Τον έλεγαν Λουκά

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τον έλεγαν Λουκά. Τους τελευταίους 6 μήνες, έστρωνε σε κάτι παλιά χαρτόκουτα την φθαρμένη γκρι κουβέρτα του, έπαιρνε αγκαλιά τον σκύλο του κι αποκοιμιόταν στην ίδια γωνία κοντά στη γέφυρα. Όταν πεινούσε, έβγαζε απ’ την τσάντα του ένα μικρό τενεκεδάκι και καθόταν στην είσοδο κάποιου σούπερ μάρκετ, περιμένοντας υπομονετικά να τον βοηθήσει κάποιος με χρήματα ή τρόφιμα. Δεν κοιτούσε τους περαστικούς. Το βλέμμα του ήταν πάντα στραμμένο κάτω. Ντρεπόταν, φοβόταν, ποιος ξέρει;

Τον έλεγαν Λουκά. Η μόνη του περιουσία ήταν μια παλιά σκισμένη τσάντα, η φθαρμένη γκρι κουβέρτα του κι ο Λάκι, ο σκύλος του, που πάντα τον ακολουθούσε. Οι δρόμοι τους είχαν συναντηθεί ένα χρόνο περίπου πριν, όταν ο Λάκι τον πλησίασε κι απλά κάθισε δίπλα του. Ο Λουκάς έτρωγε λαίμαργα μια τυρόπιτα κι ο σκύλος είχε κολλημένο το βλέμμα του πάνω του. Κοιτάχτηκαν και χωρίς λέξη, ο Λουκάς έκοψε τη μισή τυρόπιτα και του την έδωσε. Ο σκύλος την καταβρόχθισε και κάθισε ήσυχα πάλι στο πλάι του. Αυτό ήταν. Λίγα βλέμματα και μισή τυρόπιτα ήταν αρκετά για να γίνουν αχώριστοι. Ο ένας πάντα μαζί με τον άλλο. Φίλοι, προστάτες, συνοδοιπόροι.

Κάποιες φορές έπαιρνε φαγητό απ’ τα συσσίτια της εκκλησίας κι ενώ από χρόνια είχε πάψει να πιστεύει στο Θεό, πάντα γύριζε το βλέμμα του στον ουρανό και χαμογελούσε πριν αρχίσει να τρώει.

Δεν άνοιγε εύκολα παρτίδες. Ακόμη κι αυτούς που τον βοηθούσαν με λίγα χρήματα ή λίγο φαγητό, τους ευχαριστούσε με ένα ζεστό χαμόγελο, αλλά απέφευγε να απαντάει στις ερωτήσεις τους. Σαν να μην ήθελε κανείς να ξέρει γιατί είχε καταντήσει έτσι, από πού ήταν, τι του είχε συμβεί.

Τον έλεγαν Λουκά. Ζούσε στο δρόμο τα τελευταία 7 χρόνια, αλλά άλλαζε συχνά γειτονιές. Για κάποιο λόγο δεν μπορούσε να μείνει στο ίδιο μέρος για καιρό. Σαν κάτι να τον κυνηγούσε, σαν από κάτι να ήθελε να ξεφύγει. Μέσα του ήταν οι διώκτες του, γιατί στα χρόνια που ζούσε δεν είχε πειράξει ποτέ κανέναν. Στην ψυχή του κατοικούσαν οι δαίμονες που δεν τον άφηναν να ησυχάσει.

Την ιστορία του δεν την ήξερε κανείς. Δεν ήθελε να μιλήσει σε κανέναν. Να πει τι; Ότι πριν κάποια χρόνια ζούσε κι αυτός σαν όλους τους ανθρώπους σ’ ένα σπίτι; Ότι είχε οικογένεια, φίλους, δουλειά; Ότι κάποτε κοιμόταν κι αυτός σε κρεβάτι κι αγόραζε ρούχα, παράγγελνε φαγητό, έβγαινε βόλτες; Ότι το πρώτο βράδυ που έμεινε άστεγος, το πέρασε άυπνος σ’ ένα παγκάκι τρέμοντας; Ότι είχε πάψει από χρόνια να ζει κι απλά υπήρχε; Ότι απ’ τη μέρα που έχασε την ελπίδα του, πέθανε κι η ψυχή του κι έμεινε απλά ένα κορμί που περιφερόταν χωρίς σκοπό; Την ιστορία του δεν ήθελε να την μοιραστεί με κανέναν. Ένιωθε λίγο πως θα έμοιαζε μ’ εκείνες τις πουτάνες στις ταινίες, που λένε την ίδια δακρύβρεχτη ιστορία για το πώς βγήκαν στο δρόμο. Καμιά φορά που τα σκεφτόταν όλα αυτά, χαμογελούσε μόνος του.

Τον έλεγαν Λουκά. Στο δεξί του μπράτσο είχε μια βαθιά ουλή από μαχαίρι, από έναν τύπο που κάποια χρόνια πριν του επιτέθηκε για να του κλέψει την τσάντα του. Μια κουβέρτα, ένα μπουκάλι νερό κι ένα βιβλίο είχε στην τσάντα του κι όμως πάλεψε άγρια μαζί του για να μη του την πάρει. Τα κατάφερε. Δεν του την πήρε, αλλά λίγο πριν φύγει τον μαχαίρωσε δυνατά στο μπράτσο. Ήταν πολύ βαθύ το τραύμα του, είπε εκείνη η γιατρός στο νοσοκομείο. Του το περιποιήθηκε καλά κι εκείνος την ευχαρίστησε μ’ ένα χαμόγελο πριν φύγει.

Στην δεξιά του τσέπη είχε ένα μικρό σουγιά, ένα καπάκι από μπουκάλι νερού και μια μικρή φωτογραφία. Τη φωτογραφία μιας γυναίκας. Ήταν παλιά και φθαρμένη, όμως μπορούσες να δεις πόσο όμορφη ήταν. Ένα κορίτσι γύρω στα 20, με μαύρα, μακριά μαλλιά και μεγάλα, φωτεινά μάτια. Τι να του ήταν άραγε; Πού να βρισκόταν τώρα; Κανείς δεν ήξερε. Κανείς δεν έμαθε ποτέ.

Τα βράδια στα όνειρά του, γινόταν παιδί και βρισκόταν σε ένα μικρό, παλιό σπίτι που τον έπαιρνε αγκαλιά μια γυναίκα και του μιλούσε τρυφερά. Του φιλούσε το κεφάλι και του έδινε ψωμί με μαρμελάδα. Του τραγουδούσε και τον αποκοίμιζε στην αγκαλιά της. Καμιά φορά γινόταν έφηβος και κρατούσε το χέρι μιας κοπέλας. Της φιλούσε τρυφερά τα μαλλιά κι εκείνη του χαμογελούσε. Καμιά φορά βρισκόταν σ’ ένα παγκάκι κι έκλαιγε γοερά, κοιτώντας τρομαγμένος γύρω του. Κάθε φορά όμως, ότι κι αν γινόταν στον ύπνο του, ξυπνούσε με το ίδιο μελαγχολικό βλέμμα.

Τον έλεγαν Λουκά, αλλά τα τελευταία χρόνια σχεδόν κανείς δεν τον είχε πει με το όνομά του. Για τους περισσότερους ήταν ο άστεγος, ο κουρελής, ο ζητιάνος… Τον έλεγαν Λουκά κι απ’ τη μέρα που έλειψε απ’ την γνωστή, δική του γωνία, κανείς δεν τον αναζήτησε. Ίσως κάποιοι να αναρωτήθηκαν φευγαλέα, πού να έχει πάει ο άστεγος της γειτονιάς τους, αλλά κανείς δεν ξόδεψε παραπάνω δευτερόλεπτα για εκείνον. Ποιος νοιαζόταν άλλωστε; Είχαν όλοι τα δικά τους προβλήματα και περιδιάβαιναν βιαστικοί τον δρόμο μπροστά απ’ τη γέφυρα.

Όταν τον μετέφεραν στο νοσοκομείο και απλά διαπίστωσαν πως είχε ξεψυχήσει, ο Λάκι ήταν ο μόνος που περίμενε απ’ έξω. Ο Λάκι δεν κατάλαβε γιατί ο Λουκάς του δεν βγήκε ποτέ από εκείνο το λευκό, καταθλιπτικό κτίριο. Δεν κατάλαβε ποτέ γιατί τον άφησε. Δεν πίστεψε ποτέ πως τον είχε αφήσει. Δεν ήθελε να το πιστέψει και τριγυρνούσε συνεχώς γύρω απ’ το νοσοκομείο, περιμένοντας τον να φανεί. Δεν σταμάτησε να τον αναζητά και να τον περιμένει, μέχρι που ξεψύχησε κι εκείνος αθόρυβα σε μια γωνιά και πήγε να τον συναντήσει…

Τον έλεγαν Λουκά και πριν τον προδώσει η καρδιά του, τον είχαν προδώσει όλοι εκείνοι που αγάπησε κι ένιωθε δικούς του. Ήταν ένας άνθρωπος σαν κι εσένα κι εμένα, που δεν μπορούμε ποτέ να φανταστούμε πως θα έρθει στιγμή που δεν θα έχουμε ένα κρεβάτι, ένα σπίτι, μια αγκαλιά. Τον έλεγαν Λουκά. Ήταν κι αυτός ένας άνθρωπος σαν κι εσένα κι εμένα…

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook