Κάποτε ήμασταν ένα.

Εσύ κι εγώ.

Εγώ κι εσύ.

Τώρα έμεινε μόνο του το εσύ.

Κι ένα ηχηρό εγώ.

Μπήκες στο κατάστημα που δούλευα σαν πωλήτρια, να ρωτήσεις για μία οδό. Το βλέμμα σου, μπλαζέ. Το ύφος μου αδιάφορο. Με μια μικρή αναίδεια. Έτοιμη την είχα την πελάτισσα, αν μου χάλαγες την πώληση… Και δεν καταλάβαινες και τις οδηγίες που σου έδινα ρε φίλε! Χρειάστηκε να βγω στην πόρτα για να σου δείξω σε ποιο στενό θα στρίψεις. Γυρνώντας σου, την πλάτη ψιθύρισα μέσα από τα δόντια μου:
«Αν μου κάνεις χαλάστρα, τι θα ακούσεις…»

Δυο ώρες μετά, διέκρινα το βλέμμα σου να με ψάχνει ανάμεσα σε κρεμάστρες και καλόγερους… Κρυβόμουν πίσω από τα παλτά και τα μαντώ.
«Σου έκανα χαλάστρα τελικά; Πάντως η κυρία που εξυπηρετούσες πριν, πρέπει να ήταν έτοιμη να σηκώσει το μισό μαγαζί, αν κρίνω από το ύφος που είχες…»

Είχες εκείνο το αυτάρεσκο, όλο σιγουριά βλέμμα που πάντα με εκνεύριζε, σιγά να μη σε άφηνα χωρίς απάντηση!
«Εσείς, την δουλίτσα σας, μια χαρά την κάνατε. Καλό θα ήταν να μας αφήνατε να κάνουμε κι εμείς την δική μας».
«Σου χάλασα την πώληση, δηλαδή;»
«Σας λέω απλά, πως δύο άσχετοι σαν εσάς την ημέρα και οι μισές πωλήτριες θα βρεθούν στο δρόμο να ψάχνουν για δουλειά. Ευχαριστώ για το ενδιαφέρον και αντίο σας!»
«Θα μπορούσα μήπως, να… αντισταθμίσω την απώλειά σου με ένα ποτό, έναν καφέ τουλάχιστον;»

Έξαλλη έγινα! Σιγά μη βγάλεις και γκόμενα!!!

«Κατά πρώτον, η απώλεια είναι στο ταμείο της επιχείρησης αρχικά, και μετά στην τσέπη μου, καθώς πληρώνομαι με ποσοστά επί των πωλήσεων. Κατά δεύτερον, δεν νομίζω να σας έδωσα το δικαίωμα να νομίζετε πως μπορείτε να μου προτείνετε να βγούμε παρέα. Όπως βλέπετε, η συμπεριφορά μου είναι άκρως επαγγελματική και ακόμη και τώρα, σας μιλάω στον πληθυντικό, εν αντιθέσει με εσάς, που αγενέστατα κατά τη γνώμη μου, χρησιμοποιείτε τον ενικό αναφερόμενος στο πρόσωπό μου!»
«Εντάξει, με στολίσατε κανονικότατα, και μου άξιζε. Μπορείτε να μου προτείνετε κάποιο σύνολο για την αδελφή μου; Θα ήθελα να της κάνω ένα δώρο, μιας και πλησιάζουν τα γενέθλιά της».

Τα ακριβότερα σου έδειξα. Και σου πούλησα τελικά. Και σιγά μη σου έκανα και έκπτωση! Νέες παραλαβές, sorry κύριος!

Μια εβδομάδα μετά, ξανάρθες. Ζήτησα το δεκάλεπτο διάλλειμα μου και έστειλα άλλη κοπέλα να σε εξυπηρετήσει. Έφυγες με έναν σεβαστό λογαριασμό. Δέκα μέρες μετά, μπήκες με εμφανώς άλλο ύφος… Πώς να το πω; Πιο ταπεινά. Με περισσότερη ευγένεια. Στο βλέμμα, όχι στις λέξεις. Επέμεινες να σε εξυπηρετήσω εγώ.

Είχα άλλη πελάτισσα. Θα περίμενες.

Ήταν η ώρα να κάνω το διάλλειμά μου. Με περίμενες και πάλι.

Και ψώνισες ξανά. Για την αδελφή σου. Την ίδια που ψώνιζες και τις προηγούμενες φορές. Και ήρθε και εγκαταστάθηκε αυτή η πονηρή φωνούλα μέσα στο μυαλό μου, που μου φώναζε «για την γκόμενα ψωνίζει και αν του κάτσεις κι εσύ, δεν θα του πέσει πλάκωμα».

Για πρώτη φορά σου φέρθηκα αντιεπαγγελματικά. Ρούχα που δεν ταίριαζαν μεταξύ τους, παλαιότερων συλλογών, που μόνο η Ζωζώ Σαπουντζάκη τα φόρεσε όσο ήταν στην μόδα, και από νούμερα; XS ως XL… Κάπου μέσα μου ήθελα να έρθει η «αδελφή» σου να κάνει τις αλλαγές. Κι αν ήταν γκόμενα, να καταλάβω το στυλ γυναίκας που σου αρέσει. Λες και δεν είχα καταλάβει ότι σου άρεσα κι εγώ. Αμάν, αυτές οι ανασφάλειες…

Τις επόμενες μέρες, καμιά κυρία δεν εμφανίστηκε για να αλλάξει τα ρούχα. Όσο κακόγουστη και να ήταν, δεν μπορεί, δεν θα της έκαναν!

Ξανάρθες. Αυτή τη φορά έτρεξα να σε αναλάβω εγώ.

«Ευχαριστημένη η αδελφή σας; Τόσο, που σας ξαναέστειλε;»
«Ναι, της άρεσαν πολύ και είπε να εμπιστευθεί το γούστο μου, μαζί και το δικό σας, για μία τελευταία φορά».

Τώρα, ποιος κορόιδευε ποιον; Και γιατί τελευταία;

Αφού πλήρωσες ένα –πραγματικά- ωραίο σύνολο που σου υπέδειξα, μου έκλεισες το μάτι και επέστρεψες στον ενικό.

«Έχεις καταλάβει ότι δεν υπάρχει αδελφή, έτσι;»

Στους δέκα μήνες παντρευτήκαμε. Ήταν η εποχή που έλεγες πως έβλεπες τα μάτια μου στην θάλασσα, κι εγώ ένιωθα το βλέμμα σου, παντού να με ακολουθεί.

Σύντομα άρχισαν να μας ρωτούν οι συγγενείς πότε θα… βάλουμε μπροστά για παιδί. Λες και είναι μηχανή, «κάτσε μπάρμπα να ζεσταθεί λιγάκι!»

Πόσο το θέλαμε! Πόσο το λαχταρούσαμε και οι δύο. Και όχι μόνο ένα. Μοναχοπαίδια και οι δυο, θέλαμε η δική μας οικογένεια να είναι πολυμελής. Νέοι ήμασταν, ερωτευμένοι, με κοινούς στόχους στη ζωή!

Έμεινα έγκυος πολύ γρήγορα. Και η θάλασσα απέκτησε πιο φωτεινό χρώμα. Γαλάζιο, και χρυσό. Δεν είχα βλέμμα παρά μόνο για σένα. Δεν με άφηνες από την αγκαλιά σου. Ήμασταν ένα. Εσύ κι εγώ. Εγώ κι εσύ.

Όσο γρήγορα έμεινα έγκυος, τόσο γρήγορα απέβαλα.

Ανταριασμένη η θάλασσα.

«Μπόρα είναι, θα περάσει» είπες. Και με πήγες ταξίδι στο βουνό, όταν το μόνο που ήθελα ήταν να αγαπήσω ξανά την θάλασσα.

Σε εκείνο το ταξίδι τσακωθήκαμε. Άσχημα. Για πρώτη φορά. Δεν με κατηγόρησες για την αποβολή. Υπονόησες όμως πως αν είχα σταματήσει τη δουλειά, ίσως και να μην είχα αποβάλλει. Μπορεί να είχε περάσει από το μυαλό μου, αυτή η τρομακτική σκέψη, αλλά την έδιωχνα. Μέσα μου ήξερα πως δεν θα έκανα ποτέ κάτι που θα έβλαπτε το αγέννητο μωρό μου. Πάλευα ακόμη να ακούσω το δικό μου ένστικτο και να διώξω όλες αυτές τις «άκυρες» σκέψεις μου…

Ξαφνικά, αυτές οι επώδυνες σκέψεις, βγήκαν έξω, χώθηκαν ανάμεσά μας και απέκτησαν φωνή. Την δική σου φωνή. Και ριζώθηκαν βαθιά σαν ενοχές μέσα μου. Επιστρέφοντας στην Αθήνα, ένιωθα το κορμί μου να συρρικνώνεται στο κάθισμα του συνοδηγού. Και μπαίνοντας στο σπίτι μας, παραδόθηκα. Σου ανακοίνωσα πως θα παραιτηθώ. Πιστεύαμε και οι δύο πως γάμος συνεπάγεται μεγάλη οικογένεια. Και ήθελα να σου δείξω πόσο πολύ σε αγαπώ χαρίζοντάς σου αυτό που λαχταρούσες περισσότερο: τις παιδικές φωνές. Εξάλλου, οικονομικό πρόβλημα δεν είχαμε. Μέναμε σε δικό μας σπίτι, καλή δουλειά είχες, να είναι καλά και οι γονείς σου, μας είχαν κάνει δώρο στον γάμο μας ένα ικανοποιητικό ποσό στην τράπεζα για να ξεκινήσουμε τη ζωή μας. Μαζί με τη δουλειά, έχασα και την φωνή μου. Άρχισαν να μειώνονται τα αποθέματα ενέργειας.

Σύντομα, ήρθε η δεύτερη εγκυμοσύνη. Και η δεύτερη αποβολή.

Και μια ιδέα κατάθλιψης. Και ήσουν τόσο προστατευτικός απέναντί μου, που με πλήγωνες. Με έπνιγε η αγάπη σου, με πόναγε. Με φόρτωνε με περισσότερες τύψεις. Αν δεν πήγαινα για ψώνια στην λαϊκή, αν δεν σήκωνα την σακούλα από το σούπερ μάρκετ, αν δεν πήγαινα για καφέ με τις φίλες μου, αν…, αν…, ΑΝ, ΑΝ, ΑΝ.

Σχεδόν απαίτησα να αλλάξω γιατρό. Δεν επιρρίπτω ευθύνες σε εκείνον. Εξαιρετικός γιατρός. Εγώ είχα ανάγκη από έναν αέρα ανανέωσης. Να κάνω restart στο όνειρο. Ξεκινήσαμε από την αρχή. Εξετάσεις, υπέρηχους, σπερμοδιάγραμμα, εξετάσεις DNA. Και ξανά, για να επιβεβαιώσουμε τα αποτελέσματα. Πάλι καλά που δεν δούλευα… πως θα μπορούσα να τρέχω όλη μέρα στους γιατρούς; Από την άλλη, όλες αυτές οι εξετάσεις κοστίζουν… Αγχωνόμουν, πιεζόμουν κάθε μέρα και πιο πολύ. Και άνοιγες την αγκαλιά σου και χωνόμουν μέσα, όλο και πιο βαθιά.

«Γιατί αγχώνεσαι βρε κουτό και μου στεναχωριέσαι; Αφού είμαστε μαζί, όλα τα μπορούμε! Για αρχή, θα πάμε στην Βενετία, το ταξίδι που ονειρευόμασταν από την πρώτη μέρα. Και μην σε νοιάζουν τα χρήματα, εσύ να είσαι καλά, σε αγαπώ όσο τίποτε άλλο στον κόσμο, πάντα θα είσαι εσύ και μετά, όλα τα άλλα!»

Με έκανες να νιώθω βασίλισσα, πόσο σε αγαπώ γι’ αυτό! Στιγμή δεν με εγκατέλειψες. Πέντε μέρες στην Βενετία και ξαφνικά, άλλαξες τα εισιτήρια της επιστροφής και με πήγες στο Παρίσι! Ξαναέγινα το κορίτσι που ερωτεύτηκες μέσα σε εκείνο το εμπορικό της Ερμού… και έτσι απλά, χωρίς δεύτερη σκέψη, όπως ξαφνικά τα έκανες όλα, αποφάσισες να πάμε και στο Παρίσι.

«Οι πρώτες πέντε μέρες στην Βενετία, ήταν το δώρο μου σε σένα. Το Παρίσι, είναι το δώρο μου σε εμάς!»

Επιστρέψαμε στην σκληρή πραγματικότητα. Μπήκαμε στην ομάδα των υπογόνιμων ζευγαριών. Αρχίσαμε θεραπείες. Και ενέσεις. Και χάπια. Εξετάσεις και ξανά εξετάσεις. Σαλπιγγογραφίες, υπέρηχοι, εξετάσεις αίματος… Σου ζήτησα μόνο ένα πράγμα: Να μην ξέρει κανείς τίποτα. Ήμουν πολύ πιο δυνατή από όσο νόμιζες. Δεν είχα ανάγκη από την υποστήριξη κανενός. Πολύ περισσότερο τον οίκτο τους. Η δική σου αγάπη ήταν, και παραμένει, η μόνη κινητήριος δύναμη που είχα ανάγκη.

Μπήκαμε στον χορό της εξωσωματικής.
Μην κάνετε έτσι, δεν είναι κάτι φοβερό. Χορός είναι. Μπαίνεις στον κύκλο και χορεύεις. Δεν θέλει ντροπές, ούτε φοβίες. Σφίγγεις τα δόντια και προχωράς. Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, έτσι δεν λένε; Είχα τον ιερότερο σκοπό μπροστά μου, τι κι αν το μέσο ήταν το κορμί μου;

Επτά προσπάθειες, αποτυχημένες.

