Το ασημένιο κόσμημα

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Ο Ρούσσης της ο κοκκινομάλλης ασημιτζής από τους Καλλαρύτες της Ηπείρου, που βρέθηκε σώγαμπρος στην Γκόμπλιτσα. Ερχόταν με τον θείο του τον κυρ Σωτήρη με δυο μουλάρια φορτωμένα και πουλούσαν διάφορα κοσμήματα, ασημένια και μπακιρένια, που τα έφτιαχναν μόνοι τους.
Από την Γκόμπλιτσα περνούσαν πριν του Λαζάρου και έκαναν στάση στο μπακάλικο του πατέρα της Κατερίνης, που είχε ένα δωμάτιο στον επάνω όροφο όπου μπορούσαν να ξεκουραστούν.

Ο Ρούσσης ήταν ανιψιός του κυρ Σωτήρη που τον άφησαν ορφανό οι Τούρκοι σε ένα ξεκλήρισμα που έγινε στο χωριό τους. Τον γλύτωσε από την σφαγή η απόφαση του πατέρα του, που τον είχε στείλει νωρίτερα στο θείο του στα Γιάννενα για να μάθει την τέχνη του ασημιτζή.
Στο μαγαζί του πατέρα της συναντήθηκαν, αγαπήθηκαν και αποφάσισαν να ενώσουν τις ζωές τους. Ο Ρούσσης ζήτησε την Κατερίνη από τον κυρ Νικολή και κείνος συμφώνησε αλλά έβαλε έναν όρο: το ζευγάρι θα έμενε στην Γκόμπλιτσα και όχι στους Καλλαρύτες. Τους έταξε πως θα τους έδινε και το μαγαζί του, μιας και δεν είχε άλλους κληρονόμους. Συμφώνησαν, ο όρος έγινε δεκτός και ο γάμος έγινε την ίδια χρονιά.

Ο Ρούσσης διαμόρφωσε το επάνω δωμάτιο σε εργαστήρι για να δουλεύει αυτό που αγαπούσε πιο πολύ, τη δημιουργία κοσμημάτων. Ο θείος του έβλεπε την πρόοδο του και τον καμάρωνε. «Τα μαλαματένια σου τα χέρια κάνουν θαύματα» του έλεγε συχνά.
Βλέποντας τις δουλειές του να πηγαίνουν καλά, πρότεινε στην Κατερίνη να πουλήσουν το μαγαζί του πατέρα της και να μεγαλώσουν την επιχείρηση με τα κοσμήματα. Το αγόρασε σχεδόν αμέσως ένας ξάδερφος της Κατερίνης και έδωσαν όλα τα χρήματα στον θείο του να τους αγοράσει υλικά και χρυσές λίρες. Έτσι ο κυρ Σωτήρης πήρε ένα γερό κομπόδεμα και έφυγε υπολογίζοντας πως την Άνοιξη θα επέστρεφε.

Από τα υλικά που ήδη είχε ο Ρούσσης για να ευχαριστήσει την γυναίκα του της έφτιαξε ένα στολίδι για την φορεσιά της. Ήταν ένα κόσμημα στήθους με δυο αετούς στις άκρες και δώδεκα ασημένιες αλυσίδες. Ένα μοναδικό κόσμημα στο οποίο ο Ρούσσης έβαλε όλη του την τέχνη και τη μαστοριά και της το έκανε δώρο για να το φορέσει στην γιορτή της Πρωτομαγιάς, όπου οι γυναίκες της Γκόμπλιτσας υποδέχονται τον Μάη στολισμένες, τραγουδώντας και χορεύοντας .
Η Κατερίνη σκέφτηκε πως αυτό που έβλεπε, ήταν ότι πιο όμορφο και ότι πιο καλοδουλεμένο είχε δει στην ζωή της. Ταυτόχρονα όμως ήταν και υπερβολικό για την κοινωνική και οικονομική τους κατάσταση. Σε μια στιγμή σκέφτηκε κιόλας πως προκαλεί τη μοίρα της φορώντας κάτι τέτοιο.
Δεν θέλησε όμως να στεναχωρήσει τον άντρα της και το φόρεσε πάνω από την καλή της φορεσιά. Ετοιμάστηκε και έριξε μια ματιά στον καθρέφτη και είδε μια άλλη γυναίκα. Είδε μιαν αρχόντισσα!

Στο χορό την έβγαλαν και στην κορυφή να χορέψει.
Στην πάνω πλαγιά του Λάκκου καθόντουσαν οι Τούρκοι προεστοί μαζί με τις γυναίκες τους και έκαναν χάζι το χορό των γυναικών και τα μαϊσιά τραγούδια τους.
Μια μικρή υπηρέτρια πήγε στην Κατερίνη και της είπε στο αυτί πως η αφέντρα της, η γυναίκα του Τούρκου φοροεισπράκτορα ενθουσιάστηκε από το στολίδι της και την ρώτησε για την τιμή του. Η Κατερίνη της είπε πως αυτό που φορά στο στήθος της είναι δώρο των πεθερικών της και δεν μπορεί να της το δώσει με μεγάλη χαρά όμως μπορούσε να της φτιάξει ένα καλύτερο και ομορφότερο ο άντρας της.

Η Τουρκάλα φάνηκε λίγο πειραγμένη αλλά με ένα νεύμα της συμφώνησε και η Κατερίνη γύρισε χαρούμενη και είπε στον Ρούσση τα νέα. Το βράδυ που γύρισαν σπίτι έβγαλε και ακούμπησε ακριβώς απέναντι της το κόσμημα για να είναι το πρώτο πράγμα που θα έβλεπε το πρωί μόλις ξυπνούσε. Ήταν η πρώτη της και συνάμα η τελευταία της φορά που η Κατερίνη το φόρεσε .
Στις αρχές του καλοκαιριού πέρασε από την Γκόμπλιτσα ένας συγχωριανός του Ρούσση με μια ομάδα οπλισμένων αντρών και συναντήθηκαν κρυφά μαζί του. Μετά την συζήτηση μαζί τους ο Ρούσσης ήταν αναστατωμένος. Έπιασε την Κατερίνη και της είπε : «Κατερίνη εγώ θα πάω να πολεμήσω. Τα παιδιά που είναι μαζί με τον Νικόλα ήρθαν από την Κρήτη για να ελευθερώσουμε το Συράκο και τους Καλλαρύτες».

Μάταια προσπάθησε η γυναίκα του να του αλλάξει γνώμη. Το μυαλό του πετούσε, ήταν εκεί πάνω στην αετοφωλιά, μαζί με την καρδιά του. Άρχισε να του βρίσκει λόγους για να μην πάει. Δεν μπορούσε αυτός να πολεμήσει, τα λεπτά του χέρια δεν μπορούσαν να σκοτώσουν. Οι παραγγελίες που είχε για την Σιάτιστα και την Σέλτσα έπρεπε να παραδοθούν, είχαν ανάγκη τα χρήματα.

Τελευταίο της χαρτί ήταν η νέα εγκυμοσύνη, που θα του χάριζε ίσως τον πολυπόθητο γιο, μα αυτός δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα άλλο παρά την απελευθέρωση του αγαπημένου του τόπου, εκεί που ήταν θαμμένοι οι αδικοσκοτωμένοι γονείς του. Οι Καλλαρύτες έπρεπε να ελευθερωθούν και αυτός έπρεπε βοηθήσει και να είναι εκεί όταν αυτό θα συνέβαινε .
«Θα γυρίσω σύντομα και όταν γυρίσω οι Καλλαρύτες θα έχουν ελευθερία», της είπε φεύγοντας και κράτησε τον λόγο του μέχρι ενός σημείου. Οι Καλλαρύτες έγιναν ελληνικοί και αυτός γύρισε πάνω σε ένα κάρο σκεπασμένος με μια κουβέρτα. Μια μεγάλη μαχαιριά είχε κόψει το λαιμό του ως πέρα και από το ίδιο σπαθί ήταν κομμένα και τα δυο του χέρια.
«Τα μαλαματένια του χέρια» όπως τα έλεγε ο θείος του ο Σωτήρης που μεγαλουργούσαν, τα έδωσε θυσία για τον τόπο του.
Ο θείος του που θα ήταν το στήριγμα της Κατερίνης σε αυτήν την φάση της ζωής της, δεν μπόρεσε να έρθει ούτε στην κηδεία του ανιψιού του. Στο δρόμο από τα Γιάννενα φορτωμένος υλικά και τις λίρες του Ρούσση, έπεσε σε ενέδρα ληστών που αφού τον λήστεψαν, τον άφησαν να πεθάνει σε μια χαράδρα που σχημάτιζαν τα αγαπημένα του βουνά.
Από κει και πέρα η Κατερίνη έγινε μάνα σε ένα κοριτσάκι ακόμα, που το ονόμασε Ελευθερία και σχεδόν μετά τη γέννα πούλησε ότι μπορούσε και πρώτα πρώτα το λεπτοδουλεμένο κόσμημα στην Τουρκάλα που της το πήρε για ένα κομμάτι ψωμί και έγινε πλύστρα για να μην πεινάσουν τα τέσσερα κορίτσια της.

 

Ιωάννα Κύρου

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook