Είναι οι στιγμές που η ανάσα γίνεται σκοπός. Εκείνες οι ίδιες στιγμές που τα μάτια γεμίζουν αλλά αρνούνται να δώσουν δάκρυα. Γυρίζουν την πλάτη στο να δώσουν την ευχαρίστηση πως λύγισαν. Στέκουν περήφανα, μα με μια ιδιαίτερη γυαλάδα, και ένα σφίξιμο στην ανάσα. Μία ακόμα αναπνοή, για μια στιγμή ακόμα. Ο χρόνος μπαίνει σε δικό του ρυθμό, σε άλλη, διαφορετική διάσταση. Κι ανάγκη της ψυχής να γλιστρήσει από το σώμα, να φύγει, να ταξιδέψει, να ονειρευτεί. Θέλει να ορμήσει στον κόσμο των σκέψεων, των ιδεών, στο πιο αγαπημένο μονοπάτι, εκείνο των παραμυθιών. Ταξιδευτής χωρίς βάρος, πάνω στον άνεμο, χωρίς όρια, χωρίς εμπόδια.

Να χωθεί μέσα σε δάση με ίσκιους που μπορεί να τη σκοτεινιάσουν μα ξέρει πως θα τους ξεφύγει. Να μπλεχτεί μέσα σε μάχες που γνωρίζει πως θα βγει χτυπημένος μα και νικητής. Εκεί που μπορεί να συναντά πλάσματα που η σκέψη γέννησε μέσα από φόβους κι ελπίδες. Με υλικό ανάερο και ελαφρύ, το όνειρο με ελπίδα, ένα μείγμα μοναδικό, λαμπερό, που χρώμα μπορεί να γεμίζει τους ήχους, τις αχτίδες, τις εικόνες. Μια τόση δα στιγμή που γίνεσαι ταξιδευτής σε μέρη μακρινά, δικά σου, που δεν τα αγγίζεις παρά μόνο με τα ακροδάχτυλα χαζεύοντας τους ομόκεντρους κύκλους που προκαλείς. Όσο κι αν κάτω από τον ονειρεμένο ουρανό γίνονται μάχες, όσο κι αν μαίνεται πόλεμος, ο πόνος, δεν είναι ικανός να φτάσει εκεί. Όχι, δεν τον καλύπτει, είναι απλά πάνω και πέρα από όλα αυτά. Ο κόσμος του ονείρου, ο κόσμος των παραμυθιών…

Στο κέντρο του στέκει πηγή, που διαυγάζει λαμπερό ασήμι. Κανένα μέταλλο δε μπορεί να αρνηθεί τη γυαλάδα του αν μέσα της βουτηχτεί. Πηγή που αναβλύζει από ένα παράξενο κέντρο σαν πίδακας για να απλωθεί σε χίλιες σταγόνες που παίζουν με τον ήλιο και να δροσίσει με τον ίδιο τρόπο που ένα σύννεφο αγγίζει το κάθε περαστικό, φανταστικό ή όχι, πλάσμα που θα τύχει να βρεθεί εκεί μπροστά. Μπορεί ίσα να σταθεί για μια στιγμή ή ακόμα και να βουτήξει να λουστεί. Καθάρια αυτή η πηγή, απλώνει τα νερά της ήρεμα. Μπορείς να τα αγγίξεις τόσο απαλά και να δεις την επιφάνειά τους να ανασηκώνεται ελαφρά, ίσα να τα αγκαλιάσει, να τα δροσίσει, να τα ζεστάνει, να τα ξεδιψάσει, να τα γυαλίσει… Το μυστικό της, η δύναμή της είναι ακριβώς αυτή η ιδιότητά της. Αν γνωρίζει πώς να την αγγίξεις, μπορεί να σου δώσει αυτό που επιθυμείς. Διαβάζει την καρδιά σου, τη σκέψη σου… Όχι αυτή που εσύ γνωρίζεις, αλλά ακόμα παρακάτω, ακόμα παραμέσα, εκεί που αχτίδα σκέψης ή φωτός δεν πέφτει. Η πηγή αυτή μπορεί να αφουγκραστεί και να ξεσηκώσει τις πιο κρυφές και μυστικές επιθυμίες, να της παραλάβει, να τις διαυγάσει, να τις θρέψει και με ορμή να τις αφήσει να ξεχυθούν, αφού πρώτα τις έχει απαλλάξει από κάθε πρόσμιξη, από κάθε σκόνη, από κάθε αγκάθι. Έχει αφαιρέσει κάθε αιχμή, λειαίνοντας τις ακμές, χωρίς να αλλοιώνει το χαρακτήρα τους. Αποκτούν οι επιθυμίες μια δική τους καθοριστική υφή που μόλις εμφανιστούν στο φως του ήλιου του κόσμου των παραμυθιών, αυτό χώνεται μέσα τους, ξεσηκώνει τις πτυχές τους και ορμά προς τα έξω σε χίλια λαμπυρίσματα συναντώντας την ίριδα του ουράνιου τόξου.

Χρώμα που το βλέπεις τόσο ζωντανό, όσο να μπορείς ακόμα και να το αγγίξεις, να το πιάσεις στα χέρια και να το πλάσεις παραμύθι. Μορφές στα δάχτυλα πλασμένες, όνειρα που κάνεις αληθινά, όσο διαρκεί ένα βλεφάρισμα. Χάνονται πίσω από τη στιγμή, κάτω από το χτύπο ενός ρολογιού ή το ρυθμό μιας ανάσας. Λεπτές κλωστές που τα νήματά τους γίνονται αόρατοι οδηγοί. Μία στιγμή που φτιάχνονται, σαν μια αιωνιότητα και μια στιγμή που χάνονται σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Μα αφήνουν τη γεύση τους στο στόμα, γλύκα με ελπίδα που ξαφνιάζουν τον επισκέπτη των ονείρων. Μια γεύση όμως που διαρκεί, που φυλακίζεται στην καρδιά για να προστατευτεί και μετατρέπεται η ίδια σε πηγή, σε ίριδα, σε γυαλάδα και σε χρώμα. Ελπίδα καθαρή, που φτερουγίζει, που κινεί, που όνειρα χαρίζει. Γεύση που δίνει χαμόγελο κι ας μην γνωρίζει ο ταξιδευτής μας το γιατί –ο κόσμος της πραγματικότητας με λήθη σκεπάζει την αιωνιότητα της μιας στιγμής ελπίδα.

Άσε τις λέξεις. Πιάσου από το άρωμα, κρατήσου από τον ήχο…

Απλά χαμογέλα.

Νιώσε τον αέρα.

Αφουγκράσου τη στιγμή.

Άγγιξε την ελπίδα.

Σκαρφάλωσε πάνω της.

Ταξίδεψε μαζί της.

Ονειρέψου!

Φτιάξε τις στιγμές σου, ακολούθα τα όνειρά σου! Φύλαξέ τα και κάνε τα πηγή, δύναμη, ορμή. Πιάσε τη ζωή απαλά και ζήσε τη δυνατά!

Κι όλα αυτά, για μια στιγμή ακόμα, όσο κρατά μια ανάσα, όσο διαρκεί ένα βλεφάρισμα.

Ταξίδεψε!