Είναι 4 το πρωί. Ξύπνησα πάλι από το λήθαργο της άρνησης. Δεν ξέρω γιατί ξαφνικά νιώθω να πέφτω. Καταδικασμένη να μην γουστάρω τις αναμνήσεις μου. Δεν θέλω να θυμάμαι τη μέρα που παντρεύτηκα, γιατί θυμάμαι πόσο ευτυχισμένη ήμουν, γιατί θα πρέπει να θυμηθώ πώς όλα τέλειωσαν λίγο καιρό μετά, όταν αυτό που περιμέναμε δεν ήρθε ποτέ.

Ξεκινήσαμε τρεις κι ύστερα μείναμε οι δυο μας. «Θα κάνεις μια ντουζίνα παιδιά», είπε ο γιατρός. Τότε κατάλαβα πως τίποτα δεν θα είναι το ίδιο. Πέρασαν δύο ολόκληρα χρόνια για να καταλάβουν πως χάσαμε χρόνο. Φταίω εγώ! Γιατί δεν δέχθηκα να κοιτάξω αλλού, να πάρω κι άλλη γνώμη. Παρά μπήκα στον κόσμο της εξωσωματικής. Κι ύστερα ήρθε η δεύτερη σφαλιάρα. Εκείνο το ανοιξιάτικο πρωί, ήρθε ο έντονος πόνος που έμοιαζε με αυτούς του μηνιαίου βασάνου. Το είδα, έπεσε σαν μια μάζα και μου άδειασε την ψυχή. «Έλα και μην τρελαίνεσαι, θα σου βάλω εγώ ωάριο εικοσάχρονης».
Ιατρική συμβουλή. Κάπου εκεί άρχισα να κατεβαίνω τα σκαλιά δέκα – δέκα. Οι φωνές μου έλιωναν το μυαλό.
«Είσαι μεγάλη, χάσε κιλά, έχεις ωάρια αλλά είσαι μεγάλη, δεν υπάρχει εξήγηση για τη περίπτωσή σου».

Κι οι γύρω μου υπέφεραν, όχι γιατί υπέφερα εγώ, αλλά γιατί τους κακομιλούσα, τους έδιωχνα, πονούσα κι εκείνοι θύμωναν. Είχε πληγωθεί η καρδιά μου, είχε κουραστεί το σώμα μου από τα φάρμακα, την έκτρωση, τη χημική αποβολή, τις εξετάσεις, την λαπαροσκόπηση. Ο γιατρός επέμενε πως είμαι μεγάλη, ο άντρας ότι του έφαγα όλα τα λεφτά, όμως συγγνώμη που μου μίλησε άσχημα και με αγαπάει, ότι δεν μπορώ να θρηνώ γιατί κουράστηκε, η μάνα είχε πάντα έναν δικό της κόσμο, πάντα ήθελε να είναι το θύμα και την νευρίαζε που το επίκεντρο ήταν αλλού.

Άρχισα να ζηλεύω, για την ακρίβεια ήταν φθόνος. Θεέ μου πόσο τρομακτικό συναίσθημα! Φθονούσα κάθε θηλυκό που περίμενε παιδί. Τις φίλες, τους γείτονες, τους αγνώστους, τις γάτες, τις σκύλες. Τρόμαξα πολύ όταν κατάλαβα πως ήμουν κακιά… ναι κακιά!

«Γιατί εσύ κι όχι εγώ; Γιατί;» ούρλιαζα σιωπηλά και πνιγόμουν, καθώς κατέβαινα τα σκαλιά πηδώντας πια. Δέχτηκα τον καταιγισμό απόψεων του κάθε εξυπνάκια, παντογνώστη φωτεινού. Προσβολές για τα κιλά, ιατρικές συμβουλές του κώλου από άσχετους, βλέμματα λύπησης, υπαινιγμούς πως με τιμωρεί ο Θεός. Λένε πως δεν υπάρχει δε θέλω, υπάρχει δε μπορώ. Μη με ρωτήσεις αν έκανα τα πάντα, θα σου απαντήσω πως έκανα ό,τι μπορούσα, μέχρι που δεν έμειναν λεφτά για τα απαραίτητα. Μη με ρωτήσεις για ποιο λόγο δεν συνέβη ξανά; Θα σου απαντήσω πως κανείς ποτέ δεν βρήκε αιτία, είναι αυτό που λέμε «ανεξήγητη υπογονιμότητα».

Ώσπου, ένα βράδυ μετά από έξι ολόκληρα χρόνια, άρχισα να κλαίω ασταμάτητα, η αφορμή δεν έχει σημασία. Έπαψα να κοιμάμαι. Ένιωθα πως κολυμπάω σε βαθιά νερά, μα δεν μπορούσα να επιπλεύσω. Το πρώτο παιδί ήταν κορίτσι, γι’ αυτό έκλαιγα περισσότερο, γιατί το άκουσα, το είδα, το άκουγα μέχρι πριν μπω στο χειρουργείο. Οι μνήμες με κατέκλυσαν σαν νεροποντή κι έκλαιγα τόσο πολύ, τόσο σιωπηλά. Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα, δεν έφαγα. Ούτε το επόμενο. Δεν έπαψα να κλαίω ούτε λεπτό. Δεν έπαψα να καπνίζω ούτε δευτερόλεπτο κι όταν εκείνος ήρθε να με ρωτήσει γιατί ; (γιατί;;;), απάντησα: «Για μένα τέλειωσαν όλα και εμείς και η ζωή μου. Ως εδώ ήμουν, θέλω να φύγω για πάντα».

Η μάνα, παρ’ όλο το σύνδρομο attention whore, με άρπαξε από το μπράτσο και μου είπε: «αν δεν αποφασίσεις να πάμε στο γιατρό, θα σε πάω με το ζόρι». Ίσως το μητρικό ένστικτό την επισκέφτηκε εκείνη τη μοναδική στιγμή. «θέλω να πεθ…» προσπάθησα να τελειώσω τη φράση, μα εκείνη μου έβαλε το χέρι στο στόμα και είπε γρήγορα, «αύριο θα κλείσεις ραντεβού».

Το βράδυ εκείνο, ξέσπασα περισσότερο και τότε κατάλαβα. Δεν μπορούσα να διαχειριστώ τη ζωή μου. Είχα μπει σε ένα βαθύ πηγάδι, που τα νερά μια ανέβαιναν και με έπνιγαν, μια χαμήλωναν και με άφηναν έντρομη να περιμένω τον επόμενο πνιγμό. Κι έτσι συστήθηκα με το μεγάλο τέρας, την κατάθλιψη. Συστήθηκα με τις κρίσεις πανικού, τις τακτικές επισκέψεις στον ψυχίατρο, τα φάρμακα, την ψυχοθεραπεία. Με τον καιρό έμαθα να διαχειρίζομαι την κατάσταση, να αποδέχομαι την πιθανότητα του να μην κάνω παιδί ποτέ, (δε θα μπορέσω να υιοθετήσω, βλέπεις το ιστορικό ψυχικής υγείας είναι κόκκινο πανί). Απλά δεν έμενα έγκυος, χωρίς λόγο, χωρίς εξήγηση. Πέρασα έναν υπέροχο χρόνο, μέσα στον οποίο βρήκα ξανά εμένα, τη σχέση μου με τον άντρα μου, ακόμη και με τη μάνα μου. Και πέρασε ο καιρός. Κύλησε η ζωή και σιγά, σιγά αρχίσαμε να ζούμε την κάθε στιγμή, να απολαμβάνουμε ξανά ελεύθερα τον έρωτά μας.

Προσπάθησα πολύ να σκοτώσω την ελπίδα. Έκλαψα ξανά κάνα δυο φορές, όταν η άτιμη η μηνιαία βασανίστρω με επισκέφθηκε, άλλωστε δεν έπρεπε να παραπονιέμαι, είμαι 41 και ακόμα ενεργή. Με ωάρια που ενώ λειτουργούν δεν γονιμοποιούνται, αλλά ενεργή βρε αδερφέ! Κάτι είναι κι αυτό! Απόψε, μου πέρασαν όλα από το μυαλό. Δεν πονάω πια τόσο, δεν κλαίω. Είμαι καλύτερα και πια τα φάρμακα δεν είναι κολλητάρια μου. Τουλάχιστον έχω τον άντρα μου, μια χανόμαστε μια βρισκόμαστε, αλλά υπάρχουμε και μάθαμε να ζητάμε συγγνώμη με φιλότιμο και πράξεις. Η μάνα επανήλθε στο παλιό καλό σκληρό της πρόσωπο, αλλά δεν μπορώ να περιμένω θαύματα. Απόψε είναι μια δύσκολη νύχτα, από αυτές που σε γυρίζουν πίσω. Η ώρα είναι 4.30, απόψε ξαναμπήκα στο βαθύ πηγάδι, χωρίς να πνιγώ, ξέρω πως είμαι δυνατή και θα παλέψω. Μα ένα πράγμα με πονάει: «μια φορά έγκυος, για πάντα έγκυος».
Πόσο μεγάλο ψέμα…

Το βαθύ πηγάδι μου το δίδαξε καλά. Είναι 4:45, θα παλέψω. Το βαθύ πηγάδι πάντα θα παραμονεύει, όσο εγώ το αφήνω να κρυφοκοιτά στην ψυχή μου. Θα παλέψω. Κι ας υποφέρω για τα δυο κομμάτια του εαυτού μου που έχασα, Κι ας ξέρω πως ποτέ δε θα κρατήσω στα χέρια μου το παιδί μου. Κι ας ξέρω πως αυτό το παιδί, βρίσκεται σε ένα ίδρυμα και με περιμένει.
5.00 το πρωί, ξημερώνει, θα παλέψω!

 

Blanca