Τοξική οικογένεια

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

“Γαμώτο! Ελπίζω να μη με είδε!” μονολόγησε φωναχτά και τράβηξε με μια απότομη κίνηση την λευκή κουρτίνα. Αναστέναξε δυνατά και συνέχισε να ανακατεύει με προσεχτικές κινήσεις, τον καφέ μέσα στο μπρίκι. Τον έβαλε στο αγαπημένο λευκό της φλιτζάνι, κάθισε στην καρέκλα της κουζίνας και ήπιε μια γουλιά απ’ τον ελληνικό της. Στη δεύτερη γουλιά, άναψε τσιγάρο και φύσηξε τον καπνό δυνατά στον τοίχο απέναντι.

“Ήταν ανάγκη πρωί πρωί;” ψιθύρισε κι ήπιε άλλη μια γουλιά καφέ. Έπρεπε να το είχε σκεφτεί νωρίτερα και να κρατήσει την κουρτίνα κλειστή. Αφού το ήξερε! Κάθε Κυριακή τέτοια ώρα, έξω απ’ το σπίτι της περνούσε. Ήταν ο δρόμος της για να πάει στην εκκλησία. Η εκκλησία την μάρανε βέβαια τέτοια που είναι…

Κράτησε στο αριστερό της χέρι τον μικρό, μαύρο αναπτήρα και τον κοιτούσε αφηρημένα όσο τον κυλούσε πάνω στο λουλουδένιο τραπεζομάντηλο. Είχε να την δει πάνω από δυο μήνες. Πάνω από δύο μήνες κι ας έμενε μόλις λίγα στενά παρακάτω. Την τελευταία φορά, της είχε γυρίσει επιδεικτικά την πλάτη και τράβηξε και τον μικρό της γιο να κάνει το ίδιο. “Γιαγιά…” πήγε να ψελλίσει ο μικρός κι εκείνη τον κοίταξε αυστηρά, κάνοντάς τον να σωπάσει. Γιαγιά! Άκου γιαγιά! Έτσι είναι οι γιαγιάδες;

Κράτησε δυνατά τον αναπτήρα στο χέρι της. Τον έσφιξε τόσο πολύ που οι φλέβες του χεριού της έγιναν άσπρες. Το βλέμμα της… γαμώτο! Πόσο πληγωμένο της φάνηκε! Και σαν να είχε γεράσει! Σαν να είχε γεράσει απότομα. Μπαμπάκι είχαν γίνει τα μαλλιά της. Την είχε δει, το ήξερε. Τα βλέμματά τους ενώθηκαν για κλάσματα του δευτερολέπτου και σαν να της φάνηκε πως… “Ούτε που με νοιάζει! Όπως έστρωσε ας κοιμηθεί! Κι αυτοί και όλοι τους!” σκέφτηκε μεγαλόφωνα κι άναψε ένα τσιγάρο ακόμη.

“Να της συνέβαινε άραγε κάτι;” σκέφτηκε για μια στιγμή και αμέσως μετά κούνησε το κεφάλι της δυνατά, σαν να προσπαθούσε να πετάξει αυτές τις σκέψεις απ’ το μυαλό της. “Δεν με νοιάζει! Για κανέναν!” είπε στον εαυτό της κι ήπιε άλλη μια γουλιά απ’ τον καφέ της. Άγγιξε με το δάχτυλό της το κινητό της και κοίταξε με αγάπη τη φωτογραφία που είχε στην οθόνη. Τον άντρα της, αγκαλιά με το γιο τους. Την μόνη αληθινή της οικογένεια. Τους μόνους ανθρώπους που την αγαπούσαν.

Φέτος κλείνανε εφτά χρόνια γνωριμίας με τον Σπύρο της. Εφτά χρόνια γνωριμίας και έξι χρόνια γάμου. Στις αρχές τις εγκυμοσύνης της ήταν, όταν πήγαν στην εκκλησία και λίγους μήνες αργότερα γεννήθηκε ο Φώτης τους. Το μοναχοπαίδι τους. Γρήγορα έγιναν όλα μεταξύ τους, αλλά τι σημασία είχε; Μια χαρά σύζυγος αποδείχτηκε ο Σπύρος. Εργατικός, κουβαλητής… άντρας για σπίτι. Και την αγαπούσε την Ελένη. Την αγαπούσε και ήταν πάντα δίπλα της να την υποστηρίζει, να την φροντίζει και να την προσέχει. Να την προστατεύει και να της ανοίγει τα μάτια, γιατί εκείνη ήταν πάντα αθώα και δεν πήγαινε ο νους της στο κακό.

Της τα έλεγε. Απ’ την πρώτη στιγμή της τα έλεγε ο Σπύρος. Μια ζωή το θύμα ήταν στο σπίτι της. Οι γονείς της πάντα την Άννα, την αδερφή της, είχαν αγαπημένη τους. Πάντα σε κείνη τα έδιναν όλα κι αν περίσσευε κάτι το πετούσαν σαν ελεημοσύνη στην ίδια. Σε εκείνη πήραν αυτοκίνητο όταν πέρασε στο πανεπιστήμιο, εκείνης το φοιτητικό σπίτι επίπλωσαν στην πένα, σ’ εκείνη πλήρωναν όλα τα έξοδα μέχρι να βρει δουλειά. Όταν παντρεύτηκε, γλέντι τρικούβερτο έστησαν και γλεντοκοπούσαν για μέρες κι όταν γεννήθηκε η κόρη τους, τα καλύτερα της πήραν! Τι κρεβατάκια, τι καρεκλάκια, τι ρουχαλάκια και παιχνίδια ακριβά…

Είχε ήδη παντρευτεί η Άννα, όταν η Ελένη γνώρισε τον Σπύρο κι έμεινε έγκυος. Ένα μήνα μετά την ανακοίνωση της εγκυμοσύνης, πέθανε ο πατέρας της και κάπως έτσι, πάλι επισκιάστηκε η χαρά της Ελένης. Ο γάμος που έπρεπε να γίνει άμεσα λόγω του μωρού που είχε στην κοιλιά της, ήταν λιτός, απέριττος και φτωχικός. Της τα έλεγε ο Σπύρος ότι αν ήταν της Άννας ο γάμος, θα είχε βγάλει η μάνα της, τις λίρες τις κρυμμένες και θα τον έκανε βασιλικό, η Ελένη όμως επέμενε πως χρήματα κρυμμένα δεν είχε η μάνα της. Θα το ήξερε. Δυο χρόνια μετά όμως, όταν η κόρη της Άννας έπρεπε να κάνει μια ακριβή επέμβαση, τα βρήκε τα χρήματα η μάνα τους να την βοηθήσει. “Στο είχα πει πως έχει κρυμμένα κι εσύ μου έλεγες μαλακίες!” της έλεγε ο Σπύρος κι εκείνη τον κοιτούσε αμίλητη. “Ούτε μια καρέκλα δεν μας αγόρασε να φτιάξουμε το σπιτικό μας! Τάχα δεν είχε! Ξύπνα Ελένη! Έχει και παραέχει και τα δίνει κρυφά στην Άννα!” της έλεγε συχνά κι εκείνη έκλαιγε κρυφά, μην την δει και τη μαλώσει. “Δεν θέλω να στεναχωριέσαι! Ας μην σ’ αγαπάει ούτε η μάνα σου, ούτε η αδερφή σου! Έχεις εμένα!” της έλεγε και την φιλούσε τρυφερά στο κεφάλι. Ευτυχώς είχε κι εκείνον…

Ο άντρας της Άννας, έχασε τη δουλειά του και με τον κουτσουρεμένο μισθό που έπαιρνε η Άννα, ήταν αδύνατον να καταφέρουν να τα βγάλουν πέρα. Έψαχνε ο Γιώργος να βρει κάτι να κάνει, αλλά στην ηλικία του δεν ήταν εύκολο. Έκανε μεροκάματα εδώ κι εκεί, όπου έβρισκε, αλλά πόσα να βγάλει έτσι; Σε νοίκι έμεναν κι άρχισαν σιγά σιγά οι λογαριασμοί και τα έξοδα να τους πνίγουν. Η μόνη επιλογή τους ήταν να μετακομίσουν προσωρινά με την μάνα της Άννας, στο πατρικό της. “Μαλάκας είναι ο Γιώργος να πάει για δουλειά; Πιο εύκολο δεν είναι να την αράζεις και να σε ταΐζει η γυναίκα σου; Παίρνουν και τη σύνταξη της γριάς και μια χαρά την περνάνε! Τους κρατάει και το παιδί, η Άννα κάνει πως τάχα δουλεύει κι ο άλλος τριγυρνάει στα καφενεία! Τι νομίζεις; Όλοι άξιοι σαν τον άντρα σου είναι; Που ούτε σ’ άφησα να δουλέψεις και το τραπέζι μας δεν έμεινε άδειο ποτέ;” της έλεγε κι ενώ στην αρχή προσπαθούσε να του εξηγήσει πως ο Γιώργος ψάχνει για δουλειά αλλά δεν βρίσκει και πως η αδερφή της είναι σε δύσκολη κατάσταση, σιγά σιγά άρχισε να αντιλαμβάνεται πως ο Σπύρος είχε δίκιο. “Όποιος θέλει δουλειά βρίσκει! Έχουμε τώρα καραμέλα την ανεργία για να δικαιολογούνται οι τεμπέληδες! Αλλά καλά κάνουν! Αφού βρήκαν τον μήνα που θρέφει τους 11! Έχουν τη γριά να τους ταΐζει με τη σύνταξη, η Άννα τα βρίσκει όλα έτοιμα όταν γυρνάει σπίτι κι ο Γιώργος το παίζει πασάς στα Γιάννενα! Άχρηστοι, χαραμοφάηδες!”.

Στην αρχή προσπαθούσε να δικαιολογήσει την οικογένειά της, σιγά σιγά όμως έβλεπε πως ο Σπύρος είχε δίκιο. Από τότε που είχε πεθάνει ο πατέρας της ειδικά, η μάνα της έδειχνε ξεκάθαρα πως όλη της η αγάπη και η προσοχή ήταν στραμμένη στην Άννα, την αδερφή της. Την έπιασε κάποιες φορές η Ελένη και της μίλησε κι εκείνη προσπάθησε να της εξηγήσει πως ήταν πιο κοντά στην Άννα γιατί εκείνη την περίοδο είχε την ανάγκη της. Της είπε πως εκείνη ήταν μια χαρά με τον άντρα της, δεν είχαν προβλήματα και πως έπρεπε να σταθεί στο πλάι της αδερφής της.

Κάποια στιγμή η Ελένη, ένιωσε να πνίγεται και μίλησε στη μάνα της, λέγοντάς της όλα τα παράπονά της. Από παλιά. Από τότε που εκείνη δεν αγόραζε καν καινούρια ρούχα κι έπαιρνε πάντα τα παλιά της αδερφής της. Για το αυτοκίνητο που δεν της πήραν ποτέ, για το ότι δεν βοήθησαν στην επίπλωση του δικού της σπιτιού, για το ότι δεν την βοήθησαν ποτέ με το παιδί… Τίποτα δεν κράτησε μέσα της! Την έπνιγαν όλα αυτά! Την έπνιγε η αδικία που είχε βιώσει! Είχε βάλει τα κλάματα η μάνα της. Έκλαιγε γοερά και της έλεγε πως την αγαπάει όσο και την αδερφή της, αλλά τα πράγματα ήταν διαφορετικά την περίοδο που σπούδαζε και παντρεύτηκε η Άννα. Πως ποτέ δεν ξεχώρισε τα παιδιά της. Πως ήταν εκεί για εκείνη. “Είχε δίκιο ο Σπύρος! Ποτέ δεν μ’ αγαπήσατε αληθινά!” είπε η Ελένη, όταν η Άννα της επιτέθηκε για τον τρόπο που μιλούσε στη μάνα τους. “Δεν θέλω να σας ξέρω! Από σήμερα δεν είμαστε οικογένεια!” τους φώναξε και βρόντηξε την πόρτα του πατρικού της. Εκείνη ήταν και η τελευταία φορά που πάτησε το πόδι της εκεί…

Τρία χρόνια είχαν περάσει από εκείνη τη μέρα. Τρία χρόνια που είχε να αγκαλιάσει τη μαμά της, να μιλήσει στο τηλέφωνο με την αδερφή της. Τρία χρόνια που είχε να χαρεί την ανιψιά της και που ο γιος της είχε να έρθει σε επαφή με την οικογένειά της. Τρία χρόνια και καμιά φορά της έμοιαζε σαν χτες…

Το σπίτι της ήταν ήρεμο πια. Τρία χρόνια κι όλα θα ήταν καλύτερα, αν τα σπίτια τους δεν ήταν τόσο κοντά και κάποιες φορές δεν έπεφταν η μία πάνω στην άλλη στη γειτονιά. Κι αυτή η μάνα της… κάθε Κυριακή έπρεπε να περνάει απ’ αυτό το δρόμο και να κοιτάζει στο παράθυρό της; Λες και δεν είχε άλλο δρόμο για την εκκλησία! Ναι, όλα ήταν πιο ήρεμα πια! Καλύτερα που δεν είχε επαφή με κανέναν τους! Δίκιο είχε ο Σπύρος της! Όλα ήταν καλύτερα πλέον. Δεν χρειαζόταν δίπλα της ανθρώπους που δεν την αγαπούν και την χειρίζονται…

-Κουφάθηκες ρε ζώον; Τόση ώρα σου μιλάω! Σήκω φτιάξε ένα καφέ, μη φας καμιά ανάποδη πρωί πρωί! Άχρηστη απ’ τη μέρα που γεννήθηκε ρε πούστη μου!

Ταράχτηκε σαν να την χτύπησε ρεύμα και κοίταξε δίπλα της τον Σπύρο που την κοιτούσε αγριεμένος. Του χαμογέλασε και χωρίς να πει κουβέντα, σηκώθηκε και πήρε στα χέρια της το βαζάκι του καφέ…

Σόνια Β.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

1 σκέψη για το “Τοξική οικογένεια”

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *