μισός και βάλε κατάλογος του τηλεμάρκετινγκ είναι πλέον δικός μου…” είπε μελαγχολικά ενώ καθόταν στην άκρη του καναπέ και πάλι, τυλίγοντας σφιχτά την κόκκινη κουβέρτα γύρω του.

“Γιατί όμως μπαμπά; Γιατί;” ρώτησε ο Αντώνης και σβήνοντας το τσιγάρο μετακινήθηκε και κάθισε δίπλα στον πατέρα του ακουμπώντας του στοργικά το γόνατο.

“Πενήντα χρόνια κοιμόμασταν μαζί… Ξέρεις πως είναι να πρέπει μετά από πενήντα χρόνια να κοιμάσαι και πάλι μόνος σου; Τους πρώτους μήνες τα κατάφερνα. Όσο ο καιρός όμως περνάει, δεν μπορώ. Απλά δεν μπορώ. Δοκίμασα να πιω χαμομήλι. Μέχρι και ένα ηρεμιστικό δοκίμασα να πιω από αυτά που είχαν μείνει από την κηδεία. Τίποτα όμως. Λες και εκείνη φεύγοντας μου πήρε τον ύπνο μου. Έτσι άρχισα να ξενυχτάω μπροστά στην τηλεόραση.” παραδέχτηκε ενοχικά αποφεύγοντας να ξεστομίσει ευθέως αυτό που του έκαιγε την γλώσσα για να μην πικράνει περισσότερο το παιδί του.

“Και εμένα μου λείπει μπαμπά… Και εμένα. Ξέρουμε όμως καλά και οι δυο πως τουλάχιστον τώρα δεν υποφέρει. Γιατί δεν έρχεσαι να μείνεις μαζί μας; Τόσες φορές στο είπα. Η Κατερίνα και τα παιδιά το θέλουν όσο και εγώ. Εσύ επιμένεις όμως να μένεις εδώ που όλα ακόμα φωνάζουν τόσο δυνατά το όνομα της. Δεν σου ζητάω να την ξεχάσεις, να την αφήσεις να ηρεμήσει σου ζητάω και μαζί να ηρεμήσεις και εσύ. Δεν θα στο λύσει το πρόβλημα η έξυπνη κουβέρτα…”

“Μην είσαι ανόητος! Φυσικά και γνωρίζω πως δεν θα λύσει τη μελαγχολία και τη μοναξιά που νιώθω η έξυπνη κουβέρτα. Απλά με την έξυπνη κουβέρτα δεν κρυώνει το σώμα μου. Αντώνη, δεν θα έρθω να μείνω μαζί σας. Μην τα ξαναλέμε. Όσο με βαστάνε τα πόδια μου και το μυαλό μου, εδώ θα μείνω. Χρόνο χρειάζομαι. Χρόνο να μάθω να ζω χωρίς εκείνη. Και επέτρεψε μου να κάνω καμιά χαζομάρα που και που. Εκείνη θα γελούσε αν με έβλεπε σε αυτή την ηλικία να προσπαθώ να γυμναστώ και να μαγειρέψω. Και η σκέψη πως εκείνη από κάπου γελάει με τα καμώματα μου, είναι η μόνη μου παρηγοριά. Μην ανησυχείς παιδί μου. Θα συνέλθω!” είπε αποφασιστικά και κούμπωσε το γέρικο χέρι του πάνω στο χέρι του γιου του σφίγγοντας το. Και έτσι με ένα δυνατό σφίξιμο οι ρόλοι είχαν ξαναγυρίσει στο κανονικό τους. Ο Αντώνης ήταν και πάλι το παιδί και Ισίδωρος ο αιώνιος βράχος του.

“Εντάξει μπαμπά…Εντάξει”, ψέλλισε παραδομένος και σηκώθηκε για να φύγει πολύ πιο ήρεμος από ότι είχε έρθει. Ο Ισίδωρος του χαμογέλασε και κρατώντας τον από τον ώμο τον ακολούθησε προς την πόρτα. Λίγο όμως πριν ανοίξει την πόρτα, γύρισε και αγκάλιασε τον πατέρα του σφιχτά.

“Έλα, ολόκληρος άντρας! Και που είσαι; Εγώ τις έξυπνες κουβέρτες θα σας τις αγοράσω και θα με θυμηθείς. Και την Κυριακή που μας έρχεται, να πάρεις την Κατερίνα και τα παιδιά και να έρθετε να σας κάνω το τραπέζι. Περιμένω τον ντολμαδοπαρασκευαστή από μέρα σε μέρα. Και θα φτιάξω τη συνταγή της μαμάς! Τη βρήκα μέσα σε ένα παλιό βιβλίο μαγειρικής. Θα ζητήσω από την Κα Γκε Μπε να με βοηθήσει”, είπε γελώντας προσπαθώντας να διώξει τη συγκίνηση που του προκαλούσε αυτή η αγκαλιά, παρασέρνοντας και τον Αντώνη σ’ ένα νευρικό γέλιο. Ένα γέλιο, που μέσα στη μαύρη νύχτα έμοιαζε τόσο παράταιρο και τόσο εκκωφαντικό, που σίγουρα ακόμα και οι κάτοικοι του ουρανού θα το είχαν ακούσει.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook