Τιτιβίσματα…

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

«Θα τη σκοτώσω τη καργιόλα» έλεγε μέσα από τα δόντια του όλο το απόγευμα καθισμένος σε μία ψάθινη καρέκλα καφενείου που βρομοκοπούσε τσιγαρίλα, τσίπουρο και αντρίλα. Ήταν τύφλα πάλι ,τα βλέφαρά του είχαν βαρύνει απ’ το πιοτί,κατακόκκινα και απ’ το στόμα του έτρεχαν τα σάλια του. Ήταν θυμωμένος, ή μάλλον όχι απλά θυμωμένος , αυτή τη φορά ήταν εκτός εαυτού, κι όμως καθόταν ακίνητος για ώρες σε αυτή την παλιοκαρέκλα και το μόνο που έλεγε ήταν αυτό. Σηκώθηκε αργά, τρεκλίζοντας, άφησε λίγα χαρτονομίσματα για το τσίπουρο στο τραπέζι και με όση υπερηφάνεια του είχε μείνει κίνησε για το σπίτι. Όλα τα μάτια των συγχωριανών του ήταν πάνω του καρφωμένα τα ΄νιωθε σα το καυτό σίδερο να του μαρκάρουν τη σάρκα, τα ‘νιωθε πάνω του ακίνητα ,αποδοκιμαστικά, κοροϊδευτικά, λυπησιάρικα. Και σαν δοκίμαζε να τα αντικρίσει αντί να χαμηλώνουν τον κοιτούσαν ακόμη πιο έντονα, απροκάλυπτα ,ξετσίπωτα. Αλλά και πώς να μην ήταν;

Ο Μανώλης δεν ήταν πάντα έτσι, του άρεσε το τσιπουράκι αλλά μόνο για να πίνει από κανένα μετά τη δουλειά έτσι για να του ανοίξει η όρεξη έλεγε. Μέχρι που μια μέρα αποφάσισε να γυρίσει λίγο νωρίτερα, δεν είχε και πολύ δουλειά εκείνες τις μέρες στο συνεργείο και έτσι το έκλεισε και κίνησε για το σπίτι. Στο δρόμο μάλιστα αναρωτιόταν τι φαΐ να του ‘χει μαγειρέψει άραγε σήμερα ; Θα το ‘χε πετύχει ή έπρεπε πάλι να προσποιηθεί για την απίστευτη νοστιμάδα του ενώ θα κοιτούσε πώς να το φτύσει στα κρυφά μη τυχόν και τον δει και την κακοκαρδίσει. Αλλά αυτό για το οποίο καρτερούσε και πετάριζε η καρδιά του ήταν για τα χάδια της και τα φιλιά της. Φορούσε εκείνες τις μοβ μεταξωτές κάλτσες που της της είχε αγοράσει και του σερβίριζε το φαγητό του στο τραπέζι φορώντας μόνο αυτές και ένα κατακόκκινο κραγιόν. Τα μαλλιά της πυρόξανθα και σγουρά , πέφταν και ακουμπούσαν του γυμνούς της ώμους και εκείνος ξετρελαμένος έκανε ότι του ζητούσε. Όμως εκείνο το μεσημέρι σα γύρισε νωρίτερα προτού βάλει το κλειδί στην πόρτα κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Έκανε τη γύρα του σπιτιού για να μπει από την πίσω πόρτα της κουζίνας και τότε την είδε ακουμπισμένη στον πάγκο της κουζίνας, ολόγυμνη να κάνει ανομολόγητα πράγματα, πράγματα που σε εκείνον δεν έκανε ποτέ. Τα μαλλιά της είχαν καλύψει το πρόσωπο του, όμως για μια στιγμή έκανε πίσω το κεφάλι της και τότε τον είδε. Μία μικρούλα στιγμούλα έφτανε μόνο για να καταλάβει ότι αυτό ο άλλος ήταν ο ίδιος ο αδερφός του.

Πόσο χρόνο άραγε χρειάζεται το μυαλό για να χαθεί; Ο Μανώλης νόμιζε ότι στέκονταν εκεί μία αιωνιότητα. Κάποια στιγμή ένιωσε πως ξύπνησε από λήθαργο , μάζεψε αργά το κλειδί που είχε μείνει μετέωρο στο χέρι του και κίνησε για το μαγαζί με βήματα ζαλισμένα και χαμένα στην τρέλα που είχε απλώσει τα δίχτυα της στο μυαλό του. Στο δρόμο αποφάσισε να κάτσει να πιει και εκείνο το βράδυ ήταν και το πρώτο βράδυ που γύρισε στο σπίτι του αργά και στουπί.
Εκείνη τον περίμενε στο σκαμνί της κουζίνας τους καθισμένη, με ένα τσιγάρο στο χέρι κοιτώντας τον με λάγνο βλέμμα. «Την πουτάνα», σκέφτηκε, δεν της το ‘πε, μόνο προσποιήθηκε ότι ήταν κουρασμένος και έπεσε κούτσουρο στο κρεβάτι.

Δέκα μήνες πέρασαν έτσι, με αυτή την εικόνα να του στοιχειώνει το μυαλό και μέρα με τη μέρα να του το αρρωσταίνει όλο και περισσότερο. Τα μάτια του είχαν πια χάσει την παλιά τους ζωηράδα, το μαγαζί σπάνια το άνοιγε και το μόνο μέρος που τον συναντούσες ήταν το καφενείο. Εκεί ξημεροβραδιαζόταν, χαμένος μέσα στο λαβύρινθο των σκέψεών του, λαβύρινθο χωρίς έξοδο. Ο αδερφός του καμωνόταν πως νοιαζόταν ενώ το μόνο που έκανε ήταν ,όσο εκείνος βυθιζόταν στο σκοτάδι του, να του κλέβει το σπιτικό του, το μαγαζί του, τη γυναίκα του, τη ζωή του. Πόσο έξω είχε πέσει. Όχι μόνο για τον αδερφό του και την άλλη τη σκρόφα, αλλά για όλους τους άλλους στο χωριό συγγενείς και φίλους. Όλοι τον κοροϊδεύαν πια, στην αρχή πίσω από την πλάτη του, τώρα πια και μπροστά του. Και εκείνη η άτιμη να διατυμπανίζει τον ξεπεσμό του και πως τόσο καιρό σκάρτος ήταν και τζούφιος και ένα παιδί δεν της χάριζε. Αλλά θα τον χώριζε λέει και θα παντρευόταν τον άλλο που ήταν καλύτερος.

«Θα τη σκοτώσω την καργιόλα» έλεγε και ξανάλεγε εκείνο το βράδυ μέσα στο γκρίζο σύννεφο του χαμένου του μυαλού.
Σηκώθηκε τρεκλίζοντας. Όλοι τον κοιτούσαν, γελούσαν και τον δείχνανε που ήταν κατουρημένος και χεσμένος από το μεθύσι και την αλλοφροσύνη που είχε κυριεύσει το μυαλό του. Κουνούσαν τα χέρια τους δίπλα στο κεφάλι τους δείχνοντας ότι πάει τρελάθηκε ο Μανωλιός .

Το επόμενο πρωί ,ότι είχε ανέβει το φως στον ουρανό , ακούστηκαν από την πλατεία ουρλιαχτά. Η φρίκη είχε ξημερώσει εκείνη τη μέρα μαζί με τους κατοίκους και γελούσε σατανικά πάνω από τα κεφάλια τους, ευχαριστημένη από το κακό που τους είχε φέρει, ανταμείβοντάς τους καλά για την κακία τους. Εκείνοι την φώναξαν να έρθει, με τη στάση τους, την απανθρωπιά τους και την απονιά τους.

Πάνω στην πλατεία το μόνο που έβλεπες ήταν αίμα. Κόκκινο σαν τα μαλλιά της ενώ το σώμα της ένα μάτσο κομμένο κρέας δεν ξεχώριζες που είναι τα πόδια και που είναι τα χέρια. Παραπέρα δυο σκυλιά τραβολογούσαν με λύσσα το ένα με το άλλο τη γλώσσα ενώ τα σπλάχνα της ήταν πεταμένα εδώ και εκεί στις καρέκλες του καφενείου.
Ο Μανώλης ήταν εκεί . Καθισμένος στην καρέκλα που πάντα κάθονταν κοιτούσε με απλανές βλέμμα την ανατολή ενώ στα χέρια του κρατούσε το πυρόξανθο κεφάλι της. Δίπλα του ακριβώς καθόταν ο αδερφός του, ακίνητος, παλουκωμένος με το κυνηγετικό μαχαίρι που πετσόκοψε εκείνη και τυφλός. Τώρα οι φωνές στο κεφάλι του είχαν πάψει και το μόνο που άκουγε ήταν τιτιβίσματα και σιωπή.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook