Το ασανσέρ

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Αυτή τη φορά όμως σαν να λείπει κάτι.

Η σκέψη της είναι ανήσυχη και ψάχνει, ψάχνει να βρει τι είναι διαφορετικό καθώς κοιτάζει από το παράθυρο του πέμπτου ορόφου τα πουλιά που γλιστρούν ράθυμα στον ολοένα σκοτεινιασμένο ουρανό του δειλινού.

Θυμάται την πρώτη φορά που τον συνάντησε, τόσο καλά σχεδιασμένο.  Μια ακόμα μέρα όπως οι άλλες, μονάχα που αυτή τη φορά δεν είχε πάρει το ασανσέρ, δεν θυμάται γιατί, μάλλον ήταν εκτός λειτουργίας για συντήρηση.  Ανέβαινε ενώ εκείνος κατέβαινε και όπως ήταν βιαστικός έπεσε πάνω της.  Δεν είχε προλάβει να βγάλει άχνα εκείνη, με ένα συγγνώμη, δεσποινίς, εκείνος απλώς χάθηκε χωρίς να προσέξει τίποτα περισσότερο.  Δεν θα το σκεφτόταν περισσότερο, έφυγε κι εκείνη βιαστική μα να που οι συμπτώσεις δεν είναι παρά το παιχνίδι των άψυχων πλασμάτων:  τον ξαναείδε που καθόταν στο διπλανό γραφείο.

Ψηλός, με καστανά μαλλιά που καθόταν κάπως ανάστατα στην κορυφή, σκούρα μάτια με μια κάπως νωχελική έκφραση και χείλη σαρκώδη.  Πάντα τα πρωινά καθισμένος στο μικροσκοπικό γραφείο, με το μακρόστενο παράθυρο πίσω του να τον πλαισιώνει με μια αταίριαστη αίγλη αγγελικού φωτοστέφανου.  Να γράφει ή να ανακατεύει περισσότερο τα ήδη ατίθασα μαλλιά του προβληματισμένος με ποιος ξέρει ποια περίπλοκα προβλήματα.  Πολιτικός μηχανικός που περιοριζόταν ωστόσο σε εκδόσεις πιστοποιητικών και διαμόρφωση σχεδίων για λογαριασμό άλλων αρχιτεκτόνων.  Υπήρχαν αρκετοί άντρες που είχαν παρελάσει στη ζωή της αλλά κανένας δεν της τράβηξε το βλέμμα όπως αυτός, να θέλει να πάει κοντά του, να τον τραντάξει και να του ανακατέψει παιχνιδιάρικα τα μαλλιά.  Της θύμιζε μια απροσδιόριστη εικόνα του αρχέγονου εραστή, που ενώ δεν μπορούσε να περιγράψει, είχε ωστόσο ατόφια την αίσθηση της άφατης χαράς και θλίψης μαζί.

Δεν χρειάστηκε και πολύ για να τον πλησιάσει, ούτε για να τον θέλξει, ο πέτρινος μικρόκοσμος ήταν εξάλλου με το μέρος της, έτσι πίστευε από πάντα.  Έμαθε από τον θυρωρό πώς τον έλεγαν και της δόθηκε εύκολα η συγκυρία να τον προσεγγίσει.  Ήταν τόσο ονειροπόλος και λιγόλογος εκείνος ώστε την πρώτη φορά που συναντήθηκαν –με δική της πρωτοβουλία– είχε απομείνει απορημένος κοιτώντας την να στέκεται στο κατώφλι.

Είστε καινούργιος εδώ; του είχε πει.

Τι το περίεργο είχαν τα λόγια της;  Τίποτα, αλλά εκείνος απέμεινε για μερικά λεπτά μαρμαρωμένος και μετά συνήλθε κοκκινίζοντας.  Σήκωσε από το γραφείο του και φόρεσε ένα ζευγάρι μυωπικά γυαλιά με άχαρο σκελετό που σκέπασαν τα γλυκά του μάτια.  Με συγχωρείτε, δεσποινίς, της είπε και εκείνη γέλασε καλόκαρδα, πάλι; του είπε υψώνοντας το ένα φρύδι της, συγχωρεμένος είστε, από την προηγούμενη φορά.

Όσο αμήχανος ήταν στην αρχή παρόλα αυτά, τόσο τρυφερός και θαρραλέος έγινε αργότερα.  Χωρίς πολλά λόγια καλημερίζονταν εκεί κάθε πρωί, εκείνη να στέκεται στο κατώφλι κι εκείνος να της αντιγυρίζει τον χαιρετισμό με ένα πλατύ χαμόγελο, που άλλαζε το μελαχρινό πρόσωπο και το φώτιζε σαν έκρηξη πυροτεχνημάτων.  Κι η ολάνοιχτη πόρτα στην αρχή έγινε μετά μισόκλειστη, πιο ύστερα έκλεισε τελείως, τα λόγια αντικαταστάθηκαν από χάδια, από βλέμματα και σιωπές που θέρμαιναν το μικρό γραφείο του.

Και τώρα με τη σκέψη της να χοροπηδά σαν ανήσυχο σπουργίτι, τι άλλαξε, τι συμβαίνει και νιώθω έτσι, πηγαίνει πάλι εκεί για να τον συναντήσει.

Είναι σούρουπο πλέον, με το ηλιοβασίλεμα να βάφει όλα τα κτίρια απέναντι φλογερά κόκκινα, σαν να λαμπαδιάζει και πάλι η πόλη μετά από εκείνη την μεγάλη πυρκαγιά στην αρχή του αιώνα.  Η πόρτα είναι ανοιχτή πάλι μόνο για εκείνη, την περιμένει, εκείνος είναι καθισμένος στο γραφείο του, τάχα πως σχεδιάζει μια πρόσοψη σε ένα ανώνυμο κτίριο, αλλά η αλήθεια είναι πως απλώς την περιμένει.  Κλείνει σιγανά την πόρτα κι αυτός σηκώνει τα μάτια του, έχει συμμορφωθεί πια, δεν φοράει εκείνα τα άθλια γυαλιά και την κοιτάζει με το ελαφρά μυωπικό του βλέμμα, εκείνο που αρχικά της είχε φανεί ληθαργικό.  Ήρθες, της λέει και χαμογελάει, χαμογελάει κι εκείνη και τον πλησιάζει, με το γκρίζο της φόρεμα να χαϊδεύει το γραφείο, και καθώς ο μισοκοιμισμένος ήλιος αντανακλά σε κάποιο παράθυρο απέναντι, γίνεται το γκρίζο πορφυρό και ανθίζει ολόκληρη σαν ανεμώνη στο λιβάδι.  Γέρνει και χάνεται στην αγκαλιά του, στα φιλιά του που μοιάζουν, ακόμα ύστερα από τόσες φορές, διστακτικά κι αχόρταγα σαν να μην πιστεύει ότι του συμβαίνει όλο αυτό, σαν να είναι ένα όμορφο όνειρο μόνο που δεν θέλει να του το στερήσουν ξυπνώντας τον.

Κι ύστερα, αρκετή ώρα μετά, βλέποντάς τον στο μισοσκόταδο με τα ρούχα μισοβγαλμένα σαν βιαστική χρυσαλλίδα στο χαλασμένο κουκούλι της, σχεδόν τον λυπάται.  Είναι η πρώτη φορά που εκείνη νιώθει έτσι.

Αυτό είναι. 

Που νιώθει.  Νιώθουν οι υπνοβάτες;  Τεντώνεται νωχελικά για να κρύψει τις μικρές σταγόνες τύψεων που στάζουν ολοένα και μεγαλύτερες πάνω στις σκέψεις της.  Πολύ αργά, γλιστρά η σκέψη της σαν κομπολόι, αντηχώντας δυσοίωνα.

Πολύ αργά.

Οι τοίχοι γύρω τους σαν να στενεύουν με τις λέξεις αυτές.  Ψηλώνουν ολοένα και σκοτεινιάζουν, δεν είναι μόνο η ψευδαίσθηση από την νύχτα που απλώνεται σιωπηλή.  Αυτό που άλλαξε τώρα είναι οι κλειδωμένες λέξεις.  Οι λέξεις που είναι σκαλωμένες εδώ και μέρες στον λαιμό της, ανέβηκαν τώρα, σαν υπομονετικά μυρμήγκια και έφτασαν στα χείλη της.

Παλεύει σχεδόν τώρα, να το πει, να μην το πει;

Δεν πρέπει.  Πολύ αργά.

Ένα σφίξιμο που είχε χρόνια να αισθανθεί την τυλίγει τώρα παγερό, δηλητηριάζοντας την γαλήνη που είχε νιώσει τις λίγες στιγμές πριν στην αγκαλιά του.  Πολύ αργά.  Περισσότερο από αντίδραση, σφίγγει τα χείλη της και ετοιμάζεται, αλλά τότε ένα ξαφνικό τράνταγμα στα τζάμια του παραθύρου τη σταματάει επιτόπου.

Μη!

Ακούει σαν βροντή την κραυγή, το ξύσιμο της πέτρας μέσα στο μυαλό της και δαγκώνεται, αλλά εκείνος δεν την βλέπει γιατί έχει στρέψει ξαφνιασμένος το πρόσωπό του προς το παράθυρο μουρμουρίζοντας «τι στην ευχή;  Τι ήταν αυτό, σεισμός;»

Κι όπως τον κοιτάζει στο προφίλ, συνοφρυωμένο, αναμαλλιασμένο, όλα χάνονται.  Η μαγεία όλη καταρρέει σαν πύργος από τραπουλόχαρτα κι η ψυχή της βουλιάζει στα έγκατα κι ορμά πάλι πάνω, σκίζοντας τα δεσμά της έλξης, της όποιας αγάπης της είχε γεννήσει με την πρώτη του ματιά.

Πολύ αργά. 

Δεν είσαι εκείνος.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Ελευθερία Τσιντάρη - Χωρίς την ελπιδα
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook