Μια φορά κι έναν καιρό, ήξερα να φέρομαι και να εκτιμώ. Γυρίζουν οι λέξεις στο μυαλό μου, με ένα παιχνιδιάρικο – σχεδόν σκανταλιάρικο – τρόπο, καθώς αναθυμάμαι μια γάργαρη φωνή να λέει αυτά τα λόγια. Να φέρομαι… Και να εκτιμώ…

Βγάζω την λαδωμένη ποδιά και την αφήνω δίπλα μου. Χάνομαι μέσα σε σκέψεις και αναμνήσεις, από χρόνια χαμένα, με σβησμένα πρόσωπα και ξεχασμένες συζητήσεις. Η αντανάκλασή μου, στην σβηστή πιά οθόνη, με σοκάρει. Το σακατεμένο μούτρο έχει αλλάξει. Το μαλλί έχει αραιώσει. Το γένι είναι γεμάτο με λευκές τούφες που κάνουν την κουρασμένη όψη μου να φαντάζει γερασμένη. Το βλέμμα έχει θολώσει και είναι πλέον πιο βαθύ κι απ’ την βαθύτερη άβυσσο. Πίσωθε του υπάρχουν τέρατα, τρομακτικότερα απ’ όσα μπορείς να βρεις στην βαθύτερη τρύπα του ωκεανού και αγριότερα απ’ όσα θ’ αντάμωνες στην πιο ξεχασμένη γωνιά του πλανήτη. Κάποτε τα ‘λεγα αναμνήσεις και σήμερα ήρθ’ ο καιρός να καταλάβω πως είναι οι τύψεις για όσα άφησα να μου συμβούν.

Χτυπάω απαλά το πληκτρολόγιο για να φωτίσει τον χώρο η οθόνη. Είμαστε πλασμένοι από την σκόνη των ίδιων αυτοκτονημένων αστεριών, μα τόσο διαφορετικοί. Μεγαλώσαμε στην ίδια κοινωνία και γαλουχηθήκαμε με τις ίδιες αξίες, μέσα στις ίδιες νόρμες, μα καταλάβαμε διαφορετικά πράγματα κι ενστερνιστήκαμε ιδανικά απ’ τις αντίθετες πλευρές. Πρωτίστως ο σεβασμός προς τον συνάνθρωπο ή προς τον ίδιο μας τον εαυτό; Μου πήρε χρόνια για να καταλάβω πως όλα είναι αλληλένδετα κι ότι καμία αξία δεν έχει δύο πλευρές. Ισορροπία.

Τον καιρό που ήξερα να φέρομαι και να εκτιμώ, η νηνεμία της ζωής μου με τσάκιζε, σαν τον ναύτη που λαχταρά να δει το σπίτι του και την κυρά του, μα τον έχει καθηλώσει καταμεσής του ωκεανού, η άρνηση του ανέμου. Τώρα πια, που ξέχασα κι άφησα πίσω μου τις «ανθρώπινες» αξίες, συνειδητοποιώ ότι η νηνεμία της ζωής μού φέρνει και την απόλυτη ευτυχία – όχι άλλες έχθρες, όχι άλλα μίση, όχι άλλες κόντρες, όχι άλλο παράπονο, ούτε άλλος πόνος. Γαλήνη.

Διαβάζω και ξαναδιαβάζω τρεις αράδες, που φαντάζουν με ξίφη τα οποία υψώνονται απειλητικά απέναντί μου. Συντάσσω τις σκέψεις μου και παρατάσσω τα δάχτυλά μου, πάνω στο πάντα έτοιμο να υποδεχτεί τον λόγο μου, πληκτρολόγιο. Τίποτα δεν μου κάθεται καλά. Γράφω και σβήνω, θυμάμαι σημειώσεις μου, σκέψεις και ταξίδια νοερά, απ’ τον καιρό που πάσχιζα να καταλάβω τι πήγε στραβά και πού δεν κατάλαβα τον κόσμο. Η πίκρα που κάποτε μετουσιώθηκε σε μένος, έχει πια μετασχηματιστεί σε παγερή αδιαφορία. Ένα απλό «άντε γαμήσου» θα ‘ταν αρκετό για να λύσω το οποιοδήποτε πρόβλημα μου, στην εποχή που ούτε σέβομαι, μήτ’ εκτιμώ, μα, όχι, δεν θέλω πια να το επιλέξω. Ίσως γιατί ο πιτσιρικάς που υπάρχει ακόμη μέσα μου, χαμογελάει αγνά, κοροϊδεύοντας την νωθρότητα εκείνων που δεν έχουν μάθει ακόμη να ζουν.

Οι χαρακτήρες στην οθόνη αρχίζουν και συνθέτουν, όχι πια μια απολογία, αλλά μια εξήγηση που έχω ήδη δώσει – βλέπεις, ποτέ δεν έπαψα να λυπάμαι τους ανθρώπους και να τους δικαιολογώ. Μετρημένος είναι πια ο λόγος μου κι όχι πύρινος, στιβαρός και καθάριος, όπως ήθελα πάντοτε να είναι. Μα, τότε, παλιά, είχα εκείνη την άσβεστη οργή και το χαώδες μένος, να μου υπαγορεύει ότι πρέπει να τους σύρω τα εξ’ αμάξης για να καταλάβουν. Ίσως και να ‘χαν δίκιο. Ίσως και να ‘χα ξεμπερδέψει νωρίτερα από την νοσηρότητα και την τοξικότητα που κατέκλυζε τη ζωή μου.

Κι εκεί που περιμένω – πάντα περιμένω – ν’ αλλάξει κάτι, να μπει ένα μυαλό σ’ ένα κεφάλι και να δουλέψει όπως θα έπρεπε κι όχι όπως θα ήθελε ο κάτοχός του, βλέπω ό,τι έβλεπα πάντοτε. Να μην με σέβονται, όταν απαιτούν τον δικό μου σεβασμό. Να φέρονται σαν αγρίμια, όταν απαιτούν από μένα να φέρομαι ως μια εξέχουσα και ευγενής προσωπικότητα. Σκληροί καιροί. Χαλεποί. Βάρβαροι. Ορισμένοι δεν θα σώσουν να βάλουν μυαλό σ’ αυτή τη ζωή. Για τη βλακεία ή το γινάτι τους.

Αναγκαστική προσγείωση στην σκληρή πραγματικότητα. Ένα κι ένα κάνει δύο – το δεχόμαστε όλοι εκτός από εσένα· τελικά το πρόβλημα το ‘χεις εσύ, ή εμείς; Μα, ακόμη κι έτσι, ακόμη και με μια ανέλπιδη προσπάθεια να βάλω μυαλό σε κάποιον που δεν θέλει να το έχει, δεν κατάφερα τίποτα. Κάποτε, τότε που ήξερα και να φέρομαι, αλλά και να εκτιμώ, θα πάλευα με το θεριό και θα το νικούσα. Πλέον, σιχάθηκα τον κόσμο και τα καπρίτσια του και φεύγω απ’ όπου βλέπω σκοτάδι, ακόμη κι αν ελπίζω πως, την τελευταία στιγμή, ως από μηχανής θεός, μια μικρή μαρμαρυγή, θα έρθει να διαλύσει έναν αναπόφευκτο καυγά.

Δεν δουλεύει τίποτα και δεν θλίβομαι πια, μιας κι έμαθα να σηκώνω το μεσαίο μου δάχτυλο ακόμη και σ’ άτομα για τα οποία, κάποτε, έμπαινα ολόκληρος στη φωτιά. Το να πετάξω κάποιον έξω από την ζωή μου, είναι ευκολότερο απ’ το να αφήσω τα σκουπίδια μέσα στον κάδο. Όσο κι αν πονάει, όσο κι αν με θλίβει.

Σταμάτα να «φέρεσαι» και «εκτιμάς» μόνο όπως το θέλουν οι άλλοι. Όσο παραμένεις μέσα σε τοξικές σχέσεις, είτε είναι ο έρωτάς σου, είτε ο φίλος, είτε η οικογένεια, τόσο θα βλέπεις – εσύ και μόνο εσύ – τα αδηφάγα τέρατα του μυαλού σου να κατασπαράζουν τα θραύσματα της ψυχής σου. Μάθε, πρωτίστως, να φέρεσαι σωστά στον εαυτό σου και σ’ όσους σου φέρονται σωστά, σ’ όσους θέλουν να σε βλέπουν καλά, σ’ όσους σ’ αγαπάνε. Η λύπηση κι ο οίκτος είναι για τους δειλούς και τους αδύναμους. Κι όσο τους λυπάσαι, τόσο θα σε λογίζουν για δειλό κι αδύναμο. Κι όσο ξέρουν πως είσαι ο δειλός κι ο αδύναμος, τόσο θα προσπαθούν να σε πατήσουν, τόσο θα το επιτρέπεις κι εσύ, τόσο δεν θα σπάει αυτός ο ατέρμονος βρόγχος. Θα σταματήσουν να σε λογχίζουν όταν θα σταματήσεις να τους το επιτρέπεις. Μόνο όταν τελειώσουν όλα, θα καταλάβεις πόσο πιο εύκολη είναι η ζωή, χωρίς φίλους, έρωτες κι οικογένεια που μόνο απαιτούν να έχεις μια συγκεκριμένη συμπεριφορά απέναντί τους, χωρίς, όμως, να σέβονται τον χώρο, τον χρόνο, την ιδιοσυγκρασία και τον ψυχισμό σου.

***

O Τάκης, ο Βρωμύλος Σουβλατζής, κοίταζε αποχαυνωμένα την οθόνη του υπολογιστή του. Εκείνο το σχόλιο με το ένα αστεράκι που είχε κάνει ο πάλαι ποτέ συνέταιρός του, στην σελίδα του μαγαζιού, στο facebook, δεν τον πείραζε, μα τον ενοχλούσε ο τρόπος ενός ανθρώπου, για τον οποίο ήταν διατεθειμένος να κόψει το δεξί του χέρι. Η μακροσκελής του απάντηση, τον ικανοποιούσε απόλυτα, μα ήταν σίγουρος πως ο Γιάννος ήταν σουρωμένος. Κι ήξερε, ότι όταν ο Γιάννος ήταν σουρωμένος, τον έπιανε το παράπονο κι έγραφε ό,τι του κατέβαινε στην γκάβα.
Σκάλισε λίγο την μύτη του, αποφάνθηκε ότι δεν είχε νόημα να χαραμίσει ένα τέτοιο θέσφατο για τον πιωμένο, κι ύστερα σήκωσε το φρύδι του. «ΑΝΤΕ ΓΑΜΗΣΟΥ, ΓΙΑΝΝΟ!» απάντησε στην κριτική κι ύστερα, πήγε στην σελίδα του «Πατσατζίδικο – Ο Γιάννος», ίσα για να βάλει δύο αστεράκια και να γράψει «Όταν ξεμεθύσεις, χτύπα ένα τηλέφωνο…»

Έκλεισε την οθόνη του laptop και ξαναφόρεσε την ποδιά του. Δεν περίμενε κανένα τηλέφωνο. Ήξερε πως ο Γιάννος θα παρέμενε σουρωμένος εσαεί, γιατί, σ’ αντίθεση μ’ εκείνον, δεν είχε μάθει να αντιμετωπίζει την σκληρή πραγματικότητα κατά μέτωπο. Μόνο κρυβόταν πίσω απ’ το ταμείο του και τον πατσά του κι αναθεμάτιζε την μοίρα του, καθώς έπινε όσα έπρεπε να σερβίρει.

Χαιρέτισε μερικούς πελάτες που έτρωγαν, έπιναν και γελούσαν, καθώς περπατούσε για να βγει από το μαγαζί. Στάθηκε κάτω από την νέον επιγραφή που έφερε το όνομα του μαγαζιού. «Ο Βρωμύλος Σουβλατζής» κάγχασε. Κοίταξε το γεμάτο πατσατζίδικο απέναντι και την καρικατούρα, που ‘χε κάποτε για συνέταιρο και φίλο, να κάθεται πίσω απ’ το ταμείο και να πίνει έχοντας ρίξει το κεφάλι στην παλάμη του. «Θλιβερός» συλλογίστηκε, ανάβοντας ένα μισοκαπνισμένο στριφτό τσιγάρο. «Και δεν έχει και block εδώ, να μην τον βλέπω απέναντί μου» συνέχισε τον συλλογισμό του, προτού χωθεί ξανά στο μαγαζί, για να πάρει την θέση του πίσω απ’ την ψησταριά.