Και κάθε φορά, έψαχνα τον πιο χοντρό τοίχο να χτυπήσω το κεφάλι μου. Και κάθε φορά γινόσουν και πιο στοργικός.

Και κάθε φορά συρρικνωνόμουν όλο και περισσότερο.

Και βούλιαζα όλο και πιο βαθιά στην κατάθλιψη.

Απ’ τα μαλλιά με τράβαγες και με έβγαζες στην επιφάνεια, επούλωνες τις πληγές μου και ξεκινάγαμε πάλι τον αγώνα. Μαζί.

Πάντα μαζί.

Πριν λίγες μέρες, μου ανακοίνωσες πως σκέφτεσαι να πουλήσεις το θηριώδες τζιπ που μισούσα.

«Γιατί;»
«Γιατί σ’ αγαπώ. Αφού δεν σου αρέσει, θα το πουλήσω. Και θα πάρουμε ένα πιο μικρό, να μπορείς να το πάρεις κι εσύ να πας κάπου, με το παιδί μας, αύριο μεθαύριο…»

Χθες, ο γιατρός μου ανακοίνωσε πως δεν αναλαμβάνει μου κάνει άλλη προσπάθεια. Πολλά φάρμακα, πάρα πολλές ορμόνες σε έναν ήδη, επιβαρημένο οργανισμό με μακρύ οικογενειακό ιστορικό καρκινογενέσεων. Γιαγιά, μητέρα, θεία…

Και μέσα μου μία σκέψη μόνο υπήρχε. Πως θα σε πείσω να αλλάξουμε πάλι γιατρό! Δεν μπορεί, κάπου θα υπήρχε κάποιος που θα αναλάμβανε το ρίσκο μαζί μου. Άλλη μία φορά. Μια τελευταία φορά. Η ύστατη προσπάθεια… Ήμουν τόσο σίγουρη, και είχα θυμώσει, και δεν θα δεχόμουν κανένα άλλο αποτέλεσμα, μόνο μια θετική Β χοριακή!

Μπαίνοντας στο σπίτι, σε άκουσα να μιλάς στο τηλέφωνο…

«… δικά μου είναι! Ότι θέλω τα κάνω, δεν μου τα δώσατε; …Τι πάει να πει αυτή θα μου τα φάει όλα, χαλάλι της, αν είναι αυτή που αγαπώ! Αν είχα εγώ κάτι, τα ίδια θα έλεγες; Και το αυτοκίνητο θα πουλήσω, και το σπίτι, και τα πάντα όλα. Μάνα είσαι εσύ; Παιδί παλεύουμε να κάνουμε, δεν τα τρώμε στα μπουζούκια!»

Οκτώ χρόνια που μπαινοβγαίνω στους γιατρούς, που τρυπάω την κοιλιά μου μέχρι και οκτώ φορές τη μέρα, που καταπίνω με τις χούφτες τα φάρμακα, ούτε μία φορά δεν σκέφτηκα ποιος ευθύνεται και δεν κάνουμε παιδί. Αντιμετωπίζαμε σαν ζευγάρι μία κατάσταση δύσκολη. Μαζί. Δεν με ενδιέφερε από ποιον προερχόταν… Εσύ αρνιόσουν να δεις την πραγματικότητα κι εγώ σε άφηνα, γιατί σε αγαπούσα. Τι νόημα είχε άλλωστε; Και σε άφηνα να εθελοτυφλείς για να μην νιώσεις να μειώνεται ο ανδρικός σου εγωισμός. Γιατί ήσουν πάντα εκεί για μένα και όφειλα να κάνω κι εγώ το ίδιο.

Μόνο που τα αποτελέσματα των εξετάσεων δεν λένε ποτέ ψέματα. Ολιγοσπερμία και μέτρια έως χαμηλή κινητικότητα.

Δέκα χρόνια σχέσης. Τα εννιά, παντρεμένοι. Και φεύγω. Τώρα.

Σε εγκαταλείπω; Όχι. Με αποδεσμεύω.

Πριν με μισήσεις. Λίγο πριν σε σιχαθώ.

Μόνο αυτό δεν θα άντεχα. Να σε σιχαθώ.

Σε μίσησα την ίδια στιγμή που σε άκουσα να μιλάς μαζί της…

Και μίσησα και τον εαυτό μου μαζί.

Αν το σκέφτηκα, δεν θα αργούσε να έρθει η ώρα που θα το ξεστόμιζα. Το τέλος, ήταν προ των πυλών.

Τι σήμερα, τι αύριο, τι τώρα…