TheBluez.gr » 💬 The Bluez Voices » Το δίκιο

Το δίκιο

Θυμάμαι ένα μικρό παιδί, κοντά στα έντεκα, αραγμένο, να λιάζεται σε μια, σχεδόν ερημική, μικρή παραλία στα Πυργαδίκια Χαλκιδικής, κοντά σ’ ένα φρεσκοασβεστωμένο ξωκλήσι. Είναι κάπως αστείος και παράξενος, ο τρόπος με τον οποίο τον αναπολώ, αυτόν τον ωραίο πιτσιρικά, που ετοιμάζεται να ζήσει όσα έζησα. Αγαπώ την αθωότητα του, τον ενθουσιασμό του, την βιασύνη του να έρθει εδώ που βρίσκομαι. Αν μπορούσα να του πω κάτι θα του έλεγα μόνο ένα: “Μικρέ, Μην βιάζεσαι. Ζήσε αυτό που πρόκειται να έρθει σε δέκα λεπτά από τώρα και μάθε κάτι που θα μας χρησιμεύσει αργότερα στην ζωή”
Ίσως τελικά να κατάφερα να του το πω, ίσως και να με άκουσε να του μιλώ από τόσα χρόνια μετά, γιατί κράτησε για πάντα τα όσα κατέγραψαν τα αθώα του μάτια και μου τα εξιστορεί τώρα με τόση ευκρίνεια…

Ήταν ένα από εκείνα τα “χοντρά”, τρίμηνα ατέλειωτα Καλοκαίρια που κρατούσαν για μια παιδική αιωνιότητα.

Θυμάμαι πως αισθανόμουν “Ω! Τόσο σπουδαίος” και αυτοσημαντικός, γιατι διάβαζα το “Ο Χριστός ξανασταυρώνεται” ενώ τα άλλα συνομήλικα μου πιτσιρίκια παίζανε ακόμη “καθρεφτάκια” στην ήρεμη θάλασσα ή κάνανε διαγωνισμό του ποιος μπορεί να κατουρήσει πιο μακριά…

Ο νεαρός εαυτός μου δεν φορά αντηλιακό, εκείνη την εποχή οι περισσότεροι γονείς ήταν ακόμα λίγο άσχετοι, λίγο αδαείς, λίγο αδιάφοροι με το θέμα “προστασία από την ακτινοβολία, άντε να μας βάζανε που και που λίγο Nivea στην μύτη και στο μέτωπο, πρόσεξε όμως, εγώ διαβάζω το βιβλίο και το “ζω” τόσο, που νιώθω να μπαίνει μέσα στο πετσί μου περισσότερο κι από τον καυτό ήλιο, νιώθω να χάνομαι στις σελίδες του.

Ξαφνικά, μια σκιά μου κόβει το φως.

Σηκώνω το κεφάλι μου και βλέπω από πάνω να στέκεται ένας παπάς που είχε έρθει να καθαρίσει το ξωκλήσι και το προαύλιο.

Με ρωτά, κάπως απότομα: “Τι διαβάζεις;”

Του δείχνω το βιβλίο γεμάτος περηφάνια. Μόλις το βλέπει μου το αρπάζει απότομα από τα χέρια μου και το σκίζει! Κατάλαβα την έννοια των λέξεων “Τυφλό Μίσος” στα οργισμένα μάτια του. Έμεινα άναυδος στην αρχή, με το στόμα ανοιχτό σε φάση – σοκ, γιατί δεν πίστευα στα μάτια μου, δεν μπορούσα να διανοηθώ πως κάποιος θα ήταν ικανός να καταστρέψει κάτι τόσο όμορφο όσο ένα… όσο αυτό το βιβλίο! Τα μάτια μου δεν άργησαν να βουρκώσουν με οργή και θυμό.
Παίρνω τα κομμάτια του βιβλίου μου από τις πλάκες του προαυλίου και τρέχω στο σπίτι στο οποίο μέναμε, αρκετά κοντά.

Με βλέπει η μάνα μου από μακριά, είμαι τόσο θυμωμένος, κατακόκκινος, λες και με χαστούκισε κάποιος άγνωστος χωρίς λόγο. Όταν φτάνω κοντά βλέπει το σκισμένο βιβλίο στα χέρια μου και το κλαμένο μου πρόσωπο. Τώρα γίνεται αυτή έξαλλη, το βλέπω στα δικά της μάτια αλλά με ρωτά ήρεμα: “Ποιος;”.

Της λέω τι έγινε και όπως της εξηγώ αρχίζει και βαδίζει γρήγορα προς το ξωκλήσι, την ακολουθώ σχεδόν τρέχοντας. Η μητέρα μου πρέπει να ήταν εκείνη την εποχή περίπου 28-29 ετών, σχεδόν παιδί η ίδια, αν το καλοσκεφτείς, ήταν κοντούλα και όμορφη, το έβλεπα στα μάτια των άλλων όταν την κοιτούσαν. Όμως τώρα είχε μετατραπεί σε κάτι άλλο, σε κάτι πρωτόγνωρο και σχεδόν πρωτόγονο, είχε γίνει μια λαίλαπα, μια λέαινα που κάποιος άγνωστος χτύπησε το κουτάβι της… κι όσο πλησίαζε στο ξωκλήσι τόσο την ψήλωνε η οργή της, σαν ένα κύμα, ένα τσουνάμι, τόσο, που όταν φτάσαμε εκεί δεν ήταν πια η μητέρα μου, είχε γίνει κάτι άλλο, ένα γιγάντιο θεριό.

Την βλέπει ο ρασοφόρος και πάει να αρθρώσει κάτι, να την επιπλήξει ίσως που άφηνε το μικρό παιδί της να διαβάζει έναν αφορισμένο, έναν άθεο, δεν ξέρω, αλλά δεν πρόλαβε, ήταν μάταιη κάθε του γελοία προσπάθεια να υπερασπιστεί αυτό που έκανε και το ήξερε, όμως τώρα ήταν πολύ αργά. Τώρα είχε μια “θύελλα” που τον χτυπούσε και τον κατατρόπωνε αλύπητα με την δύναμη της φωνής της, καταπρόσωπα, έκανε τα γένια, τα μαλλιά, τα ράσα του, την ψυχή του την ίδια να τρέμει από φόβο.
Έβλεπα την μάνα μου να παλεύει για κάτι πιο μεγάλο από την ίδια, μεγαλύτερο και σημαντικότερο ακόμη κι από εμένα ίσως, πάλευε για το δίκιο και το αναφαίρετο δικαίωμα του παιδιού της σε αυτό. Ο παπάς χαμήλωσε τα μάτια και, πιστέψτε το ή όχι, ψιθύρισε μια αδύναμη συγνώμη ακριβώς όπως απαίτησε από αυτόν η μητέρα μου.

Αυτό ήταν. Αυτό ήταν όλο.

Έμαθα τόσα πολλά για την ζωή και την ανθρώπινη φύση εκείνο το Καλοκαίρι και δεν ήταν όλα μέσα από κείνο το πρόχειρο, πιασμένο με σελοτέιπ, βιβλίο του Καζαντζάκη, αλλά, ίσως, χάρη σε αυτό.

Έμαθα πως όταν έχεις το δίκιο με το μέρος σου τότε δεν πρέπει να αφήσεις ποτέ, κανέναν και με τίποτε να σου το αφαιρέσει. Πρέπει να παλέψεις γι αυτό με όλο σου το είναι και πως αν το κάνεις θα κερδίσεις. Ακόμη κι αν κάποιες φορές χάσεις, ο αγώνας σου θα είναι το κέρδος.

Γελάω με την παιδική  αφέλεια, τις αδιαπραγμάτευτες δηλώσεις, την ακλόνητη πίστη του στο δίκιο, αλλά ξες κάτι πάλι, σκέφτομαι…

Σκέφτομαι πως πολύ βαθιά, κάτω από κάθε χαστούκι και ήττα που έφαγα και θα φάω στην ζωή, αυτόν τον πιτσιρικά δεν πρέπει να τον χάσω, δεν πρέπει ποτέ μου να τον αφήσω να πεθάνει, γιατί μαζί του θα πεθάνει ότι όμορφο κουβαλώ σε τούτο το κορμί που επιμένει να γερνά κι αναρωτιέμαι, εάν κάπου στο μέλλον, θα υπάρχει ένας άλλος πιο γέρικος εαυτός που θα γελά νοσταλγικά αναπολώντας αυτή την στιγμή που σου τα γράφω όλα αυτά.

Μα πάνω απ’ όλα λυπάμαι.
Λυπάμαι, από τότε, κάθε ορφανό παιδί που δεν γνώρισε ποτέ την δύναμη μιας μάνας που παλεύει για το δίκιο του παιδιού της. Μια φορά μονάχα να το ένιωθε, θ’αρκούσε για να μην αισθανθεί ποτέ ξανά ορφανό…

 

 

Photo cover: Αγόρι που Διαβάζει, Αλέξανδρος Χριστοφής

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

L- Uni

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Ερωτική Πόλη, έπαιξα στην ΣανΚιΑυτηΔενΕχει, ερωτεύτηκα μια Αγγλίδα, έζησα σε Ποταμόσπιτα και Νησιά του Τάμεση και σε κάποια φάση είπα, Αρκετά! Καιρός να σοβαρευτείς μεγάλε κι ετσι πήρα την τρέλα μου κι ανέβηκα στο Βουνό-Βουνών-Καμάρι να κάνω παρέα με τους Κενταύρους, τα Πλατάνια και τα Ξωτικά.
Αυτά, τα υπόλοιπα θα τα διαβάσεις εδώ."
L- Uni

Latest posts by L- Uni (see all)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *