TheBluez.gr » 📔 The BlueBluez » Το βλέμμα

Το βλέμμα

Τίποτα δεν έχει αλλάξει . Όλα είναι όπως πάντα.

Παραμέρισε νευρικά τα κλαδιά μιας ακακίας και κάμποσοι σταχτοτσικνιάδες σηκώθηκαν στον αέρα φτεροκοπώντας ξαφνιασμένοι. Η υδάτινη επιφάνεια στο χρώμα του αζουρίτη, που ορίζονταν από μια καταπράσινη γραμμή, απλώνονταν μπροστά της ρυτιδιασμένη. Το μονοπάτι κόβονταν κάθετα, λίγο πιο χαμηλά τα σπαθόσχημα φύλλα του πολύτιμου παπύρου αργοσάλευαν σε ένα υπνωτικό χορό. Κάθισε στο χείλος του μονοπατιού και γλίστρησε ως την όχθη, βρωμίζοντας το λινό φόρεμα της. Τα ακροδάκτυλα της άγγιξαν το νερό και ξαφνικά πάγωσε, η ανάσα της κόπηκε, η καρδιά της τινάχτηκε στο στήθος της και σάρωσε με το βλέμμα της κάθε ρυτίδα του νερού. Προσπάθησε να ηρεμήσει τον εαυτό της. Μικρή έπαιζε εκεί με το Νγκόζι. Μάζευε νούφαρα και της τα βάζε στα μαλλιά. Οι σταχτοτσικνιάδες επέστρεψαν ρίχνοντας της επιφυλακτικά βλέμματα και μια ίβις περπατούσε νωχελικά ανάμεσα σε τούφες παπύρου. Η Αάτ σταύρωσε τα χέρια και ανατρίχιασε ακουμπώντας το λειψό της μπράτσο. Το βλέμμα της έπεσε στην αντανάκλαση της. Τα όμορφα περιποιημένα εβένινα μαλλιά της, πλεγμένα σε περίτεχνες κοτσίδες, τα λεπτόσχημα, βαμμένα φρύδια της, τα μεγάλα μάτια και κείνο. Κείνο το απαίσιο σημάδι, που ξεκίναγε ως μια παχιά γραμμή από το αριστερό της φρύδι και κατέληγε να σκάβει όλο το μάγουλό της και να παραμορφώνει τα χείλη της.

Όχι, τίποτα δεν είναι ίδιο. Όλα έχουν αλλάξει.

Τα δάκρυα κύλησαν ανεξέλεγκτα σχηματίζοντας ελικοειδή αυλάκια πάνω στο παραμορφωμένο πρόσωπο της.

«Έχουν περάσει τέσσερα χρόνια από κείνη τη μέρα. Τέσσερα χρόνια και τίποτα δεν άλλαξε, γιε μου!» άκουσε να φωνάζει η πεθερά της στο Νγκόζι. Ο Νγκόζι της μιλούσε χαμηλόφωνα, μα κείνη τον σταμάτησε νευριασμένη.
«Και να πεις ότι λυπήθηκες τα έξοδα, τους καλύτερους γιατρούς έφερες. Φτιάξαμε κρέμες με τα πιο ακριβά υλικά, που τα ΄φέραν έμποροι από τα πιο μακρινά μέρη. Τόσες θυσίες στους θεούς και επικλήσεις, ακόμα και στη μητέρα μου, τη σοφή Νοφρέτ! Μα και το πρόσωπο της να φτιάξει, το χέρι της; Δε σιχαίνεσαι να την αγκαλιάζεις; Να ναι έτσι; Λειψή! Τώρα έγινες επίσημος ιερέας της επαρχίας μας, τόσοι άνθρωποι θα έρχονται σπίτι σου να σε επισκεφτούν, να τους φιλοξενήσουμε. Τόσοι απεσταλμένοι του μεγάλου μας Φαραώ! Πως θα παρουσιάζεται μπροστά τους;» Η Αάτ δεν άντεξε ν’ ακούσει άλλο, βγήκε στην αυλή σαν κυνηγημένη κι εκεί την είδε. Μια νέα γυναίκα, με όμορφο πρόσωπο και μάτια που την κοιτούσαν περιπαικτικά. Την είχε έτοιμη τη νύφη η πεθερά της.

Πριν τέσσερα χρόνια, μια μέρα όμορφη σαν τη σημερινή, της είχε επιβάλει η πεθερά της να συνοδέψει τις νεαρές σκλάβες, για να επιβλέψει το πλύσιμο των λινών. Καθώς ξέπλεναν τα υφάσματα, είδε την πεθερά της να καταφθάνει κρατώντας από το χέρι το μικρό γιο της. Έφριξε. Η πεθερά της όπως συνήθιζε, άρχισε να κάνει παρατηρήσεις και να φωνάζει στεκάμενη ασφαλής πάνω στον απότομο όχτο. Επέστρεψε στη δουλειά, όταν το βλέμμα της έπιασε τον μικρό που τσαλαβουτούσε έξω από τα φυλαγμένα με ένα πρόχειρο φράχτη, νερά. Έτρεξε, τον άρπαξε και τον οδηγούσε προς τη φυλαγμένη όχθη την ώρα που έγινε το κακό. Το πρασινοκίτρινο θηρίο τινάχτηκε ξαφνικά πίσω της, καταβρέχοντας τη. Ούρλιαξε από τον πόνο, καθώς τα δόντια του χώθηκαν στο μπράτσο της. Προτού το καλοκαταλάβει κείτονταν στη λάσπη και κείνο στριφογύριζε γύρω της σαν χορευτής προσπαθώντας να την παρασύρει στο νερό. Το μόνο που θυμόνταν, ήταν τα μεγάλα μάτια του μικρού να την κοιτάν έντρομα, καθώς στέκονταν παραζαλισμένος πεσμένος μπροστά της. Σε ένα ακόμα στριφογύρισμα ένιωσε το χέρι της να απελευθερώνεται και κείνη σύρθηκε μπροστά, άρπαξε το παιδί και δεν σταμάτησε να τρέχει, ώσπου να φθάσει σπίτι.

Ο Νγκόζι έκανε θυσίες, ευχαριστώντας τους θεούς που φύλαξαν τη γυναίκα του και το γιό του από τα δόντια του γιού του Σόμπεκ. Μέρες αφόρητου πόνου την περίμεναν, καθώς πάλευε με τη μόλυνση. Το μπράτσο της είχε πρηστεί, παρόλο που του έλειπε ένα μεγάλο κομμάτι και έτρεχε ένα δύσοσμο υγρό, μα και το πρόσωπο της και το κορμί της, που σύρθηκε στα χαλίκια, δεν ήταν σε καλύτερη κατάσταση. Τα κατάφερε όμως, επέζησε.

Ο καιρός που πέρασε από τότε, της φάνηκε πιο οδυνηρός και από την ανάρρωση της. Βλέμματα, βλέμματα αδιάκριτα, ερευνητικά καρφωμένα πάνω της. Βλέμματα που αποστρέφονταν μόλις την έβλεπαν, γεμάτα αηδία. Βλέμματα τρόμου. Βλέμματα οίκτου, αυτά τη στεναχωρούσαν πιο πολύ. Δεν τα καταλάβαινε, γιατί την λυπόταν; Είχε νικήσει. Είχε σώσει το γιο της. Είχε αναμετρηθεί με τον φοβερό κροκόδειλο και είχε ζήσει. Τι είχαν καταφέρει να κάνουν αυτοί, που τολμούσαν να τη λυπούνται, με τι είχαν παλέψει; Μπορεί κάποτε να ήταν πολύ όμορφη, τώρα όμως ήταν κάτι πιο σημαντικό, ήταν πολύ δυνατή. Ή μήπως δεν ήταν; Μήπως όλη η δύναμη της ήταν ψεύτικη; Μήπως όλη η δύναμη της προέρχονταν από έναν άνθρωπο, από ένα βλέμμα. Ένα βλέμμα αναλλοίωτο στα χρόνια που πέρασαν, που συνέχισε να τη κοιτά, όπως τότε που έπαιζαν παιδιά. Ο Νγκόζι, που ποτέ δεν απέστρεψε το βλέμμα του, ποτέ δεν είδε τον οίκτο στα μάτια του, που την φρόντιζε και την αγκάλιαζε και την αγαπούσε ακόμα και έτσι.

Ένιωσε την οργή να ξεχειλίζει από μέσα της. Ήθελε, ήθελε…

Ούτε αυτή ήξερε τι ήθελε. Άρπαξε μια μεγάλη πέτρα και την πέταξε στο νερό και έπειτα κι άλλη, κι άλλη. Που είναι τώρα; Γιατί δεν εμφανίζεται; Ένιωθε λύσσα. Ξαφνικά, η οργή της απελευθερώθηκε μ’ ένα δυνατό ουρλιαχτό. Τα πουλιά σηκώθηκαν σύννεφο στον αέρα. Ούρλιαζε, ώσπου δεν είχε άλλη πνοή στα πνευμόνια της. Λύγισε κι έπεσε στα γόνατα κλαίγοντας με λυγμούς. Τα κλαδιά παραμερίστηκαν πίσω της. Μια φιγούρα γλίστρησε κατά το μέρος της. «Αάτ» φώναξε ξέπνοα αγκαλιάζοντας τους ώμους της.
«Αάτ είσαι καλά; Τι έγινε;» τη ρωτούσε έντρομος, ο Νγκόζι, ρίχνοντας της μια προσεκτική ματιά.
«Χτύπησες;» Εκείνη του γνέψε αρνητικά..
«Τι συμβαίνει;» τη ρώτησε σκουπίζοντας τρυφερά τα δάκρυά της, ακόμα και από το σημαδεμένο μάγουλο της. Η Αάτ το ακούμπησε ασυναίσθητα και τα μάτια ξαναγέμισαν δάκρυα.
«Κοίταξε με!» της είπε τρυφερά με τόνο προστακτικό. Ανάβλεψε. Τα βλέμματα τους πλέχτηκαν σαν τα καλάμια στο καλάθι.
«Αάτ, λατρεύω την κα σου! Μα πιο πολύ λατρεύω την πανέμορφη μπα σου και αυτό τίποτα και κανείς δε μπορεί να το αλλάξει!».
Αναστέναξε ανακουφισμένη
Τίποτα δεν έχει αλλάξει. Όλα είναι όπως πάντα.

μπα= ψυχή
κα = ζωτική δύναμη

 

Αναστασία Χ.

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

TheBluez Guest

Αφήνω εδώ μια ιστορία, λίγες σκέψεις, δυο κουβέντες. Είμαι επισκέπτης, αναγνώστης, ένας φίλος, μια παρέα.
TheBluez Guest

Latest posts by TheBluez Guest (see all)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *